
Κατά τους χρόνους του Μεγάλου Κωνσταντίνου, γύρω στα 330 μ.Χ., ζούσε στην Κωνσταντινούπολη κάποιος πολύ γνωστός του βασιλιά —εξαιτίας της τέχνης που δούλευε για να βγάλει το ψωμί του— ονομαζόμενος Ιωάννης. Αυτός ο Ιωάννης, λοιπόν, περνούσε τη ζωή του μέσα σε ασωτίες και κακίες, δίχως να βάζει ποτέ με το νου του πως υπάρχει κόλαση. Ο Θεός, ωστόσο, που οικονομεί τα πάντα προς το πνευματικό συμφέρον μας, φανερώθηκε σε μια οπτασία του για να διορθώσει το βίο και την πολιτεία του.
Αυτός ο Ιωάννης, όταν κοιμόταν, βλέπει στ’ όνειρό του ότι πρόσφερε στο βασιλιά Κωνσταντίνο ένα έργο της τέχνης του· από το γεγονός αυτό πήρε θάρρος και άρχισε να μιλάει με το βασιλιά και να χαίρεται με τόση παρρησία, λες κ’ ήτανε παιδικοί φίλοι. Ξαφνικά βλέπει το βασιλιά να ξεγυμνώνει το σπαθί του, να τον πιάνει από τα μαλλιά και να ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι. Ο Ιωάννης έσκυβε συνεχώς το λαιμό του, νομίζοντας τάχα πως παίζει με το βασιλιά. Κ’ ενώ έκλινε το λαιμό του, ακούει το βασιλιά να του λέει σοβαρά!

