Τί νὰ κάνουμε, ὅταν ὁ νοῦς μας τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὸν συμμαζέψουμε στὴν προσευχή;
Ὅταν εἴμαστε μόνοι στὸ σπίτι, μποροῦμε ν’ ἀναβάλουμε τὴν ἔναρξη τῆς προσευχῆς ἤ, ἂν ἔχουμε ἤδη ἀρχίσει, νὰ τὴ διακόψουμε γιὰ λίγο. Ἂν καὶ ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ μικρὸ διάλειμμα ὁ νοῦς μας δὲν συνεργάζεται μὲ τὴν προαίρεσή μας, τότε δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ τοῦ ἐπιβάλουμε μὲ τὴ βία, θέλει δὲν θέλει, νὰ συγκεντρωθεῖ στὴν προσευχή, σ’ ὅποιο βαθμὸ, βέβαια, εἶναι δυνατόν. Μέσα στὴν ἐκκλησία, πάλι, μερικὲς φορὲς δὲν ἀκοῦμε ἢ δὲν καταλαβαίνουμε ὅσα ψάλλονται, διαβάζονται ἢ ἐκφωνοῦνται. Σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, σταθεῖτε νοερὰ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ ἀφοσιωθεῖτε στὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ.
Πρέπει νὰ ξέρετε, πάντως, ὅτι στὸ ναό, κατὰ τὴν τέλεση ὁποιασδήποτε Ἀκολουθίας, καὶ κατεξοχὴν τῆς θείας Λειτουργίας, κάθε λατρευτικὴ πράξη, κάθε κίνηση ἔχει τὴ σημασία της. Ὅποιος, λοιπόν, γνωρίζει καὶ κατανοεῖ τὴ σημασία κάθε πτυχῆς τῆς τελετουργίας, συμμετέχει μὲ ἐπίγνωση στὴ σύναξη τῶν πιστῶν καὶ τρέφει τὴν ψυχή του μὲ τὸ οὐράνιο μάννα, ποὺ προσφέρεται ἄφθονα στὰ πνευματικὰ συμπόσια τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας.
Ἡ νύχτα, ἰδιαίτερα οἱ μεταμεσονύκτιες ὧρες, εἶναι τὸ πιὸ κατάλληλο χρονικὸ διάστημα γιὰ προσευχή.
Πόσες μετάνοιες νὰ κάνει κανείς, λέγοντας τὴν εὐχή;


