(Β΄ Πέτρ. 2,1: «καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας)
Γράφει ὁ ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ
Ἀναμφίβολα, ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Τέοντορ Ἀντόρνο (κοινωνιολόγος) γιὰ τὸν φιλόσοφο Γκεὸργκ Λούκατς, μεταφέρεται χωρὶς προχειρότητα καὶ στὸν δέσμιο μὲ τὴν ἁλυσίδα τῆς αἱρέσεως «Ἐπίσκοπο» Περγάμου Ἰωάννη Ζηζιούλα. Γράφει ὁ Ἀντόρνο (Adorno):
«Χτυπιέται στὶς ἁλυσίδες του καὶ φαντάζεται πὼς ὁ τριγμός τους σημαίνει τὴν προέλαση τοῦ Παγκοσμίου Πνεύματος» (Βλέπε Th. Adorno, NotenZurLiteruturII, Φραγκφούρτη 1970, σέλ. 185).
Ἡ ἄρνηση τῆς μοναδικότητος τοῦ παραδοσιακοῦ (ὀρθοδόξου) Βαπτίσματος («ἕν Βάπτισμᾳ») ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Ζηζιούλα, εἶναι αἱρετικὴ πράξη στὴν ἐννοιολογική της δομή, ποὺ τὴν προέκτεινε ὡς «θεωρία τῆς Βαπτισματικῆς ἑνότητας» μὲ τοὺς αἱρετικούς, ποὺ πιστεύουν ὅτι ἔχουν βάπτισμα στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ θεωρία αὐτή, κάθετα ἀντίθετη μὲ τὴν διδασκαλία (περὶ Βαπτίσματος) τῆς Γραφῆς, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Πατέρων, ἀποτελεῖ βαρειὰ ἁλυσίδα, ποὺ ὅσο ἦτο ἐν ζωῇ δὲν τὴν ἀπαρνήθηκε (δημοσίως), δυστυχῶς! Γράφει σχετικὰ ὁ Περγάμου:
«Τὸ Βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Τὸ Βάπτισμα, Ὀρθόδοξον ἢ μή, ὁριοθετεῖ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει Ὀρθοδόξους καὶ ἑτεροδόξους... Ἐκτὸς βαπτίσματος δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία». Ἀντιθέτως, «ἐντός του βαπτίσματος, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχη μία διάσπασις, μία διαίρεσις, ἕνα σχίσμα, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν διὰ Ἐκκλησίαν»!