Ο κατά κόσμον Αθανάσιος Μιχαηλίδης του Μιχαήλ και της Βικτωρίας γεννήθηκε στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας το 1908, το οποίο ήταν και το χωριό του ΟΣΙΟΥ Σάββα του Ηγιασμένου. Τα παιδικά του χρόνια, όπως διηγείτο, τα διήλθε σε μεγάλη πενία, οδυνηρή ορφάνια, πολλούς κόπους και μεγάλες ταλαιπωρίες. Η θερμή πίστη και η άδολη ευσέβεια, καθώς και η φυσική καππαδοκική ευλάβεια, τον έκαναν να τα ξεπεράσει όλα. Το 1922 πρόσφυγας εφθασε με τη μητέρα και τις δυο αδελφές του στην Κόρινθο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάσθηκε σε ιποδηματοποιείο.
Ο πόθος του Θεού νέο τον έφερε στο Άγιον Όρος, το όρος του Θεού και των αγίων. Εκάρη μοναχός στη μονή Ξενοφώντος το 1930. Σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή. Κατά την πανήγυρη της μονής του, του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, το 1940, χειροτονήθηκε διάκονος από τον επίσκοπο Μιλητουπόλεως Ιερόθεο († 1956). Στη μονή της μετανοίας του παρέμεινε επί δεκαετία.
Arxim Agathaggelos Mixailides-Xenofontinos 10
Μετά τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1947 από τον μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο († 1961) και διετέλεσε πρωτοσύγκελλος της ιεράς μητροπόλεως Μεσσηνίας. Μία εικοσαετία στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα διακρίθηκε ως ο πλέον φιλακόλουθος ιερεύς, άριστος εξομολόγος, αναπαύοντας πλήθη πιστών, ελεήμων, ανάργυρος και ευπροσήγορος. Μία τοπική εφημερίδα εγραφε γι’ αυτόν: