Η μονή του Γκλινσκ πριν το 1917
Ἢ μονὴ τοῦ Γκλὶνσκ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν 16ο αἰώνα στὸ ὁμώνυμο δάσος, στὶς ὄχθες τὸν πόταμου Ὀμπεστ, ἀλλὰ κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ἑκατονταετηρίδες τῆς ζωῆς της δὲν ἐγνώρισε ἰδιαίτερη ἄνθιση. Τὸ 1817 ὅμως ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς ὃ ὀνομαστὸς σταρετς Φιλάρετος 3 (Ντανιλέφσκυ, 1777-1841), γαλουχημένος πνευματικὰ ἀπὸ τὸν ἀρχιμανδρίτη Θεοδόσιο (1Ί802)1 τῆς μονῆς τοῦ Σωφρόνιεφ, μαθητῆ τοῦ μεγάλου ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκοφσκυ (1722-1794). Κάτω ἀπὸ τὴν σοφὴ καὶ θεοφιλῆ διαποίμανσι τοῦ σταρετς Φιλάρετου, ἢ ἀδελφότης σύντομα αὐξήθηκε ἀριθμητικά, καλλιεργήθηκε πνευματικὰ καὶ ἀνέδειξε σημαντικὲς ἀσκητικὲς προσωπικότητες.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ (31-3-1841) οἳ ἀδελφοὶ ἐπέλεξαν ὡς ὑποψηφίους διαδόχους του τὸν π. Πορφύριο, πνευματικό, καὶ τὸν π. Θεοδόσιο, προϊστάμενο τῆς μονῆς. Κατὰ θεία οἰκονομία ὅμως ὃ τοπικὸς ἐπίσκοπος ὤρισε ὡς ἡγούμενο τὸν κτήτορα τῆς μονῆς Κοτμίζσκυ γέροντα Εὐστράτιο, ποῦ ἐγκαταβίωνε στὸ Γκλὶνσκ ἀπὸ τὸ 1820. Ἔτσι πραγματοποιήθηκε καὶ μία σχετικὴ πρόρρησης τοῦ σταρετς Φιλάρετου.
