Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Ἡ ἀποϊεροποίηση τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἡ μεταβολὴ τοὺς σὲ κοινοὺς τόπους μέσῳ τῆς χρήσης τους γιὰ σκοποὺς ξένους πρός τὴν Θεία Λατρεία-Ἡ στάση τῶν πιστῶν ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν

 Ἡ ἀποϊεροποίηση τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ ἡ μεταβολὴ τοὺς σὲ κοινοὺς τόπους μέσῳ τῆς χρήσης τους γιὰ σκοποὺς ξένους πρός   τὴν Θεία Λατρεία-Ἡ στάση τῶν πιστῶν ἐντὸς τῶν Ἱερῶν Ναῶν 

*Φλώρου Κωνσταντίνα

Περίληψη: 
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται το ζήτημα της χρήσης των Ιερών Ναών για διαφορετικούς, από την Θεία Λατρεία, σκοπούς, όπως για παράδειγμα για την πραγματοποίηση συναυλιών και χορωδιών με συνοδεία μουσικών οργάνων, ή και άλλων κοσμικών εκδηλώσεων. Οι Ιεροί Ναοί, ωστόσο, έχουν στην Ορθόδοξη Παράδοση συγκεκριμένη θέση. Δεν αποτελούν κοινά οικοδομήματα, κοινούς οίκους, αλλά είναι τόποι ιεροί, αφιερωμένοι στον Άγιο Τριαδικό Θεό και αποκλειστική χρήση τους είναι η Θεία Λατρεία, η εξύμνηση του Αγίου Τριαδικού Θεού, η προσευχή και η τέλεση των Ιερών Μυστηρίων. Δεν αποτελούν, επίσης, τόπους μετάδοσης ασθενειών. Γίνεται λόγος και για λοιπές αταξίες (π.χ. απρεπής ενδυμασία, βαψίματα στα πρόσωπα) που λαμβάνουν χώρα εντός των Ιερών Ναών και οι οποίες συμβάλλουν κι αυτές στην απαξίωση της ιερότητας του χώρου.

Διάγραμμα

Ι. Εισαγωγή

ΙΙ. Η ιερότητα του ναού και όσων περιέχονται σε αυτόν, η ψαλμωδία και τα μουσικά όργανα κατά την Ορθόδοξη Παράδοση

α. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

β. Οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι και οι Ιεροί Κανόνες

γ. Τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας

δ. Η Θεία Λατρεία – Ύμνοι, ψαλμοί και τροπάρια

ε. Το παράδειγμα και η διδασκαλία των Αγίων


III. Ενδεικτικά παραδείγματα αποϊεροποίησης/βεβήλωσης των Ιερών Ναών και απαξίωσης της ιερότητας του χώρου

α. Συναυλίες με μουσικά όργανα - Κοσμικές εκδηλώσεις

β. Γυναίκες στο ψαλτήρι/αναλόγιο

γ. Άσεμνη ενδυμασία – Βαψίματα στο πρόσωπο

δ. Χρήση μασκών – Θεία μετάληψη με πολλά κουταλάκια

ε. Λοιπές αταξίες και προσβολές της ιερότητας του χώρου (π.χ. προβολή προσώπων με βαθιά αντιεκκλησιαστικό φρόνημα, αταξία κατά την θεία μετάληψη, χρήση κινητών, ομιλίες)

IV. Συμπεράσματα – Επίλογος

Ι. Εισαγωγή

Η μετατροπή των Ιερών Ναών σε τόπους όπου λαμβάνουν χώρα εκδηλώσεις κοσμικού χαρακτήρα, διάφορα πολιτιστικά δρώμενα και γενικώς κοινωνικές συναθροίσεις αλλότριες προς τη Θεία Λατρεία, αποτελεί όχι απλώς αντικανονική, με βάση την Ιερά μας Παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες, ενέργεια, αλλά αποϊεροποίηση και βεβήλωση των Ιερών Ναών. Αιτία της εν λόγω απαράδεκτης πρακτικής είναι τόσο η σε μεγάλο βαθμό επικράτηση του κοσμικού φρονήματος μεταξύ των πιστών, όσο και η διείσδυση εντός της Ορθοδοξίας, της δυτικής-παπικής εκκλησιολογίας. Με άλλα λόγια, τέτοιου είδους κοσμικές εκδηλώσεις σε ναούς είναι μέρος της παράδοσης της αιρετικής Δύσεως, του παπισμού και του προτεσταντισμού, ενώ αντίθετα είναι παντελώς ξένες προς την Ορθοδοξία.

Το πνεύμα του κόσμου ισοπεδώνει κάθε ευλάβεια προς τον Άγιο Τριαδικό Θεό και αποϊεροποιεί κάθε τι το άγιο και σεπτό, υποβιβάζοντας το άγιο και το ιερό σε κοσμικό ή καλλιτεχνικό/πολιτιστικό ή σε πράγμα κοινής χρήσης. Συνεπεία του πνεύματος αυτού, παρατηρείται όλο και συχνότερα, η σταδιακή μετατροπή των Ιερών μας Ναών σε κοινούς τόπους, η χρήση τους δηλαδή για σκοπούς παντελώς ξένους προς την Θεία Λατρεία, όπως για παράδειγμα για την πραγματοποίηση συναυλιών και χορωδιών με συνοδεία μουσικών οργάνων. Η Ορθόδοξη Εκκλησιαστική Παράδοση, ωστόσο, διαχρονικά μας διδάσκει, ότι αποκλειστική χρήση των Ιερών Ναών είναι η Θεία Λατρεία, η προσευχή, η εξύμνηση του Θεού και η τέλεση των ιερών Μυστηρίων και καταδικάζει με βαρύτατα επιτίμια εκείνους που τους χρησιμοποιούν για οτιδήποτε άλλο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, επίσης, ποτέ δεν εισήγαγε στην Θεία Λατρεία μουσικά όργανα, αλλά μόνο την ψαλμωδία με την βοήθεια της ανθρώπινης φωνής και μάλιστα από χειροτονημένους άνδρες ψάλτες.

Η αποϊεροποίηση των Ιερών Ναών παρατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό την περίοδο του κορωνοϊού, όταν και μετατράπηκαν σε εμβολιαστικά κέντρα και αντιμετωπίστηκαν από Πολιτεία και Διοικούσα Εκκλησία ως τόποι μετάδοσης ασθενειών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν και νωρίτερα τέτοια φαινόμενα. Απλώς μετά από αυτήν την περίοδο, οι ανίερες αυτές πρακτικές, όπως συναυλίες κάθε είδους μουσικής, χρήση μουσικών οργάνων (π.χ. πιάνο, βιολοντσέλο κ.α.), γυναικείες ή μικτές χορωδίες, κοσμικές γιορτές και εκδηλώσεις μέχρι και ειδωλολατρικές τελετές κ.λπ., έχουν αυξηθεί σε πολλές Ι. Μητροπόλεις της πατρίδας μας. Επισημαίνεται ότι σε ορισμένα σημεία της παρούσας γίνεται δική μας έντονη υπογράμμιση (bold), προκειμένου να τονιστούν ιδιαίτερα τα σημεία αυτά.

ΙΙ. Η ιερότητα του ναού και όσων περιέχονται σε αυτόν, η ψαλμωδία και τα μουσικά όργανα κατά την Ορθόδοξη Παράδοση

Κάθε πιστός χριστιανός οφείλει να αποστρέφεται και να καταφρονεί οποιαδήποτε πράξη, συνήθεια ή ανθρώπινη παράδοση είναι αντίθετη με τις εντολές και τα λόγια του ίδιου του Θεού στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Οφείλει όμως να καταφρονεί και τις πράξεις που είναι αντίθετες στους Ιερούς Κανόνες των Αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και στους Κανόνες και στα θεία λόγια των θεοφόρων Πατέρων και Αγίων Διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Διότι οι αγίες Σύνοδοι και οι θείοι Πατέρες δεν μίλησαν με δικά τους λόγια, ούτε με πνεύμα κοσμικό, αλλά με τον φωτισμό και την χάρη του Αγίου Πνεύματος, συνεπώς τα λόγια τους είναι θεϊκές διδαχές και οδηγούν τους ανθρώπους στη σωτηρία της ψυχής και στην Βασιλεία των ουρανών[1].

Όπως επισημαίνει και ο μεγάλος θεολόγος του 20ου αι., Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτσ, η Ορθόδοξη Παράδοση είναι όλα όσα ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Ίδιος και δια του Αγίου Πνεύματος έδωσε εντολή να κρατούμε και κατ’ αυτά να ζούμε, πάν ό,τι παρέδωσε στην Εκκλησία Του, στην οποία κατοικεί διαρκώς ο Ίδιος με το Άγιον Πνεύμα Του. Όλα όσα παραδόθηκαν από τον Σωτήρα Χριστό και το Άγιο Πνεύμα στους Αποστόλους (είτε γραπτά είτε προφορικά) αποτελούν την αγία παράδοση, δηλαδή όλη τη διδασκαλία του Σωτήρα και όλες τις ζωοποιούς ενέργειες για την πραγμάτωση της διδασκαλίας αυτής στη ζωή των ανθρώπων[2].

Η Ορθόδοξη Παράδοση είναι η αδιάκοπη παρουσία του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας και αποτελείται από το σύνολο των θείων αληθειών και εντολών, των πνευματικών βιωμάτων και της λατρείας/μυστηρίων που μεταβιβάστηκαν από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, την Ιερά Ορθόδοξη Παράδοσή μας συνθέτουν:

v Η Αγία Γραφή, ήτοι τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της πίστης,

v Οι αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και οι Ιεροί Κανόνες που διατυπώνουν με ακρίβεια τα δόγματα της πίστεως και τις αλήθειες της Χριστιανικής διδασκαλίας,

v Τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, τα συγγράμματα δηλαδή των μεγάλων θεολόγων και αγίων που ερμηνεύουν ορθά την Αγία Γραφή και την πίστη,

v Η Θεία Λατρεία και τα Ιερά Μυστήρια, δηλαδή ο τρόπος τέλεσης των ακολουθιών (Θεία Λειτουργία), η βυζαντινή υμνογραφία, η αγιογραφία, η αρχιτεκτονική των ναών και γενικότερα η μυστηριακή ζωή και

v Οι Άγιοι και ο βίος τους, δηλαδή το παράδειγμα και η διδασκαλία των Αγίων και των Μαρτύρων της Εκκλησίας, η εκκλησιαστική εμπειρία όπως βιώνεται από την κοινότητα των πιστών στην καθημερινότητα.

Όπως κάθε ζήτημα απτόμενο της αγίας μας πίστης, έτσι και το ζήτημα της αποϊεροποίησης/βεβήλωσης των Ιερών Ναών και της μετατροπής τους σε κοσμικά κέντρα, μπορεί να ερευνηθεί μόνο υπό το φως της Ιεράς Παράδοσης. Η τελευταία, ήτοι η Ιερά μας Παράδοση, σαφώς απαγορεύει, όπως επιχειρείται να αναδειχθεί κατωτέρω, την χρήση των Ιερών Ναών για σκοπό αλλότριο προς τη Θεία Λατρεία, την προσευχή και την εξύμνηση του Αγίου Τριαδικού Θεού. Οι παραπομπές και οι τεκμηριώσεις είναι πραγματικά απεριόριστες, ωστόσο θα καταβληθεί προσπάθεια να παρουσιαστούν οι σπουδαιότερες από αυτές.

α. Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη)

Στην Παλαιά Διαθήκη, ο ίδιος ο Θεός, ο αποκεκαλυμμένος άσαρκος Λόγος, φάνηκε στον άνθρωπο σε συγκεκριμένους τόπους, επικυρώνοντας, έτσι, την αλήθεια ότι η θεία παρουσία συνδέεται όχι μόνο με σύμβολα αλλά και με συγκεκριμένους τόπους. Η χάρις του ναού υπήρχε και πριν από τον Μωσαϊκό νόμο. Ο Άβελ είχε θυσιαστήριο, όπου «ἐπεῖδεν ὁ Θεὸς ἐπί Ἄβελ καὶ ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ», δηλαδή ο Θεός είδε με ευμένεια τον Άβελ και τα δώρα του[3]. Είχε και ο Νώε θυσιαστήριο, όπου «ὠσφράνθη Κύριος ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας», το θυσιαστήριό του δηλαδή ήταν άγιο, μολονότι και άψυχο, και τα προσφερόμενα εκεί κρέατα, ως αφιερωμένα στον Θεό, ήταν άγια και ο Θεός εμφανίστηκε σε αυτά[4]. Έκανε και ο Αβραάμ ναό, δηλαδή θυσιαστήριο, όταν επρόκειτο να θυσιάσει τον υιό του, Ισαάκ, και είδε εκεί τον Θεό[5]. Ο Ιακώβ, ομοίως, καθαγίασε θυσιαστήριο, τοποθετώντας λίθους, και είδε εκεί τον Θεό[6]. Καθαρότερα, όμως, από όλους ο Μωυσής καθαγίασε θυσιαστήριο. Ο Θεός μίλησε στον Μωυσή στη φλεγόμενη και μη καιόμενη βάτο, διατάσσοντας τον, μάλιστα, να βγάλει τα σανδάλια του, διότι ο τόπος εκείνος ήταν τόπος άγιος και καθαρός[7]. Ο Θεός δίδαξε στον Μωυσή, πως θα κατασκευάσει τον οίκο της λατρείας Του, ήτοι τη Σκηνή του Μαρτυρίου, δίνοντας του μάλιστα λεπτομερέστατες οδηγίες, μέχρις σημείου, δηλαδή, να καθορίζει ο Θεός τόσο τις ακριβείς διαστάσεις (μήκος και πλάτος) όσο και το είδος των υλικών (π.χ. χρυσάφι, ασήμι, χαλκός, ξύλα, δέρματα, χρώματα και είδος νημάτων) που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή[8].

Αξίζει να σταθούμε λίγο στα χωρία της Γραφής, στο βιβλίο της Εξόδου, σχετικά με τη διαδικασία και τις εργασίες κατασκευής της σκηνής του Μαρτυρίου, με όλα όσα θα περιλαμβάνονταν μέσα σε αυτήν (δηλαδή τη Κιβωτό της Διαθήκης και την Τράπεζα της Προθέσεως των άρτων), καθότι από τις λεπτομερείς και συγκεκριμένες οδηγίες του Θεού για την εν λόγω κατασκευή και γενικά για την οργάνωση της θείας λατρείας του ισραηλιτικού λαού, μπορούμε να διαπιστώσουμε την αυστηρότητα του Θεού όσον αφορά στα ζητήματα της θείας λατρείας, ήδη από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, πολύ περισσότερο όμως στην εποχή της Καινής Διαθήκης, η οποία έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη δόξα. Άλλωστε, όλες οι θυσίες και οι τυπικές διατάξεις της Παλαιάς Διαθήκης προτύπωναν τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία, την οποία μας έφερε η θυσία του αίματός Του. Η Παλαιά Διαθήκη, όπως τονίζει και ο θείος Απόστολος, δεν προοριζόταν να έχει αιώνια και μόνιμη ισχύ, αλλά δόθηκε για λίγο καιρό ως ένα μέσο προπαρασκευαστικό, για να δεχθούν οι άνθρωποι την Καινή Διαθήκη[9].

