Στὰ ἐνταλτήρια γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐφοδίαζε ἡ Ἐκκλησία τοὺς χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς,τὸ πρῶτο καθῆκον ποὺ τοὺς ὑπενθύμιζε ἦταν ἡ φύλαξη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
Διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Ἀρχιερωσύνης «τὰ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀμωμήτου πίστεως διαφυλάττεται γνωρίσματα καὶ ἀνόθευτον ταύτης ἐναστράπτει τῆς Ὀρθοδοξίας τὸ κάλλος». Καί«τὰ θεῖα καὶ ἀποστολικὰ θεσπίσματα, χερσὶν ὑπτίαις, εἰσδέχεσθαι καὶ ὡς θεοχαράκτους πλάκας ταῦτα τιμᾶν καὶ φυλάττειν».[1]
Καὶ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου –παρατηρεῖ ὁ Ζωναρᾶς στὴν ἑρμηνεία τοῦ ΝΗ΄ Ἀποστολικοῦ Κανόνα– πρέπει νὰ εἶναι μία διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ πνευματικοῦ χρέους τοῦ ἐπισκόπου ἀπέναντι στὸν λαό. Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ὁ φρουρός, ποὺ ἀπὸ ὑψηλὸ μέρος ἐπισκοπεῖ, μηπως ἀντιληφθεῖ ἔγκαιρα κάποια ἐχθρικὴ ἐνέργεια. Ἀλλοίμονο ἐὰν ὁ Ἐπίσκοπος κοιμηθεῖ. Ἡ πόλη θὰ καταστραφεῖ ἐξ αἰτίας του. Πρὸς αὐτὸν ἀπευθύνεται ἡ φωνὴ τοῦ Ἰεζεκιήλ: «Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν τέθεικά σε τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ καὶ τῷ οἴκῳ Ἰούδα· εἰ μὴ διαστείλῃ, μηδὲ λαλήσῃς ἀποθανεῖται ὁ ἄνομος ἐν τῇ ἀνομίᾳ αὐτοῦ καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω».[2]
Ὅταν ὁ ὕπαρχος τοῦ αὐτοκράτορα Οὐάλεντα (304-378), ὁ Μόδεστος, πίεζε τοὺς Ἐπισκόπους νὰ ὑπογράψουν ὑπὲρ τοῦ ἀρειανισμοῦ, ὁ Μ. Βασίλειος ἀπτόητος ἀπὸ τὶς ἀπειλὲς γιὰ δήμευση τῆς περιουσίας του, ἐξορία καὶ θανατικὴ καταδίκη, ἀρνοῦνταν. Ὁ Μόδεστος ἐξοργισμένος τοῦ εἶπε ὅτι κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν τοῦ μίλησε ἔτσι. Καὶ ὁ Μ. Βασίλειος ἀπάντησε: «Φαίνεται ὅτι δὲν συνάντησες πραγματικὸ Ἐπίσκοπο». Τέτοιοι ἦταν οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς θὰ εἶναι ὅμως οἱ Κληρικοὶ καὶ Μοναχοὶ τῶν ἐσχάτων χρόνων; Τί λένε οἱ Ἅγιοί μας;
Ὁ ἅγιος Ἱππόλυτος
«Οἱ ποιμένες ὡς λύκοι γενήσονται. Οἱ Ἱερεῖς τὸ ψεῦδος ἀσπάσονται. Οἱ Μοναχοὶ τὰ τοῦ κόσμου ποθήσουσιν...».[3]
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός
«Οἱ κληρικοὶ θὰ γίνουν οἱ χειρότεροι καὶ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων»[4]
Ὁ ἅγιος Νεῖλος ὁ Ἁγιορείτης
«Ὅταν πλησιάσῃ ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου θὰ σκοτισθῇ ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ πάθη τῆς σαρκὸς καὶ θὰ πληθυνθῇ σφόδρα ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ ἀνομία... Οἱ ποιμένες τῶν Χριστιανῶν Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς θὰ εἶναι ἄνδρες κενόδοξοι, μὴ γνωρίζοντες παντελῶς τὴν δεξιὰν ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἀριστεράν... Αἱ Ἐκκλησίαι δὲ τοῦ Θεοῦ θὰ στερηθοῦν εὐλαβῶν καὶ εὐσεβῶν Ποιμένων καὶ ἀλλοίμονον τότε εἰς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ εὑρισκομένους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι θὰ στερηθοῦν τελείως τὴν πίστιν, διότι δὲν θὰ βλέπουν ἀπὸ κανένα φῶς ἐπιγνώσεως...».[5]

