Ὁ π. Βασίλειος Βολουδάκης μηρυκάζει τίς παραποιήσεις καί τίς πλάνες του.
Ἀγαπητός ἀδελφός μᾶς ἀπέστειλε ἀποσπάσματα ἀπό δύο πρόσφατες ὁμιλίες τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη (στό ἑξῆς: π. Β.). Μέ ἔκπληξιν, ἀλλά καί βαθύτατη θλίψιν, ἀκούσαμε τόν π. Β. νά ἀναμασᾶ ὅσα πεπλανημένα, ἀλλά καί ψευδῆ καί ἀνυπόστατα, ἤδη ἀπό τοῦ 1986 καί κατά διαστήματα ἔχει γράψει, μέ διάφορες παραλλαγές καί ἀντιφάσεις, σχετικῶς μέ τό 666, τίς ταυτότητες, τό χάραγμα, τόν Ἅγιο Παΐσιο, τήν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας, κ.λπ., καί διά τά ὁποῖα ἔχει δεχθεῖ πληθώρα ἀναιρέσεων.
Τό φαιδρόν δέ -ἤ μᾶλλον ἀξιοθρήνητον- εἶναι ὅτι ἔχει τό κουράγιο νά καυχᾶται ἀνερυθρίαστα ὅτι οὐδείς ἐτόλμησε νά ἀναιρέσει τίς «θεολογικές» του θέσεις! Κατόπιν παροτρύνσεως ἀδελφῶν καί διά νά μήν μένη τό ψεῦδος καί ἡ πλάνη ἀναπάντητη καί ἐπηρεάζει τούς ἁπλοϊκούς, ἀλλά καί τούς ἀγνοοῦντας τήν προϊστορίαν τῆς ὑποθέσεως, θεωρήσαμε χρέος μας νά ἀναφερθοῦμε δι’ ὀλίγων στήν προϊστορίαν αὐτήν, καί, ἐν συνεχείᾳ, νά ἀνασκευάσωμε μερικά ἀπό τά ἀναρίθμητα μαργαριτάρια ἐκ τῶν δύο προσφάτων ὁμιλιῶν του. Ἐφ’ ὅσον δέ ὁ π. Β. ἐπιμένει εἰλικρινῶς νά ἐπιθυμῆ ἐκτενεστέραν ἀπάντησιν, εἴμεθα πρόθυμοι χάριν τῆς ἀληθείας –παρά τήν ἔλλειψιν τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πού ἀντιμετωπίζομε- νά τοῦ ἀπαντήσωμε ἀναλυτικώτερον.
Α’. Ἡ προϊστορία τῆς ὑποθέσεως.
Ὁ π. Β. διά πρώτην φοράν, καθ’ ὅσον γνωρίζομε, κατά τά τέλη τοῦ 1986 δημοσίευσε κείμενον στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο», σχετικά μέ τόν δυσώνυμο ἀριθμό 666, μέ θέσεις ἐφησυχαστικές, σοφιστικές καί πάντως ἀντίθετες ἀπό τήν Ἁγίαν Γραφήν καί τήν παράδοσιν τῶν Ἁγίων Πατέρων μας.
Πέραν τῆς συγχύσεως μεταξύ τῆς χρήσεως τοῦ 666 ὡς συμβόλου καί τῆς χρήσεώς του ὡς ἁπλοῦ αὔξοντος ἀριθμοῦ, πού φυσικά ἡ δευτέρα εἶναι ἀθώα, τό φοβερώτερον ὅλων εἶναι ἡ ἐν τῷ τέλει τοῦ κειμένου του κυριολεκτικῶς «ἀνάποδη» ἀνάγνωσις ἀποσπάσματος τοῦ Ἁγίου Εἰρηναίου, καί ἡ ἐξαγωγή ἐξ αὐτῆς τῶν διαμετρικῶς ἀντιθέτων ἐξ ὅσων ὁ Ἅγιος προτρέπει.
Ἀκολούθησαν ἔντονες διαμαρτυρίες καί ἀποδοκιμασίες δι’ ἐπιστολῶν ἀπό τούς πιστούς, πού ἀνάγκασαν τόν π.Β. νά ἀπαντήση στίς ἀρχές τοῦ 1987 μέ δύο δημοσιεύματα, στά ὁποῖα προσπαθώντας νά δικαιολογηθῆ, συγχέει περισσότερον τά πράγματα καί ἀναδεικνύει μεγαλυτέρα τήν πλάνη του. Κατ’ ἀρχάς, συγχέοντας μεταξύ ἀριθμήσεως ὡς ἐννοίας καί ὡς γραφῆς, κατηγορεῖ τούς ἀντιδρῶντας στό 666 ὅτι δῆθεν χρησιμοποιοῦν ἀποκλειστικά τήν ἀραβικήν ἀρίθμησιν! Στήν πραγματικότητα, ὅμως, ἡ ἀρίθμησις ὡς ἔννοια εἶναι μία· λ.χ.: στό ἐν λόγῳ χωρίον τῆς Ἀποκαλύψεως: «ἑξακόσια ἑξήκοντα ἕξ», εἴτε αὐτή γραφεῖ στά ἀραβικά (666), εἴτε στά ἑλληνικά (χξϚ’) εἴτε στά λατινικά (DCLXVI) κ.λπ. Ἐξ ἄλλου δέν ἀσχολούμεθα μέ τό εἶδος τῆς γραφῆς, καθόσον πᾶσα γραφή εἶναι ἀπορριπτέα· καί, ἐν προκειμένῳ, οἱ ἀντιδρῶντες δέν ὁμιλοῦν γιά καμμίαν ἀπό τίς γραφές, πού ὁ π. Β. ἀναφέρει, ἀλλά διά τήν γραφήν τοῦ γραμμωτοῦ κώδικα.
Στήν συνέχεια, διά νά ὑποστηρίξει ὅτι τό 666 δέν εἶναι δαιμονικό σύμβολον, ἰσχυρίζεται ὅτι «τό σύμβολο ἔχει πάντοτε ὡρισμένο σχῆμα» (τά bold εἶναι τοῦ π.Β.). Τό φαιδρόν ἐν προκειμένῳ εἶναι ὅτι, ὅταν ὁ π.Β. δημοσίευσε ἀργότερα στόν Ο.Τ. φωτοτυπίαν τοῦ χειρογράφου τοῦ ἀνωτέρω κειμένου, ἡ ὁποία, ὡς ἰσχυρίζετο, ἦταν ἐλεγμένη καί διορθωμένη ἀπό τόν μακαριστό π. Ἐπιφάνιον Θεοδωρόπουλον, στήν ἐν λόγῳ φράσιν ἀντί τοῦ «πάντοτε» ὑπῆρχε «συνήθως»!!!