Προς τον σκοπό, λοιπόν, της κατασκευής της σκηνής του Μαρτυρίου έπρεπε να προσφέρουν όλοι οι Ισραηλίτες. Άλλοι θα πρόσφεραν πολύτιμα υλικά, όπως χρυσάφι, ασήμι, πολύτιμες πέτρες, ξύλα και δέρματα, υφάσματα, και άλλοι χειρωνακτική εργασία και σωματικό κόπο. Όλοι τους θα βοηθούσαν με την καρδιά τους, εισφέροντας ο καθένας ό,τι πολυτιμότερο είχε. Ο Μωυσής δεν καθόριζε πόση θα ήταν η προσφορά σε είδος, αλλά άφηνε τον καθένα να το κανονίσει αυτό, ανάλογα με την διάθεση της καρδιάς του, κατά την προτροπή του Κυρίου «οἷς ἂν δόξῃ τῇ καρδίᾳ»[10] και «πᾶς ὁ καταδεχόμενος τῇ καρδίᾳ»[11]. Όσοι είχαν πλούτο, χρυσάφι, πολύτιμες πέτρες και άλλα και θέλοντας να δείξουν την επιθυμία τους να απολαμβάνουν την παρουσία του αληθινού Θεού μέσα στο ναό που τώρα θα κατασκεύαζαν, πήραν από τις γυναίκες τους ένα μέρος από τα πολύτιμα κοσμήματά τους και τα πρόσφεραν με την καρδιά τους για την κατασκευή του ναού. Άλλοι έφεραν βαρύτιμα υφάσματα ή υλικό πολύτιμο που μπορούσε να υφανθεί, άλλοι δέρματα κατεργασμένα μεγάλης αξίας, άλλοι πρόσφεραν σκληρά ξύλα, για να μην σαπίζουν. Οι άρχοντες και οι πρόκριτοι έφεραν τους λίθους της σμαράγδου και όλα τα πολύτιμα πετράδια για να φτιάξουν την επωμίδα και το λογείο του αρχιερέα, ενώ άλλοι έφεραν τα υλικά για τη χρίση του Ααρών και των παιδιών του και άλλοι το θυμίαμα που θα πρόσφεραν στη σκηνή.

Οι γυναίκες, πολλές εκ των οποίων ενδέχεται να ήταν φτωχές, πρόσφεραν την προσωπική τους εργασία, για παράδειγμα κάποιες έμπειρες γυναίκες έγνεθαν τα υλικά με τα οποία θα κατασκευάζονταν τα πολύτιμα υφάσματα, «τὴν ὑάκινθον καὶ τὴν πορφύραν καὶ τὸ κόκκινον καὶ τὴν βύσσον»[12], ενώ άλλες έγνεθαν τις τρίχες των γιδιών για να κατασκευάσουν τα εξωτερικά παραπετάσματα της σκηνής, «ἔνησαν τὰς τρίχας τὰς αἰγείας»[13]. Όλα τα παραπάνω πρόσφεραν οι Ισραηλίτες τηρώντας με προθυμία και ακρίβεια τις λεπτομερείς εντολές του Θεού σχετικά με την κατασκευή της σκηνής. Την ολοπρόθυμη αυτή προσφορά του Ισραήλ και το πολύτιμο υλικό έπρεπε να το χρησιμοποιήσουν και να το αξιοποιήσουν έμπειροι τεχνίτες, καθότι δεν ήταν όλοι κατάλληλοι για το στήσιμο της σκηνής. Για την εργασία, λοιπόν, αυτή ορίζονται από τον Μωυσή, ύστερα από διαταγή και εκλογή του Κυρίου, ο Βεσελεήλ από τη φυλή του Ιούδα και ο Ελιάβ από τη φυλή του Δαν[14]. Πρέπει εδώ να τονιστεί, ότι ο Κύριος καθορίζει μέχρι και ποιοι συγκεκριμένοι τεχνίτες θα εργαστούν προς το σκοπό του στησίματος της σκηνής, τους οποίους μάλιστα προίκισε με έκτακτο και εξαιρετικό χάρισμα (σοφία, επιδεξιότητα, αντιληπτική ικανότητα, τεχνική γνώση).

Επισημαίνεται ότι το πιο ιερό́ μέρος στη σκηνή́ ήταν τα Άγια των Αγίων. Στον χώρο αυτόν, που χωριζόταν με καταπέτασμα, σε κεντρικό́ σημείο του, υπήρχε η Κιβωτός της Διαθήκης περικαλυμμένη με χρυσό́. Μέσα στο περιχρυσωμένο αυτό́ κιβώτιο φυλασσόταν η χρυσή́ στάμνα - δοχείον, με το περίφημο εκείνο μάννα, που έτρεφε θαυματουργικά́ τους Ισραηλίτες στην έρημο επί σαράντα χρόνια[15]. Επίσης υπήρχαν μέσα στην στάμνα οι πλάκες της Διαθήκης, που παρέλαβε ο Μωυσής από τον Θεό στο όρος Σινά, στις οποίες ήταν χαραγμένες οι Εντολές του Θεού[16], καθώς και η ράβδος του Ααρών, που ενώ ήταν ξερή θαυματουργικά έβγαλε βλαστάρι, για να καταφανεί ότι τον Ααρών είχε εκλέξει ο Θεός ως αρχιερέα Του[17].

Στο στήσιμο της μεγαλοπρεπούς σκηνής του Μαρτυρίου που η Γραφή περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, έλαβαν μέρος όλοι, με πρώτο απ’ όλους τον Μωυσή, ο οποίος ήταν οδηγός και επιτηρητής όλων, διότι καθετί έπρεπε να περάσει από την έγκρισή του. Ο Μωυσής θα έκρινε αν κάτι ήταν σύμφωνο με τον τύπο που του είχε υποδείξει ο Θεός στο όρος. Οι Ισραηλίτες έφεραν μπροστά στον Μωυσή όλες τις κατασκευές τους και αυτός, αφού επιθεώρησε έναν-έναν όλους τους χώρους και τα υλικά που χρειάστηκαν για την κατασκευή της σκηνής, όλα τα βρήκε «ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος», δηλαδή όπως ακριβώς είχε διατάξει ο Κύριος. Θέλοντας μάλιστα να εκδηλώσει την ευαρέσκεια του προς τους τεχνίτες, τους ευλόγησε. Μετά την έγκριση των έργων από τον Μωυσή ο Θεός έδωσε και συγκεκριμένες οδηγίες στον Μωυσή για το πως έπρεπε να καθαγιασθεί η Σκηνή. Θα έπρεπε δηλαδή ο Μωυσής να πάρει το λάδι του χρίσματος που είχε παρασκευαστεί[18] και να χρίσει με αυτό τη Σκηνή και όλα τα σκεύη της, ούτως ώστε πλέον αυτή να είναι άγια και καθιερωμένη για την λατρεία του Κυρίου και όχι για κάποιον άλλο σκοπό.

