
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ ΠΟΥ ΤΗΝ ΤΡΩΝΕ
(ΠΕΡΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ)
ΕΙΔΩΝ – ΕΙΔΩΝ σκουλήκια κατατρώνε την καημένη την Ελλάδα, τη γέρικη Κιβωτό που μέσα της κατάφυγε η αλήθεια του Χριστού και γλύτωσε από τον κατακλυσμό. Μέσα σε κείνη την άλλη, την παλιά την Κιβωτό, κλείστηκε ο Νώε κ’ οι λιγοστοί δίκαιοι και γλυτώσανε από το πνίξιμο, μέσα σε τούτη τη νέα Ελληνική Κιβωτό γλυτώσανε οι χριστιανοί οι αληθινοί, έχοντας μαζί τους τα σύμβολα της αρχαίας λατρείας του Χριστού, που βαστά ανάλλαχτη από τον καιρό των Αποστόλων ίσαμε σήμερα. Και κλειδοκράτορας στάθηκε η ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία μας, «η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».
Το πνεύμα του Χριστού διατηρήθηκε αχάλαστο, απλό και βαθύ, πονεμένο και γεμάτο ελπίδα, ταπεινό με εγκαρτέρηση, μ’ εκείνο το μυστικό φέγγος που δεν υπάρχει σε άλλο τίποτα, παρεκτός μόνο στο Ευαγγέλιο. Μοναχά η Ορθοδοξία βάσταξε σαν ακριβό θησαυρό την αρχαία παράδοση, δίχως να ξεφύγει καθόλου από το πνεύμα του Χριστού. Αυτό το πνεύμα δεν το νοιώθει κανένας με το μυαλό, αλλά με την καρδιά. Όποιος γνώρισε αληθινά την ειρήνη του Χριστού και την πνευματική ευωδία του, νοιώθει καθαρά πως μονάχα το πνεύμα της Ορθοδοξίας έχει ανταπόκριση με το πνεύμα του Χριστού και του Ευαγγελίου, καθώς και όσα βγήκανε από την Ορθοδοξία.
Οι αγιασμένες τέχνες της εκφράσανε σωστά κι’ αληθινά το πνεύμα που είναι κλεισμένο μέσα στο άγιο Ευαγγέλιο, χωρίς να το παραμορφώσουνε, όπως έγινε αλλού, που το πήρανε για ένα βιβλίο σαν τ’ άλλα βιβλία και το εικονογραφήσανε οι ζωγράφοι και το τραγουδήσανε οι ποιητές κ’ οι μουσικοί, κάνοντας έργα βγαλμένα από την επιδεξιοσύνη και τη φαντασία των ανθρώπων, αλλά όχι από την ευσέβεια και από τα δάκρυα της κατάνυξης, όπως γίνηκε στους τεχνίτες της Ορθοδοξίας.
Οι ζωγράφοι και οι μουσικοί της Δύσης δε φτιάξανε έργα άγια κι αποκαλυπτικά, αλλά σαρκικά και επιδεικτικά, αταίριαστα με το πνεύμα του Χριστού. Ο χαρακτήρας αυτών των έργων είναι ειδωλολατρικός, επειδή αυτοί που τα φτιάξανε δεν είχανε ντυθεί την πύρινη στολή της πίστεως και δεν είχανε μπει μέσα από το Καταπέτασμα του Ναού: «ου χρησιμεύει γαρ εις εκείνην την πόλιν των άγιων νεκρά ψυχή, μη φέρουσα φωτεινόν και θεϊκόν πνεύμα» (Άγιος Μακάριος Αιγύπτιος). Ο χαρακτήρας του Ευαγγελίου αποτυπώθηκε πιστά στα έργα της Ορθοδόξου Αγιογραφίας, της υμνωδίας και της μουσικής που έκανε το Βυζάντιο. Η καρδιά θερμαίνεται από το θησαύρισμα του Ευαγγελίου με κάποια θέρμη πνευματική που δεν μοιάζει με τίποτ’ άλλο.
Αυτή τη θέρμη λοιπόν κι αυτή τη μυστική ειρήνη τη νοιώθει ο χριστιανός να βγαίνει από τις άγιες εικόνες μας, από την υμνωδία κι από την ψαλμωδία της εκκλησίας μας. Αυτή η τέχνη είναι ειρηνόχυτη, γιατί έχει μέσα της την ειρήνη που δίνει ο Χριστός. Η άλλη η τέχνη είναι ένα ψεύτικο πράγμα, όπως ψεύτικο είδωλο είναι κι ο Χριστός που υμνούνε οι τεχνίτες που τον κάνανε. Η καρδιά του πονηρού ανθρώπου, ακόμα και το πιο θεϊκό πράγμα, θέλω να πω τη θρησκεία του Χριστού, μπόρεσε να το κάνει κάποιο πράγμα αντιπνευματικό και σαρκικό, και μάλιστα έφθασε σε τέτοια ανοησία, ώστε να λέγει πως το τελειοποίησε.

