
Περίπου το 1905.
Μόλις έφυγαν οι Αιγινήτες, χτύπησε διακριτικά την πόρτα και βρέθηκε σιμά του ένας νέος ρασοφορεμένος μαθητής. Ήταν μάλλον μικρός στο ανάστημα, αδύνατος, με κατάμαυρα μακριά μαλλιά και γένια. Τα μεγάλα του μάτια τόξευαν πίστη, αγνότητα, καλοσύνη. Καθώς σήκωσε το πρόσωπό του από τα χαρτιά και τα χειρόγραφα, ευθύς αναγνώρισε τον Ιεροδιάκονο Γερβάσιο Παρασκευόπουλο, που ήταν εξαίρετος στα μαθήματα και θα΄παιρνε φέτος το απολυτήριό του με άριστα. Επειδή τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, του είχε δώσει το δικαίωμα «ελευθέρας εισόδου» στο γραφείο του.
-Τι συμβαίνει, Ιεροδιάκονε, σιγορώτησε.
-Άγιε Διευθυντά, αποκρίθηκε, και άλλη μια φορά σας απασχόλησα με κείνο το νέο παιχνίδι…
-Ποίον; Δεν ενθυμούμαι…
-Πρόκειται για το παιχνίδι της…της, πώς να την ονομάσω, της λαστιχοπέτσινης σφαίρας, το φουτ-μπολ, όπως συνηθίζουν και το λέγουν, το…..ποδόσφαιρο.
-Τι δηλαδή γίνεται με αυτό;
-Όπως φαίνεται, είναι ένα παιχνίδι ομαδικής προσπαθείας, με δυο αντιθέτους ομίλους. Οι μαθηταί πολύ το αγαπούν, συναρπάζονται, ψυχαγωγούνται, όπως καταλαμβάνω.