Με τον ίδιο τρόπο ο Μωυσής έχρισε το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων και όλα τα σκεύη του και έτσι καθαγιάστηκε και αυτό και ξεχωρίστηκε από κάθε άλλη χρήση[19]. Επομένως, μετά τον καθαγιασμό η Σκηνή και όλα τα σκεύη (ήτοι η Κιβωτός της Διαθήκης, η επτάφωτη λυχνία και τα εξαρτήματά της, το θυσιαστήριο όπου προσφερόταν το θυμίαμα, το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, η Τράπεζα της Προθέσεως των άρτων και ο χάλκινος λουτήρας) ήταν πλέον ιερά και άγια, όπως ακριβώς λέγει ο Κύριος «καὶ ἁγιάσεις αὐτά, καὶ ἔσται ἅγια τῶν ἁγίων· πᾶς ὁ ἁπτόμενος αὐτῶν ἁγιασθήσεται», δηλαδή «θα καθαγιάσης αυτά και θα είναι αγιώτατα. Καθένας που θα τα εγγίζη με ευλάβειαν, θα αγιάζεται». Πρέπει δε να σημειωθεί η ιδιαίτερη εντολή του Θεού και για το ειδικό λάδι του χρίσματος «ἔλαιον ἄλειμμα χρίσεως ἅγιον ἔσται τοῦτο ὑμῖν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. ἐπὶ σάρκα ἀνθρώπου οὐ χρισθήσεται, καὶ κατὰ τὴν σύνθεσιν ταύτην οὐ ποιήσετε ὑμῖν ἑαυτοῖς ὡσαύτως· ἅγιόν ἐστι καὶ ἁγίασμα ἔσται ὑμῖν. ὃς ἂν ποιήσῃ ὡσαύτως, καὶ ὃς ἂν δῷ ἀπ᾿ αὐτοῦ ἀλλογενεῖ, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.», δηλαδή το λάδι αυτό είναι ιερό και άγιο και μόνο για την ιερή χρήση του χρίσματος των ιερέων, ενώ όποιος δώσει από το λάδι αυτό σε άλλον άνθρωπο που δεν είναι ιερέας, θα εξολοθρευτεί τελείως από τον λαό του. Παρόμοια είναι και η εντολή και η προειδοποίηση του Θεού για την παρασκευή και την ιερή και ξεχωριστή χρήση του θυμιάματος, που είναι προορισμένο για τον Κύριο[20].

Παρατηρούμε, ολοφάνερα, ότι ο Θεός επιθυμεί τα αντικείμενα που αφιερώθηκαν στο όνομα Του να χρησιμοποιούνται με τον δέοντα σεβασμό και τη δέουσα ευλάβεια και μόνο για την καθορισμένη από Αυτόν ιερή χρήση, καθότι είναι πλέον αντικείμενα άγια που μεταδίδουν και τα ίδια αγιασμό, σε οποίον τα προσεγγίζει με ευλάβεια. Αντίθετα, απορρίπτεται οποιαδήποτε μη καθορισθείσα από τον Κύριο χρήση, άλλως κοινή και αλλότρια προς την θεία λατρεία χρήση που απαξιώνει την ιερότητά τους και δείχνει φυσικά απαξίωση και ασέβεια απέναντι στον ίδιο τον Θεό. Οι συνέπειες και οι τιμωρίες για τους ασεβείς Ισραηλίτες που θα έδειχναν ενδεχομένως αδιαφορία απέναντι στις ως άνω εντολές του Θεού και ασέβεια απέναντι στα ιερά και τα άγια ήταν ιδιαίτερα αυστηρές, ήτοι η εξολόθρευση και ο αφανισμός από τον λαό.

Όταν πλέον όλα ήταν έτοιμα και η σκηνή βρέθηκε στημένη και έτοιμη σε όλα, «ἐκάλυψεν ἡ νεφέλη τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, καὶ δόξης Κυρίου ἐπλήσθη ἡ σκηνή»[21], δηλαδή η νεφέλη σκέπασε την Σκηνή του Μαρτυρίου, η οποία και γέμισε από θεία λάμψη, από τη δόξα του Κυρίου. Η νεφέλη σκέπασε την Σκηνή, δεν την εξαφάνισε από τα μάτια των Ισραηλιτών. Ένα λαμπρό, διαπεραστικό και εκθαμβωτικό φως ξεπηδούσε από τη σκηνή, ούτως ώστε «οὐκ ἠδυνάσθη Μωυσῆς εἰσελθεῖν εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ μαρτυρίου, ὅτι ἐπεσκίαζεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἡ νεφέλη καὶ δόξης Κυρίου ἐνεπλήσθη ἡ σκηνή», δηλαδή στάθηκε αδύνατο στον Μωυσή να προσχωρήσει στο εσωτερικό της σκηνής. Με αυτόν τον τρόπο έδινε ο Θεός στους Ισραηλίτες να καταλάβουν ότι η σκηνή ήταν κατοικία Του και ότι, εφόσον εκείνοι θα στρατοπέδευαν κοντά και γύρω από τη σκηνή, θα είχαν και τον Θεό ανάμεσά τους. Όπως μας λέγει η Γραφή, η νεφέλη που επισκίαζε τώρα τη σκηνή θε έδειχνε πότε θα έπρεπε οι Ισραηλίτες να ξεκινήσουν για άλλο μέρος, και πότε θα έπρεπε να σταματήσουν. Όταν δηλαδή η νεφέλη θα σηκωνόταν ψηλά από τη σκηνή, θα ήταν σημάδι στους Ισραηλίτες να αναχωρήσουν για άλλο μέρος, ενώ εάν η νεφέλη δεν υψωνόταν, δεν ξεκινούσαν για άλλο μέρος.

Συνεχίζοντας την τεκμηρίωση μας από τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που αποκαλύπτουν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Αγίου Τριαδικού Θεού, αλλά ταυτόχρονα και την αυστηρότητά Του, αναφορικά με τα ζητήματα που άπτονται της θείας λατρείας και δη της χρήσης των ιερών ναών και όσων εμπεριέχονται σ’ αυτούς (ήτοι όλα τα ιερά σκεύη), θα αναφερθούμε σε ένα ιδιαίτερο περιστατικό που συναντάμε στο βιβλίο που έπεται της Εξόδου, δηλαδή στο Λευιτικό. Το τελευταίο ονομάζεται Λευιτικό, διότι αναφέρεται κυρίως τα τελετουργικά καθήκοντα των Λευιτών και γενικότερα του ιερατείου, στις λειτουργίες και υπηρεσίες τις οποίες η ιουδαϊκή ιερωσύνη θα πρόσφερε στον αληθινό Θεό, αρχικά στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αργότερα στον Ναό του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα. Το βιβλίο αυτό δεν αναφέρεται απλώς στην τυπική λατρεία του Ισραήλ, αλλά η κεντρική του έννοια είναι ο τονισμός της οφειλόμενης υπακοής στον Θεό όσον αφορά στα ζητήματα της θείας λατρείας. Συνεπώς προκύπτουν σημαντικά συμπεράσματα και για το εξεταζόμενο, με την παρούσα, ζήτημα της αποϊεροποίησης των ιερών ναών μέσω της χρήσης τους για σκοπούς ξένους προς την θεία λατρεία.

Όπως είναι γνωστό, ο Ααρών και τα παιδιά του είχαν ορισθεί από τον Θεό για τη διακονία της ιουδαϊκής ιερωσύνης. Σύμφωνα με εντολή του Θεού είχε ετοιμασθεί ακόμη και η στολή του Ααρών, ως Αρχιερέα των Ισραηλιτών, όπως και οι στολές που θα φορούσαν τα παιδιά του, ως ιερείς της Σκηνής του Μαρτυρίου. Ενώ όμως όλα ήταν έτοιμα, και η Σκηνή και τα θυσιαστήρια και καθετί που ήταν απαραίτητο για την ιουδαϊκή λατρεία, κανένας δεν τολμούσε να προχωρήσει στη σκηνή και να προσφέρει θυσία ή θυμίαμα ή κάποια άλλη διακονία στο Θεό. Περίμεναν όλοι με ευλάβεια, και ο Μωυσής και ο Ααρών και οι ιερείς και λευίτες την ρητή εντολή του Θεού, καθότι δεν θα αναλάμβαναν κάποια κοινή και τυχαία υπηρεσία, αλλά ο Ααρών θα αναλάμβανε την αρχιερωσύνη και τα παιδιά του την ιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης. Η εντολή από τον Θεό ήρθε, διέταξε δηλαδή ο Θεός τον Μωυσή να τελέσει με επίσημο τρόπο, μπροστά σε όλη τη συναγωγή του Ισραήλ, την χειροτονία του Ααρών και των παιδιών του, όπως και έγινε[22]. Αφού πέρασε η εβδομάδα της χειροτονίας του Ααρών και των παιδιών του, έλαβαν χώρα δύο γεγονότα που αποδεικνύουν πρώτον ότι οι προσευχές των άξιων λειτουργών εισακούονται από τον Θεό και δεύτερον ότι τιμωρείται με αυστηρότητα η αμέλεια των απρόσεκτων λειτουργών Του, που προβαίνουν σε παραβάσεις των κανόνων περί της θείας λατρείας.

Την όγδοη, λοιπόν, ημέρα μετά την χειροτονία μαζεύτηκε πάλι ολόκληρη η συναγωγή μπροστά στη Σκηνή και ο Ααρών μαζί με τους ιερείς γιους του προχώρησε στο θυσιαστήριο για να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό του και για τον λαό. Μόλις οι θυσίες τελείωσαν, ο Μωυσής και ο Ααρών μπήκαν μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου και όταν βγήκαν ευλόγησαν όλο το λαό, ο οποίος περίμενε έξω. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή «ὤφθη ἡ δόξα Κυρίου παντὶ τῷ λαῷ. καὶ ἐξῆλθε πῦρ παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγε τὰ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, τά τε ὁλοκαυτώματα καὶ τὰ στέατα», δηλαδή φανερώθηκε η δόξα του Κυρίου μπροστά σ’ όλο το λαό. Βγήκε φωτιά από την πύρινη δόξα Του Κυρίου και κατέκαυσε εντελώς όσα ήταν πάνω στο θυσιαστήριο για να καούν εντελώς και τα λίπη. Όλος ο κόσμος που ήταν μάρτυρας του θαύματος «ἐξέστη καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον», δηλαδή από φόβο και ευλάβεια πέφτει όλος ο κόσμος κάτω με τα πρόσωπα να ακουμπούν στη γη. Έπειτα, δύο από τα παιδιά του Ααρών, οι ιερείς Ναδάβ και Αβιούδ, πήραν καθένας το θυμιατό του και χωρίς να τους καλέσει κανένας, έβαλαν μέσα φωτιά, που δεν την είχαν πάρει όμως από το θυσιαστήριο, αλλά από άλλο σημείο, σε αντίθεση με τις οδηγίες του Θεού και άρχισαν να θυμιατίζουν. Τότε «ἐξῆλθε πῦρ παρὰ Κυρίου καὶ κατέφαγεν αὐτούς, καὶ ἀπέθανον ἔναντι Κυρίου.», δηλαδή ο Θεός έστειλε επάνω τους φωτιά και τους κατέκαψε και πέθαναν αμέσως ενώπιον του Κυρίου[23]. Παρατηρούμε ότι ακόμη μια αταξία σε ζήτημα της θείας λατρείας τιμωρείται αυστηρότατα από τον Θεό, ήτοι με αιφνίδιο και ακαριαίο θάνατο.

Η αταξία έγκειτο, πρώτον, στην παρεκτροπή των δύο ως άνω ιερών, οι οποίοι, χωρίς να τους καλέσει κανένας (και χωρίς να λάβουν σχετικές οδηγίες από τον Θεό) και ενώ όλοι ήταν γονατιστοί, ωσάν να ήταν κύριοι εντός του ναού του Θεού και σαν να είχαν κάθε εξουσία, πήραν τα θυμιάματά τους και άρχισαν να θυμιατίζουν. Η παρεκτροπή τους έγκειτο, δεύτερον, και στην πράξη τους να προσφέρουν ενώπιον του Κυρίου «πῦρ ἀλλότριον, ὃ οὐ προσέταξε Κύριος αὐτοῖς.», δηλαδή φωτιά που ήταν διαφορετική από εκείνη την οποία τους διέταξε ο Κύριος. Φαίνεται πως η φωτιά με την οποία έπρεπε να γίνονται οι διακονίες του ιερού ήταν η φωτιά που άναψε θαυματουργικά μόνη της και έκαψε τις θυσίες που βρίσκονταν πάνω στο θυσιαστήριο. Αυτή τη φωτιά έπρεπε να διατηρήσουν οι ιερείς άσβεστη, προκειμένου να παίρνουν κάθε φορά που θα θυμιάτιζαν ή θα πρόσφεραν θυσία και όχι φωτιά ξένη, όπως έπραξαν οι ιερείς Ναδάβ και Αβιούδ[24]. Στα πρόσωπα των πρώτων αυτών ιερέων, ο Θεός θέλησε να διδάξει τι βαρύ πράγμα είναι κάθε παρεκτροπή και αμαρτία του ιερωμένου, ειδικά μάλιστα αναφορικά με την θεία λατρεία. Η παρακοή στις εντολές και οδηγίες του Θεού σχετικά με τον τρόπο τέλεσης των ιερών ακολουθιών και ιερών Μυστηρίων και σχετικά με την χρήση των ιερών ναών Του συνεπάγεται βαρύτατες συνέπειες.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί και η αυστηρή διαταγή του Θεού αμέσως μετά το θλιβερό αυτό γεγονός του θανάτου των δύο ιερέων, δηλαδή να μην πίνουν οι ιερείς κρασί ή οινοπνευματώδες ποτό τις ημέρες που θα πλησίαζαν το θυσιαστήριο για να λειτουργήσουν ενώπιον Αυτού, ούτως ώστε να είναι νηφάλιοι και ικανοί «διαστεῖλαι ἀνὰ μέσον τῶν ἁγίων καὶ τῶν βεβήλων, καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ἀκαθάρτων καὶ τῶν καθαρῶν», δηλαδή να διακρίνουν τα άγια από τα βέβηλα και τα ακάθαρτα από τα καθαρά πρόσωπα, ζώα και πράγματα. Βλέπουμε ακόμη μια επισήμανση του Θεού για σαφή διάκριση ανάμεσα σε άγια και βέβηλα. Φυσικά αυτή η διάκριση σήμερα δεν αφορά σε ζώα, αφορά όμως σε καταστάσεις και συνθήκες που λαμβάνουν χώρα εντός των ιερών ναών.

Συμπερασματικά, η Σκηνή του Μαρτυρίου, που ήταν από δέρματα, ήταν άγια και όλα όσα ήταν μέσα σε αυτήν, ήτοι η Κιβωτός και η Τράπεζα, επίσης ήταν άγια, τα οποία προτύπωναν, τα της χάριτος και μάλιστα την αγία και υπέραγνη Παρθένο. Και αν κανείς πλησίαζε σε αυτά τα άγια παρά την τάξι, αφανιζόταν. Άγιοι ήταν και οι άρτοι που ήταν εκεί, τους οποίους μόνον οι ιερείς έτρωγαν και οι οποίοι εικόνιζαν τον ζώντα Λόγο[25]. Από τα ανωτέρω ιστορικά γεγονότα που περιγράφονται στην Παλιά Διαθήκη σχετικά με την κατασκευή του τότε ναού του Θεού, ήτοι της σκηνής του Μαρτυρίου, αλλά και σχετικά με την τιμωρία των νεοχειροτονηθέντων ιερέων, υιών του Ααρών, μπορούμε να αντιληφθούμε, κατ’ αρχήν, τόσο την ιδιαίτερη μέριμνα που επιδεικνύει ο Κύριος για τους οίκους Του, δηλαδή τους ιερούς ναούς και τη θεία λατρεία όσο και την δριμύτητα με την οποία αντιμετωπίζει ο Κύριος τις παρεκτροπές και αταξίες εντός των ιερών ναών και τις παραβάσεις στα ζητήματα της θείας λατρείας.

