Γιῶργος Σαραντάρης, ὁ λησμονημένος ποιητής καί πολεμιστής τοῦ 1940Γράφει η Εὐδοξία Αὐγουστίνου , Φιλόλογος - Θεολόγος«Δέν ἔχω γνωρίσει, θά ᾽θελα νά τό διακηρύξω, μορφή πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἁγνότερη ἀπό τή δική του. Ἄπραγος, ἀδέξιος, ἀνίκανος γιά ὁτιδήποτε πρακτικό, ζοῦσε μέ τό τίποτε, καί δέν τοῦ χρειαζότανε τίποτε ἄλλο ἔξω ἀπό τήν Ποίηση… Ἔτσι ὅμως εἶχε φτάσει ὥς τό σημεῖο νά μπορεῖ νά ὑψώνει τά μεγάλα του ἀσθενικά μάτια ὥς τίς πλατωνικές Οὐσίες». Ὀδυσσέας ἘλύτηςὉ θαυμασμός τοῦ νομπελίστα ποιητῆ μας εἶναι γιά τόν Γιῶργο Σαραντάρη, τόν μεγάλο ποιητή καί στοχαστή τῆς γενιᾶς τοῦ 1930. Πολέμησε ἡρωικά στήν πρώτη γραμμή τοῦ πολέμου τό 1940, ἀλλά δέν ἔπεσε νεκρός ἐκεῖ, ὅπως ὁ συνταγματάρχης Δαβάκης, ὁ ὑπολοχαγός Διάκος καί ἑκατοντάδες ὑπαξιωματικοί καί στρατιῶτες. Τό ἰσχνό καί ἀσθενικό σῶμα του -ζύγιζε μόνο λίγες δεκάδες ὀκάδες- ὑπέφερε ἀγόγγυστα τίς κακουχίες, ἀρρώστησε ἀπό αὐτές καί πέθανε σέ νοσοκομεῖο τῆς Ἀθήνας σέ ἡλικία 33 ἐτῶν.
“… Αλησµόνητη θά µας µείνη σ’ όλη ίσως τήν ζωή, η ψυχική µας ανάταση κατά τά Χριστούγεννα. Καθισµένοι σκυφτοί µέσα σ’ έναν αχυρώνα σκοτεινό, ενώ έξω τό σκοτάδι µέ τήν χιονοθύελλα αγριεύουν περισσότερο τήν νύχτα – µία σκέψη κυριαρχεί στίς χριστουγεννιάτικες αναµνήσεις µας. «Άχ! νάχαµε ένα Ευαγγέλιο, µία Συνέκδηµο σήµερα». Ξάφνου ένας συνάδελφος µπαίνει µέ µία «Νεολαία» στά χέρια, πού στό εξώφυλλό της έχει τήν εικόνα τής Θεοµήτορος. Γιά πότε δηµιουργήθηκε τό εικόνισµα τού αχυρώνα µας σέ µία γωνιά του! Μπροστά στήν εικόνα, ένα καντήλι – από άδειο κουτί κονσέρβας, µέ λίγο λάδι καί µέ φιτίλι από βαµβάκι ατοµικού επιδέσµου – σκορπά τό απλό φώς του στόν σκοτεινό αχυρώνα µας καί ηµερεύει τό περιβάλλον του. Γαλήνεψε καί η ψυχή µας καί µία βαθειά ικανοποίησις ζωγραφίσθηκε στό πρόσωπό µας πού είναι πάντα στραµµένο πρός τό εικόνισµα γιά τήν επιτυχία µας – η ψυχή βρήκε στήν κατάλληλη στιγµή εκείνα πού ποθούσε – τήν θρησκευτική ανάταση – από τό σύµβολο. Μέ µιάς, άρχισαν τά χείλη µας νά ψάλλουν τούς γνωστούς µας θρησκευτικούς ύµνους γύρω στήν Γέννηση τού Σωτήρος καί µείναµε σύµφωνοι όλοι νά σηκωθούµε νά τούς ξαναψάλλουµε κατά τάς 3 µετά τά µεσάνυχτα.










