ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ
Το Προσκύνημα στο Φρέαρ του Ιακώβ στη Νεάπολη (Ναπλούς), έλαχε να είναι από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ο τελευταίος διορισμός του πατρός Φιλουμένου, αυτού του άκακου και αγαθού πατρός από την Κύπρο.
Ο μακαρίτης ο πατήρ Φιλούμενος μάς έλεγε, ότι κάθε Παρασκευή πολλοί από τους μισαλλόδοξους και τους φανατικούς Εβραίους πήγαιναν για να προσευχηθούν στο Φρέαρ του Ιακώβ. Συνέχεια του έλεγαν επιτακτικά, να σηκώσει όλες τις εικόνες και τον Εσταυρωμένο ακόμα και να τις πάρει και να φύγει, διότι το Φρέαρ είναι δικό τους και όχι των Χριστιανών. Ει δ’ άλλως, θα το μετανιώσει και θα είναι αργά!…
Από τον καιρό που πήγε εκεί όλο και τον φοβέριζαν. Αυτός όμως ήξερε τα εβραϊκά και τους αποστόμωνε. Δεν ειδοποίησε ποτέ την Αστυνομία να το έχει κι αυτή κάπως υπ’ όψιν της και ούτε το φανταζόταν ότι θα τον σκότωναν. Την Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 1979 (29 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) είχε μεγάλη βροχή, αστραπές, βροντές, χαλασμός Κυρίου όλη τη μέρα.
Βρήκαν ευκαιρία, που δεν υπήρχε κανένας, λόγω της κακοκαιρίας, πήγαν και τον σκότωσαν μέσα στο Φρέαρ του Ιακώβ, μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου, όπως έκαμαν και στον προφήτη Ζαχαρία, τον πατέρα του Τιμίου Προδρόμου. Την ώρα που έκανε εσπερινό, εκείνη την ώρα όρμησαν. Κύριος οίδε πόσοι ήταν και τον σκότωσαν με το τσεκούρι στα μούτρα και στο δεξί χέρι, κόβοντας τα δάκτυλά του. Επίσης, η σιαγόνα του και το ένα μάτι του βγαλμένο και το άλλο κτυπημένο.
Το πώς μπήκαν μέσα στο μοναστήρι. Κύριος οίδε, διότι ο φύλακας είχε φύγει από τις 4.00 το απόγευμα και έκλεισε το μοναστήρι. Ο φόνος έγινε μετά τις 5.00 μ.μ.. Το πρωί πηγαίνει ο φύλακας στις 7.00 π.μ., φωνάζει: «Πάτερ Φιλούμενε!». Στο δωμάτιό του, δεν τον βρίσκει. Πηγαίνει στην εκκλησία και τον βλέπει σκοτωμένο, μέσα στα αίματα. Αμέσως ειδοποίησε την Αστυνομία και η Αστυνομία το Πατριαρχείο.