Περαιτέρω, ο Θεός δίδαξε το λαό του να κατασκευάσει ένα σταθερό και μόνιμο έδαφος ιερουργίας: το Ναό, ως καθαγιασμένο τόπο συνάντησης του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό και ως χώρο επενέργειας των άκτιστων θείων ενεργειών. Όταν ο Σολομών ολοκλήρωσε την ανοικοδόμηση του ναού του Κυρίου κάλεσε όλους τους πρεσβυτέρους του Ισραηλιτικού λαού να συγκεντρωθούν στη Σιών, για να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου από την πόλη του Δαυίδ, τη Σιών, στον Ναό, τον οποίο έχτισε. Όταν η πομπή έφθασε στον ναό, οι ιερείς έφεραν και τοποθέτησαν την Κιβωτό στη θέση της, στο άδυτον του ναού, στα Άγια των Αγίων, κάτω από τα μεγάλα χρυσά φτερά των Χερουβίμ. Όταν οι ιερείς, μετά την επίσημη αυτή τελετή, βγήκαν από τον ναό, η υπερφυσική νεφέλη, που δήλωνε την παρουσία του Θεού, γέμισε ξαφνικά τον ναό, όπως μας λέγει το ιερό κείμενο «καὶ ἐγένετο ὡς ἐξῆλθον οἱ ἱερεῖς ἐκ τοῦ ἁγίου, καὶ ἡ νεφέλη ἔπλησε τὸν οἶκον·», με αποτέλεσμα «καὶ οὐκ ἠδύναντο οἱ ἱερεῖς στήκειν λειτουργεῖν ἀπὸ προσώπου τῆς νεφέλης, ὅτι ἔπλησε δόξα Κυρίου τὸν οἶκον.»[26], δηλαδή οι ιερείς δεν μπορούσαν να παραμείνουν εκεί και να προσφέρουν τις υπηρεσίας τους εξ’ αιτίας του εκθαμβωτικού φωτός και της υπερφυσικής λάμψης της δόξας του Κυρίου που γέμισε τον Ναό του.

Ο βασιλεύς Σολομών ευλόγησε τον Θεό και αφιέρωσε τον Ναό σ’ αυτόν. Οι ευχές, η προσευχή του βασιλέως Σολομώντα και η πρώτη τελετουργία (θυσία) μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν το υμνολογικό μέρος των εγκαινίων του ναού στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Αξίζει να αναφερθούμε σε ορισμένα σημεία της εν λόγω προσευχής που φανερώνουν την ιερότητα του χώρου του ναού και την αποκλειστική χρήση του για την προσευχή και τη λατρεία του Κυρίου. Ο βασιλεύς τονίζει ότι οικοδόμησε τον Ναό προς δόξα του ονόματος του Θεού «[…]. εἰ ὁ οὐρανὸς καὶ ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ οὐκ ἀρκέσουσί σοι, πλὴν καὶ ὁ οἶκος οὗτος, ὃν ᾠκοδόμησα τῷ ὀνόματί σου;» (=[…]. Εάν ο ουρανός και ο ουρανός του ουρανού δεν είναι ικανοί να σε χωρέσουν, πως θα γίνει κατοικητήριόν σου ο ναός αυτός, τον οποίον εγώ οικοδόμησα προς δόξαν του Ονόματός σου;)[27].

Παρακαλεί τον Κύριο να έχει τους οφθαλμούς Του ανοικτούς συνεχώς προς τον Ναό Του και να ακούει τις προσευχές των δούλων Του «τοῦ εἶναι τοὺς ὀφθαλμούς σου ἠνεῳγμένους εἰς τὸν οἶκον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός, εἰς τὸν τόπον, ὃν εἶπας· ἔσται τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ, τοῦ εἰσακούειν τῆς προσευχῆς, ἧς προσεύχεται ὁ δοῦλός σου εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡμέρας καὶ νυκτός. καὶ εἰσακούσῃ τῆς δεήσεως τοῦ δούλου σου καὶ τοῦ λαοῦ σου Ἰσραήλ, ἃ ἂν προσεύξωνται εἰς τὸν τόπον τοῦτον, καὶ σὺ εἰσακούσῃ ἐν τῷ τόπῳ τῆς κατοικήσεώς σου ἐν οὐρανῷ καὶ ποιήσεις καὶ ἵλεως ἔσῃ.» (=Ας είναι σε παρακαλώ οι οφθαλμοί σου ανοικτοί ημέραν και νύκτα προς τον ναόν τούτον, στον τόπον αυτόν, δια τον οποίον είπες· Θα είμαι εγώ εκεί, δια να ακούω την προσευχήν, την οποίαν θα απευθύνη ο δούλος μου στον τόπον τούτον, ημέραν και νύκτα. Ναι θα ακούης την προσευχήν εμού του δούλου σου και τας προσευχάς του ισραηλιτικού λαού, τας οποίας θα απευθύνουν προς σε από τον ιερόν τούτον τόπον. Θα ακούης τας προσευχάς μας από την ουράνιον κατοικίαν σου και θα κάμης ο,τι σε παρακαλέσουν, δεικνύων έλεος και ευσπλαγχνίαν προς όλους μας.).

Παρακαλεί τον Κύριο να ακούει τις προσευχές και τις δεήσεις του ισραηλιτικού λαού στρεφόμενου προς τον Ναό, όταν οι Ισραηλίτες αμαρτήσουν απέναντι Του και κατόπιν επιστρέψουν μετανοημένοι «ἐν τῷ πταῖσαι τὸν λαόν σου Ἰσραὴλ ἐνώπιον ἐχθρῶν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ ἐπιστρέψουσι καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ προσεύξονται καὶ δεηθήσονται ἐν τῷ οἴκῳ τούτω, […]. ἐν τῷ συσχεθῆναι τὸν οὐρανὸν καὶ μὴ γενέσθαι ὑετόν, ὅτι ἁμαρτήσονταί σοι, καὶ προσεύξονται εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου καὶ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ἀποστρέψουσιν, ὅταν ταπεινώσῃς αὐτούς,» (=Οταν ο ισραηλιτικός λαός νικηθή από τους εχθρούς του, διότι ημάρτησεν εις σέ, και κατόπιν μετανοήσουν και επιστρέψουν και δοξάσουν το Ονομά σου και σου απευθύνουν προσευχάς και δεήσεις εστραμμένοι προς τον ναόν τούτον, […]. Οταν δε κλείση ο ουρανός και δεν θα πέση βροχή εις την γην, διότι ημάρτησαν απέναντί σου οι Ισροηλίται, προσευχηθούν δε στον τόπον αυτόν, δοξολογήσουν το Ονομά σου και ξεκόψουν από τας αμαρτίας των, όταν δια της ανομβρίας τιμωρής αυτούς, […].)[28].

Είπε ο βασιλεύς Σολομών για τον Ναό τα εξής: «Τότε ἐλάλησε Σαλωμὼν ὑπὲρ τοῦ οἴκου, ὡς συνετέλεσε τοῦ οἰκοδομῆσαι αὐτόν, Ἥλιον ἐγνώρισεν ἐν οὐρανῷ Κύριος, εἶπε τοῦ κατοικεῖν ἐν γνόφῳ· οἰκοδόμησον οἶκόν μου, οἶκον εὐπρεπῆ σεαυτῷ, τοῦ κατοικεῖν ἐπὶ καινότητος.», δηλαδή ο ίδιος ο Κύριος τον διέταξε να οικοδομήσει τον Ναό ευπρεπή, σεμνό και ωραίο, για να κατοικεί ο ίδιος ο Θεός σε αυτόν τον καινούριο οίκο. Μάλιστα, ο Κύριος, εμφανιζόμενος για δεύτερη φορά στον βασιλέα Σολομώντα, λέγει τα εξής: «[…] ἤκουσα τῆς φωνῆς τῆς προσευχῆς σου καὶ τῆς δεήσεώς σου, ἧς ἐδεήθης ἐνώπιόν μου· πεποίηκά σοι κατὰ πᾶσαν τὴν προσευχήν σου, ἡγίακα τὸν οἶκον τοῦτον, ὃν ᾠκοδόμησας τοῦ θέσθαι τὸ ὄνομά μου ἐκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ἔσονται οἱ ὀφθαλμοί μου ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία μου πάσας τὰς ἡμέρας.», ήτοι ο Θεός αγίασε τον Ναό, για να δοξάζεται εκεί αιωνίως το όνομά Του και θα είναι στραμμένοι οι οφθαλμοί και η καρδία Του προς τα εκεί πάντοτε. Αντιλαμβανόμαστε ότι ο τότε Ναός του Σολομώντα ήταν τόπος απολύτως άγιος όπου κατοικούσε ο ίδιος ο Θεός, ήταν αποκλειστικά τόπος προσευχής και Λατρείας του Κυρίου, ενώ απορριπτόταν οποιαδήποτε άλλη χρήση[29].

