Ἐπιστολὴ πρὸς Παῦλον Ἀσάνην
Ἡ θεολογία τοῦ ἀκτίστου φωτὸς. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
1. Συναντήσας ἐσὰς πρόσφατα, ἐσύ, ποὺ κατὰ τὴν ἐξ αἵματος καταγωγὴ εἶσαι συγγενής των κατεχόντων τὴν βασιλεία ἀλλὰ κατὰ τὶς πνευματικὲς προδιαγραφὲς ἔχεις ἐπιλέξει νὰ εἶσαι υἱὸς καὶ ἀδελφὸς ἠμῶν ποὺ εἴμαστε ἐλάχιστοι λόγω τῆς πτωχείας τοῦ πνεύματος ποὺ μακαρίζεται ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀνέφερες ὅτι ποθεῖς νὰ μάθεις ποιὰ εἶναι ἡ δοξασία τῆς ὁποίας ἡ ἀρχικὴ πηγὴ εἶναι ὁ Ἀκίνδυνος καὶ σὲ ποίου, ἀπ’ ὅσους σὲ ὅλη τὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη ἐξέφρασαν ἄνομα φρονήματα γιὰ τὸν Θεό, τὸ ἔργο, τὸν λόγο καὶ τὰ γέμοντα φλυαριῶν συγγράμματα ἐμπιστεύτηκε, ὥστε νὰ προβεῖ περαιτέρω κατὰ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία μὲ ἀποδεικτικὰ τεκμήρια κατέστη σαφὴς στὸ Θαβώρ.
Ἡ ἐν λόγω ἀπόπειρα δὲν φαίνεται νὰ εἶναι τόσο δοξασία ἀλλὰ μᾶλλον κάποια ἀδοξία καὶ μάλιστα ὅλη ἡ ἀδοξία καὶ ὄχι ἐπιμέρους· διότι ὅποιος ἀσπάζεται τὴν ἐν λόγω ἀδοξία περιπίπτει σὲ οἱαδήποτε ἐκτροπὴ προσιδιάζει στὸ (ἐν λόγω ἀρνητικὰ χαρακτηρολογικὸ) ὄνομα, ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τὸ ὅτι ἀντιμετωπίζει ἀπαξιωτικὰ τὴν θεία ἐκείνη δόξα καὶ ὅσους ἀνέκαθεν καὶ κατὰ τὴν παροῦσα ἱστορικὴ στιγμὴ τὴν ἀνύψωσαν κατὰ τὸ μέτρο τῆς δυνατότητάς τους, ἀλλά, γιὰ νὰ μιλήσουμε ἀληθέστερα, τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τὸ ὅτι ἔχει ἀποκτήσει ἐξ αὐτῆς τῆς θέσης τὴν νόσο τῆς ἔσχατης ἠθικῶς κακοδοξίας· καὶ τρίτον, τὸ ὁποῖο κατ’ἐξοχὴν ἔρχεται σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν ἀπορία τῆς σεβασμιότητάς σου, μὲ τὸ νὰ μὴ συντάσσεται μὲ καμιὰ ἄποψη καὶ καμιὰ ἐκδοχὴ μέχρι τέλους ἀναφορικὰ μὲ αὐτὴ τὴν δόξα (ἐπισφαλῆ ἐκδοχὴ) γιὰ τὴν ὁποία ἐσὺ θέτεις ἐρωτήματα. Εἶναι ἐφικτὸ μάλιστα νὰ μάθεις τὴν ἐν λόγω ἀσυμφωνία του μὲ σαφήνεια καὶ ἀπὸ τὰ αὐτόγραφα συγγράμματα ἐκείνου, τὰ ὁποῖα ἔχουμε (στὴν διάθεσή μας).
Πράγματι, ὅποια ἄποψη θὰ εἶχε κάποιος γιὰ τὸ φῶς ἐκεῖνο, θὰ εὕρει κατὰ τὴν ἐκτύλιξη τοῦ περιεχομένου τοὺς τὴν ἀντίθετη· καθὼς φαίνεται λοιπὸν ὁ συγγραφέας τῶν τέτοιου εἴδους συγγραμμάτων στὸ ἐν λόγω σημεῖο ἀκριβῶς ἔδωσε ἰδιαίτερη προσοχή, νὰ στρέφεται ἐναντίον τοῦ ἐαυτοῦ του μὲ κάποιους ἀνατρεπτικοὺς συλλογισμοὺς καὶ νὰ ἀντιφάσκει μὲ τὸν ἑαυτὸ τοῦ καταρχᾶς ὡς πρὸς ὅλα καὶ μὲ πολλοὺς τρόπους, γιὰ καθένα ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ βρίσκονται στὸ προσκήνιο, καὶ στὸν καθένα ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους (θεολογοῦντες) κατὰ πολλοὺς βέβαια τρόπους ἀλλὰ ὄχι σὲ ὅλα τα ζητήματα· διότι ποιὸς θὰ μποροῦσε, ὅπως ὁ ἴδιος, νὰ ἐντοπισθεῖ ἀπὸ ὅλους, καθὼς ἀναφέρει γενικῶς γιὰ τὸ ἴδιο ζήτημα ὅλες τὶς ἐκδοχὲς καὶ ἀκόμη τὶς ἀντίθετες;