Ὡς γνωστὸν στὶς 7 Δεκεμβρίου 1965 συνέβη ἡ περίφημη «Ἄρση τῶν Ἀναθεμάτων» (ὅπως τὴν ἀποκαλοῦν) μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν. Τὴν ὑλοποίηση τῆς «ἄρσεως» αὐτῆς ἀνέλαβαν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ ὁ Πάπας Ρώμης Παῦλος ὁ ΣΤ΄. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος συνοδικῶς δήλωσε πὼς «τῆς καθ’ ἡμᾶς Μεγάλης Ἐκκλησίας γενόμενον ἀνάθεμα τοῦτο, ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ παρὰ πᾶσι γινώσκηται ἠρμένον ἀπὸ τῆς μνήμης καὶ ἐκ τοῦ μέσου τῆς Ἐκκλησίας»[1], ὁ δὲ Πάπας συμφώνησε πὼς «θέλουμε νὰ ξεριζώσουμε τὴν ποινὴ τοῦ ἀναθέματος, ποὺ ἦταν τότε εὐρέως διαδεδομένη, ἀπὸ τὴν μνήμη τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ τὴν ἀφαιρέσουμε ἐκ τοῦ μέσου της, ἐπιθυμώντας νὰ καλυφθεῖ καὶ νὰ ταφεῖ στὴ λήθη»[2].
Ἔκτοτε οἱ θιασῶτες τῆς «Ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν», οἱ ὁποῖοι στὸ παρελθὸν ὀνομάζονταν Ἑνωτικοὶ (Οὐνίτες), ἐνῷ σήμερα εἶναι γνωστοὶ ὡς «Οἰκουμενιστές», θεωροῦν καὶ πιστεύουν ὅτι ὄντως ἤρθησαν τὰ Ἀναθέματα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, καὶ πὼς ὁ δρόμος γιὰ τὴν «Ἕνωση» εἶναι ἀνοικτός.
Παράλληλα κάποιοι ἀφελεῖς (;) «Ζηλωτές», θεώρησαν ὅτι ἡ πράξη αὐτὴ τῆς λεγόμενης «Ἄρσης τῶν Ἀναθεμάτων» ἔχει ὄντως τέτοιο κῦρος, ὥστε νὰ σημαίνει οὐσιαστικὰ τὴν ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας καὶ τὴν ἐπαναφορὰ στὴν πρὸ τοῦ 1054 κατάσταση[3]·
Τόσο ὅμως οἱ Οἰκουμενιστές, ὅσο καὶ οἱ Ζηλωτὲς πλανῶνται πλάνην οἰκτράν, γιὰ δύο λόγους.
Πρῶτον, διότι – ὅπως παρατηρεῖ ἕνας σπουδαῖος θεολόγος τοῦ Κ΄ αἰῶνος – «τὸ ἀνάθεμα τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας λογίζεται ἀείποτε ἀληθείᾳ ἀνύπαρκτον», ἐνῷ «ἡ ἄρσις τοῦ ἀναθέματος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ εἶναι φύσει ἀδύνατος, καθ’ ὅτι οὐδέποτε ἡ αἵρεσις δύναται νὰ λογισθῆ ὡς μὴ οὖσα αἵρεσις, καὶ μὴ ἀναθεματιζομένη ὑπὸ τῆς Ὀρθοδοξίας»[4]. Μὲ αὐτὴν τὴν γνώμη συμφωνεῖ καὶ ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Παναγιώτης Τρεμπέλας, ὅταν ἐπισημαίνει πὼς «τὸ ἀνάθεμα τοῦ 1054 τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀρθέν, δὲν ἤρθη»[5].
Δεύτερον, ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ τῶν Παπικῶν ἔχουν ἐκτοξευθεῖ καὶ ἄλλα ἀναθέματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἔχουν ἀρθεῖ. Ἂς δοῦμε ἐνδεικτικὰ μερικὰ ἀπὸ αὐτά.
Ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων:
α) Ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος τοῦ 1484 ὑποβάλλει σὲ ἀναθεματισμὸ ὅσους δέχονται τὴν παπικὴ καινοτομία τοῦ Filioque: «Τοὺς δὲ ἄλλως περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φρονοῦντας ἢ καὶ κηρύττοντας ἤ, ὡς φαμέν, ἀπεναντίας τῇ ἀληθείᾳ δοξάζοντας καὶ κενοφωνοῦντας ἀποστρεφόμεθα ὡς αἱρετικοὺς καὶ τῷ ἀναθέματι καθυπάγομεν»[6].