Ακόμη ένα περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη αποτελεί παράδειγμα απόλυτου σεβασμού προς τις εντολές του Θεού και φανερώνει την επιθυμία του Κυρίου να μεταχειρίζονται οι πιστοί τα ιερά και άγια σκεύη με την δέουσα ευλάβεια και όχι με τρόπο ανεπίτρεπτο και ωσάν να ήταν κοινά πράγματα. Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο Βασιλέων Β’, ο βασιλιάς Δαβίδ συγκάλεσε τους νεαρούς Ισραηλίτες, προκειμένου να μεταφέρουν την Κιβωτό της Διαθήκης από την πόλη Κιριαθιαρίμ, στην Ιερουσαλήμ. Ανέβασαν λοιπόν την Κιβωτό σε ένα καινούριο αμάξι, το οποίο οδηγούσαν ο Οζά και οι αδερφοί του. Μόλις έφθασαν στο αλώνι του Ναχών, ο Οζά άπλωσε το χέρι του πάνω στην Κιβωτό της Διαθήκης, για να τη συγκρατήσει να μην πέσει, διότι από κάποια απότομη κίνηση που έκανε το μοσχάρι, η Κιβωτός μετακινήθηκε και κινδύνευσε να πέσει. Τότε όμως ο Θεός οργίστηκε πολύ εναντίον του Οζά, «καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος τῷ Ὀζά, καὶ ἔπαισεν αὐτὸν ἐκεῖ ὁ Θεός, καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ παρὰ τὴν κιβωτὸν τοῦ Κυρίου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.», ο οποίος, ως λαϊκός που ήταν, δεν επιτρεπόταν να πιάσει την Κιβωτό. Έτσι, ο Θεός τον πάταξε επί τόπου και πέθανε εκεί, δίπλα στην Κιβωτό της Διαθήκης, ενώπιον του Θεού. Συνεπώς, ο Οζά, επειδή άγγιξε το ιερό αντικείμενο, κάτι που ο Νόμος του Θεού απαγόρευε ρητά, πέθανε ακαριαία εκείνη τη στιγμή. Ο τόπος ονομάστηκε «Διακοπή Οζά»[30].

Περαιτέρω, αναφερόμαστε και στο περιστατικό των γιων του αρχιερέως Ηλί, Οφίν και Φινεές, που ήταν διεφθαρμένοι ιερείς, καθότι εκμεταλλεύονταν το αξίωμά τους, κακοποιούσαν τους πιστούς και περιφρονούσαν τις προσφορές προς τον Θεό. Συγκεκριμένα, έκλεβαν το κρέας από τις θυσίες του λαού πριν καεί στο θυσιαστήριο, ατιμάζοντας έτσι τις προσφορές προς τον Θεό και μετατρέποντας τον Ναό σε πεδίο ανομίας. Τιμωρήθηκαν για την ασέβειά τους στον Ναό. Λόγω της ανηθικότητάς τους και της ασέβειάς τους απέναντι στον Κύριο πέθαναν και οι δύο την ίδια μέρα στη μάχη κατά των Φιλισταίων. Πρέπει να τονιστεί, ότι τιμωρήθηκε από τον Κύριο και ο πατέρας των ασεβών αυτών ιερέων και αρχιερέας Ηλί, καθότι, ναι μεν συμβούλευε τους γιους του να σταματήσουν την συμπεριφορά τους αυτή, ωστόσο όχι με την απαιτούμενη αυστηρότητα και, συνεπώς, στην πραγματικότητα ανεχόταν αυτήν την ασέβεια απέναντι στον Κύριο. Έτσι, με την είδηση του σκοτωμού των γιων του στη μάχη κατά των Φιλισταίων και της απώλειας της Κιβωτού της Διαθήκης, ο Ηλί έπεσε από το κάθισμα του προς τα πίσω, δίπλα στην πύλη της Σκηνής του Μαρτυρίου, έσπασε η ράχη του και πέθανε αμέσως[31].

Υπογραμμίζονται ιδιαίτερα τα εξής λόγια του Κυρίου στον αρχιερέα Ηλί, μέσω ενός προφήτου Του: «ἱνατί ἐπέβλεψας ἐπὶ τὸ θυμίαμά μου καὶ εἰς τὴν θυσίαν μου ἀναιδεῖ ὀφθαλμῷ καὶ ἐδόξασας τοὺς υἱούς σου ὑπὲρ ἐμὲ ἐνευλογεῖσθαι ἀπαρχῆς πάσης θυσίας τοῦ Ἰσραὴλ ἔμπροσθέν μου; διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· εἶπα· ὁ οἶκός σου καὶ ὁ οἶκος τοῦ πατρός σου διελεύσεται ἐνώπιόν μου ἕως αἰῶνος· καὶ νῦν φησὶ Κύριος· μηδαμῶς ἐμοί, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω, καὶ ὁ ἐξουθενῶν με ἀτιμασθήσεται.», δηλαδή «Συ όμως διατί αντίκρισες όχι με ευλάβειαν αλλά με αναιδές βλέμμα εις τα προσφερόμενα ολοκαυτώματα και εις τα θυμιάματα επάνω στο θυσιαστήριον; Διατί επροτίμησες και ετίμησες περισσότερον τους υιούς σου από εμέ και διατί ανέχεσαι να γεύωνται από τας προσφερομένας θυσίας των Ισραηλιτών, ευθύς αμέσως μόλις αυταί παρουσιάζονται, πριν ακόμη προσφερθούν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων; Δια την χλιαράν και ασεβή συμπεριφοράν σου αυτά λέγει Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ· Σου είπα άλλοτε και υπεσχέθην ότι οι πατρικοί σου πρόγονοι, επομένως και ο ιδικός σου οίκος, θα είναι πάντοτε μαζή μου δια να με υπηρετούν. Αλλά τώρα ο Κύριος λέγει· Κατ' ουδένα λόγον και τρόπον δεν ανέχομαι πλέον αυτό. Αλλά εγώ θα δοξάζω εκείνους, που με δοξάζουν και με σέβωνται, και θα καταφρονήσω και θα εξουθενώσω εκείνους, οι οποίοι με καταφρονούν.». Από τα λόγια αυτά συμπεραίνουμε ότι ο Θεός τιμωρεί αυστηρότατα αυτούς οι οποίοι δεν σέβονται τις εντολές Του και μάλιστα εν σχέση με την θεία λατρεία, αλλά και αυτούς, οι οποίοι δείχνουν χλιαρότητα και ανέχονται τις εν λόγω ασέβειες και παραβάσεις.

