«Τά τῆς Χάριτος ρεῖθρα»
Καθ᾽
ὅλη τὴν χαρμόσυνη περίοδο τῶν πενήντα ἡμερῶν τοῦ «Τριωδίου τῶν ἀνθέων»
(Πεντηκοσταρίου), τὴν ἀναστάσιμη υμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας διατρέχει τὸ ὑγρὸ
στοιχεῖο.
Σύμπτωση
ἢ ἐπιδίωξη; Τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐποχὴ τὰ χιόνια στὰ βουνὰ λιώνουν καὶ οἱ πηγὲς ἀναβλύζουν
ἄφθονα νερά. Ἡ κτίση ὅλη ἀρδεύεται πλουσιοπάροχα καὶ σφύζει ἀπὸ θαλερότητα καὶ
ζωή. Χλοερὸς τάπητας καλύπτει τὴν γῆ, ἀνθῶνες ἀνατέλλουν καὶ δένδρα εὐσκιόφυλλα
χαρίζουν ἄνεση, ἀνακούφιση, ἀναψυχή. Ποτάμια καὶ χείμαρροι ποτίζουν τὸ
πρόσωπο τῆς γῆς, τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νὰ ὑμνολογήσσυμε τὴν Ὑπεραγία
Θεοτόκο ὡς τὴν Ζωοδόχο Πηγὴ (Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου), καὶ στὶς μετέπειτα
Κυριακὲς νὰ ἐνθυμηθοῦμε τὴν κολυμβήθρα στὴν Προβατικὴ πύλη τῶν Ἱεροσολύμων
(Παραλύτου), τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ καὶ τὸ «ὕδωρ τὸ ἀλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον»
(Σαμαρείτιδος, Ἰω. δ´ 14), τὴν πηγὴ τοῦ Σιλωὰμ (Τυφλοῦ).
Ἐπίσης τὴν Τετάρτη τῆς
Μεσοπεντηκοστῆς στὸ ἀπολυτίκιο ψάλλουμε «διψῶσάν μου τὴν ψυχὴν εὐσεβείας
πότισον νάματα», ἐνῶ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς ἀκοῦμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου
«ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ
γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσoυσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ´ 37-38).
«Ποταμοὶ
…. ὕδατος ζῶντος», ἐνῶ ἡ κτίση ἔχει μεθύσει ὅλη ἀπὸ τὴν ποτιστικὴ καὶ ἀναζωογονητικὴ
ἐνέργεια τῶν ποταμίων ὑδάτων.
Ἆραγε
σύμπτωση;