
Ο Γιάννης, Τούρκοι, δεν μαρτυρά, τι κι αν γίνει πολτός! Χαστούκι στον δήμιο!
Ο Ιωάννης Μπουμπάρας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο ορεινό χωριό Βλάστη Εορδαίας, νοτιοδυτικά της Πτολεμαΐδας. Το χωριό πρόσφερε στο Έθνος τον νεομάρτυρα Μάρκο και τα παλικάρια του στις διάφορες επαναστάσεις των Ελλήνων κατά των Τούρκων. Δύο φορές είχε περάσει από εκεί ο πατρό-Κοσμάς ο Αιτωλός.
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα ο Μπούμπουρας εντάχθηκε στα ελληνικά ανταρτικά σώματα και υπηρέτησε ως οδηγός των σωμάτων του Βάρδα (Γεώργιος Τσόντος) και του Ρούβα (Γεώργιος Κατεχάκης). Το 1905 όμως, μετά τη μάχη στο Μουρίκι αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους την ώρα που μετέφερε μηνύματα. Ο Μπουμπάρας κατάφερε και κατέστρεψε (έφαγε) τα μηνύματα λίγο πριν τον πιάσουν οι Τούρκοι.
Οι βάρβαροι τον οδήγησαν στην Πτολεμαΐδα. Εκεί, στην πλατεία, ο Τούρκος αποσπασματάρχης του είπε: «Καλά έπεσες στα χέρια μας σκύλα. Λέγε τώρα που είναι κρυμμένοι αυτοί που μας έφαγαν σήμερα τόσα παλικάρια»…
– «Και τι με ρωτάτε εμένα», απάντησε ψύχραιμα.
– «Συ μωρέ είσαι ο οδηγός τους. Χωρίς εσένα δεν θα κάνανε τίποτα», του είπε οργισμένος ο Τούρκος.
– «Δεν ξέρω τι μου λες», απάντησε και πάλι ο Έλληνας.
– «Θα σε κάνουμε εμείς να μάθεις», είπε με μίσος ο Τούρκος.
– «Ότι και να μου κάνετε, ούτε σεις θα μάθετε, ούτε εγώ θα σας πω», του είπε αγέρωχα ο Έλληνας μαχητής.
– «Βρε σκύλε δεν φοβάσαι;», ούρλιαξε μανιασμένος ο Τούρκος.
– «Με βρίζεις γιατί έχεις τόσες λόγχες γύρω σου;», του είπε ο Μπουμπάρας κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
