ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Γραφεῖο ἐπί τῶν Αἱρέσεων καί τῶν Παραθρησκειῶν
Ἄρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Ἐν Πειραιεῖ τή 5η Νοεμβρίου 2018
Εἰσήγηση στή «Σύναξη γιά τήν Ὀρθοδοξία» μέ θέμα:
«Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀπέναντι στή ‘Σύνοδο τῆς Κρήτης’»
Πνευματικό Κέντρο Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος.
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί καί ἀδελφές ἐν Χριστῷ.
Τό θέμα πού μου ἀνετέθη νά παρουσιάσω ἀπό τά μέλη τῆς «Συνάξεως», ἔχει τίτλο: «Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἀπέναντι στή ‘Σύνοδο τῆς Κρήτης’». Τό θέμα εἶναι εὐρύτατο, ἔχουν ἐκπονηθεῖ ἄρθρα καί μελέτες ἀπό διάφορους κληρικούς καί μοναχούς, ἁγιορεῖτες καί μή, θεολόγους καί ἐρευνητές καί πολλά ἀπό αὐτά ἔχουν ἤδη δημοσιευθεῖ στό διαδίκτυο καί σέ θρησκευτικές ἐφημερίδες.
Ἐμεῖς μέσα στά στενά χρονικά πλαίσια πού ἔχουμε στή διάθεσή μας θά προσπαθήσουμε νά δώσουμε κατά τό δυνατόν μία συνοπτική εἰκόνα τοῦ θέματος. Θά προσπαθήσουμε νά παρουσιάσουμε τή στάση πού τήρησε ἡ Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί οἱ ἁγιορειτικές Μονές ἀπέναντι στή «Σύνοδο τῆς Κρήτης», (Σ.τ.Κ.), μέ βάση τά δημοσιευθέντα ἁγιορειτικά κείμενα, ἀφοῦ τά κείμενα αὐτά ἐκφράζουν τήν ἐπίσημη στάση πού τήρησε τό ἅγιο Ὅρος ἀπέναντι στή Σύνοδο αὐτή. Τά κείμενα αὐτά εἶναι ἅ) ἡ Ἱεροκοινοτική Ἐπιστολή τῆς 25ης.5.2016, β) ἡ εἰσήγηση τῆς Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 26ης.11.2016, καί γ) Τό «μήνυμα τοῦ Ἁγίου Ὅρους περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης ἐν Κρήτῃ Συνόδου», στίς 30.6.2017, τό ὁποῖο ἔχει καί τήν μεγαλύτερη βαρύτητα καί σπουδαιότητα, ἀφοῦ αὐτό ἀποτελεῖ τό τελευταῖο ἐπίσημο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί ἀποτελεῖ, τρόπον τινά, τήν τελευταία λέξη τῶν ἁγιορειτῶν γύρω ἀπό τήν Σ.τ.Κ., (τουλάχιστον μέχρι στιγμῆς). Γι’ αὐτό καί θά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας ἰδιαίτερα στό κείμενο αὐτό.
ἅ) Ἡ Ἱεροκοινοτική Ἐπιστολή
Τήν ἐπιστολή αὐτή ἀπέστειλαν οἱ ἁγιορεῖτες Πατέρες στίς 25.5.2016, ἕνα μήνα περίπου πρίν ἀπό τήν Σ.τ.Κ. πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, ἡ ὁποία κοινοποιήθηκε σέ ὅλες τίς Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Σ’ αὐτήν ἡ Ἱερά Κοινότης καταθέτει ἀξιόλογες παρατηρήσεις καί αἰτήματα μεταξύ τῶν ὁποίων: 1) Νά μήν ἀναγνωρισθοῦν οἱ ἑτερόδοξοι ὡς Ἐκκλησίες, 2). Νά τονισθῆ ὅτι οἱ διάλογοι μέ τούς ἑτεροδόξους σκοπεύουν στήν ἐπιστροφή τῶν στήν Ὀρθοδοξία καί στήν ἁγιοπνευματική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. 3) Νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν οἱ εὔλογες ἀντιρρήσεις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος γιά τή συμμετοχή τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στό Π.Σ.Ε., καθώς καί τήν σαφῆ ἀντίθεσή της στίς συμπροσευχές, τούς λειτουργικούς ἀσπασμούς καί ὁτιδήποτε ἄλλο δίνει τήν ἐντύπωση «ὅτι εἴμεθα τό ἴδιο», καί 4) Νά διατυπωθῆ μέ εὐκρίνεια ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοσις ἀναγνωρίζει ὡς «ἔσχατο κριτή» ἐπί θεμάτων πίστεως τήν συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως ἀποδείχθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων, κανένα ἀπό τά παρά πάνω οὐσιαστικά αἰτήματα τῶν ἁγιορειτῶν δέν ἔγινε ἀποδεκτό ἀπό τήν Σ.τ.Κ.








.jpg)