Ποῦ ἐκκλησιαζόμεθα;
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Εἶναι ἀρκετοὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἐπιλέγουν νὰ ἐκκλησιάζονται τακτικὰ σὲ κάποιο κοντινὸ μὲ τὴν ἐνορία τους μοναστήρι. Συνδέονται μὲ τοὺς μοναχοὺς καὶ νιώθουν μία πνευματικὴ ἄνεση κάθε φορά ποὺ πηγαίνουν ἐκεῖ. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς οἱ ἱερεῖς εἶναι πολυάσχολοι καὶ ἐξωστρεφεῖς καὶ δὲν ὑπάρχει χρόνος ἐπικοινωνίας μαζί τους μετὰ τὸν ἐκκλησιασμό.
Ἐπίσης οἱ ἀκολουθίες καὶ ἡ θεία Λειτουργία συχνὰ δὲν τελοῦνται μὲ κατανυκτικὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους ἐμφανίζονται στὸν ἐνοριακὸ ναὸ ἀπὸ κάποια κοινωνικὴ ὑποχρέωση καὶ ἀγνοοῦν καὶ τὰ στοιχειώδη τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ καταστρέφουν τὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα μὲ τὶς κοσμικὲς συνήθειες καὶ ἀπαιτήσεις τους. Μερικὲς φορὲς ἀπωθεῖ τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς καὶ τὸ πρόχειρο καὶ χωρὶς πνευματικὸ περιεχόμενο κήρυγμα ἀπὸ μὴ δόκιμους ἱερεῖς.
Δὲν ἔχουν ὑπομονὴ νὰ ἀκοῦν τὴν ἀπερίσκεπτη καὶ ἀδιάκριτη πολυλογία τους. Δυστυχῶς, πολλοὶ κληρικοὶ ὅταν βγαίνουν στὴν ὡραία πύλη ἢ ἀνεβαίνουν στὸν ἄμβωνα, ἔχουν τὴν βεβαιότητα ὅτι μποροῦν νὰ μιλήσουν γιὰ κάθε θέμα, ἐνῷ εἶναι ἀκατάλληλοι καὶ ἀνήμποροι. Τὸ ἴδιο παρατηροῦμε καὶ ὅταν μιλοῦν μερικοὶ λαμπροφορεμένοι μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι «ντὲ καὶ καλὰ» πρέπει νὰ μιλήσουν χωρὶς θέμα, παντελῶς ἀπροετοίμαστοι. Λένε τετριμμένα ἢ σχολιάζουν τὴν πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ πραγματικότητα καὶ συμβουλεύουν τοὺς ἐκκλησιαζόμενους ἀναλόγως, χωρὶς φυσικὰ νὰ καλύπτουν τὶς πνευματικές τους ἀνάγκες ἢ νὰ τοὺς παρηγοροῦν στὰ προβλήματα καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουν. Ἔχουν καὶ τὴν πρόσθετη «ἀρετὴ» νὰ μὴ τελειώνουν ποτέ! Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς οἱ πιστοὶ ποὺ πηγαίνουν στὸ ναό, ἂν πληροφορηθοῦν τὴν παρουσία τοῦ δεσπότη, ἀλλάζουν πορεία καὶ πηγαίνουν στὸν ἑπόμενο ναό. Ἔτσι κάπως ἐξηγεῖται καὶ τὸ φαινόμενο οἱ μητροπολιτικοί ναοὶ νὰ μὴ ἔχουν ἐκκλησίασμα.