Επιπρόσθετα, στο βιβλίο του προφήτου Δανιήλ διαβάζουμε, ότι ο βασιλιάς Βαλτάσαρ παρέθεσε ένα μεγάλο συμπόσιο για τους ευγενείς του. Υπό την επήρεια του οίνου, διέταξε να φέρουν τα χρυσά και ασημένια σκεύη που είχε λεηλατήσει ο πατέρας του, Ναβουχοδονόσορ, από τον Ναό του Θεού (Ναό του Σολομώντα) στα Ιεροσόλυμα. Ο βασιλιάς, οι άρχοντες, οι γυναίκες και οι παλλακίδες του χρησιμοποίησαν αυτά τα ιερά αντικείμενα (που προορίζονταν αποκλειστικά για τη λατρεία του Θεού) ως απλά ποτήρια για να πιούν το κρασί τους και να δοξάσουν τα είδωλά τους. Αυτή η βλασφημία προκάλεσε την οργή του Θεού και οδήγησε στο γνωστό θαύμα με το «χέρι που έγραφε στον τοίχο» («Μανή, Θεκέλ, Φάρες»), ερμηνεύοντας ότι η βασιλεία του είχε τελειώσει και θα διαμοιραζόταν στους Μήδες και τους Πέρσες. Η ερμηνεία των λέξεων είναι η εξής: «Μέτρησε ο Θεός τη βασιλεία σου και την τελείωσε. Σε ζύγισε και βρέθηκες ελλιπής. Διαιρέθηκε η βασιλεία σου και δόθηκε στους Μήδους». Και σε αυτό το ιστορικό γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης φαίνεται ότι η μη διάκριση ανάμεσα σε άγιο σκεύος και σε κοινό σκεύος αποτελεί βλασφημία απέναντι στον Θεό που τιμωρείται δριμύτατα[32].

Διαβάζουμε, επίσης, στο θεόπνευστο βιβλίο του Ησαΐα της Παλαιάς Διαθήκης «εἰσάξω αὐτοὺς εἰς τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου καὶ εὐφρανῶ αὐτοὺς ἐν τῷ οἴκῳ τῆς προσευχῆς μου· τὰ ὁλοκαυτώματα αὐτῶν, καὶ αἱ θυσίαι αὐτῶν ἔσονται δεκταὶ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου μου· ὁ γὰρ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν,» (=αυτούς εγώ θα τους οδηγήσω και θα τους εισαγάγω εις το άγιόν μου όρος. Θα τους ευφράνω στον οίκον της προσευχής μου, στον ναόν μου. Τα ολοκαυτώματά των και αι άλλαι θυσίαι των, θα είναι ευαρέστως δεκταί επάνω στο θυσιαστήριόν μου. Διότι ο οίκος μου θα αγνωρισθή και θα διακηρυχθή οίκος προσευχής δι' όλα ανεξαιρέτως τα έθνη.)[33]. Ο οίκος του Θεού είναι οίκος αποκλειστικά προσευχής.

Τέλος, ίσως το πιο χαρακτηριστικό περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη αναφορικά με την διάκριση ανάμεσα σε πράγμα άγιο και σε πράγμα κοινό είναι αυτό του προφήτου Ιεζεκιήλ. Ο τελευταίος είδε σε όραμα την πνευματική πτώση τόσο των ιερέων, οι οποίοι είχαν πέσει στην ειδωλολατρία και προσκυνούσαν, με γυρισμένη την πλάτη τους στο Ιερό, τον ήλιο, όσο και του ισραηλιτικού λαού. Το παράδειγμα αυτό αποτελεί έλεγχο των ιερέων της εποχής που παραμελούσαν τα πνευματικά τους καθήκοντα, καταπατούσαν τον θείο νόμο και εξέπιπταν πνευματικά επειδή δεν είχαν την πνευματική διάκριση να ξεχωρίσουν το καθαρό από το ακάθαρτο και το ιερό από το κοινό, «καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἠθέτησαν νόμον μου καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου· ἀναμέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστελλον καὶ ἀναμέσον ἀκαθάρτου καὶ τοῦ καθαροῦ οὐ διέστελλον καὶ ἀπὸ τῶν σαββάτων μου παρεκάλυπτον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, καὶ ἐβεβηλούμην ἐν μέσῳ αὐτῶν.», δηλαδή «Εἶσαι ἡ πόλις, τῆς ὁποίας οἱ ἱερεῖς κατεπάτησαν τὸν Νόμον μου καὶ ἐμόλυναν τοὺς ἁγίους χώρους καὶ τὰ ἅγια σκεύη τῆς λατρείας μου. Δὲν ἔκαμναν διάκρισιν μεταξὺ ἁγίου καὶ ἀσεβοῦς· δὲν ἐξεχώριζαν τὸ ἀκάθαρτον ἀπὸ τὸ καθαρὸν καὶ ἔκλειναν τὰ μάτια των ἐμπρὸς εἰς τὰς βεβηλώσεις τῆς ἁγίας μου ἡμέρας τοῦ Σαββάτου.Ἔτσι ἐβεβήλωναν καὶ ἔδειχναν ἀσέβειαν πρὸς Ἐμὲ μέσα εἰς τὴν ἁγίαν μου πόλιν.»[34].

Η ιερότητα, επομένως, του Ναού, αλλά και των εμπεριεχομένων σε αυτόν σκευών (π.χ. Κιβωτός της Διαθήκης) τεκμηριώνεται ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, στην οποία οι καθαγιασμένοι και αφιερωμένοι στον Θεό τόποι εθεωρούντο ως τόποι κατ’ εξοχήν θεοφάνειας. Αυτοί που αδιαφόρησαν για την ιερότητα του Ναού και των σκευών που αφιερώθηκαν στον Θεό, αυτοί που μεταχειρίστηκαν τα ιερά σκεύη κατά τρόπο ανάρμοστο και ανεπίτρεπτο, αυτοί που δεν έδειξαν τον δέοντα σεβασμό και την δέουσα ευλάβεια στην τέλεση της θείας λατρείας και δεν στάθηκαν ικανοί να διακρίνουν ανάμεσα σε άγιο πράγμα και κοινό πράγμα, τιμωρήθηκαν αυστηρότατα. Τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά στην Καινή Διαθήκη. Απεναντίας, εάν ο Θεός ήταν αυστηρός μια φορά επί εποχής Παλαιάς Διαθήκης, η αυστηρότητά του είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη επί εποχής Καινής Διαθήκης.

Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς αποκάλεσε τον Ναό «Οίκο Θεού» όταν ήταν δώδεκα (12) ετών και αναζητούμενος από την μητέρα Του «καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;». Επίσης, ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρουσιάζεται ως ζηλωτής της καθαρότητας του Ναού, προκειμένου να αναδείξει το ιερό ως τόπο προσευχής, σε αντίθεση με την επικρατούσα εκεί εμπορευματοποίηση και τη βεβήλωση. Ο οίκος του Θεού δεν υφίσταται για εμπορικές συναλλαγές ή ανθρωποκεντρικά συμφέροντα, αλλά για μυστική ένωση του πιστού ανθρώπου με τον Θεό. Διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου: «Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν κατέστρεψε καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστεράς, καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.»[35].

Διαβάζουμε και στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη: «καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους. καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέστρεψε, καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.»[36]. Ο ίδιος ο Χριστός έδιωξε από τον Ναό του Σολομώντα όσους είχαν μεταβάλει τον ιερό χώρο σε οίκο εμπορίου. Πρέπει δε να τονιστεί ότι οι βεβηλώσεις αυτές λάμβαναν χώρα στην αυλή του Ναού και όχι στο εσωτερικό. Άραγε τι θα έπραττε ο Κύριος σήμερα που, όχι μόνο στον αύλειο χώρο των Ιερών Ναών, αλλά στο εσωτερικό τους και μάλιστα έμπροσθεν του ιερού βήματος λαμβάνουν χώρα κάθε είδους αντικανονικές χορωδίες, συναυλίες μετά μουσικών οργάνων, μέχρι και πολιτικές ομιλίες και διαλέξεις;

Διαβάζουμε και στον Απόστολο Παύλο: «Μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτω; οὐκ ἐπαινῶ. […]. Εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε.» (=Διότι μήπως δεν έχετε επιτέλους σπίτια να τρώγετε και να πίνετε; Η περιφρονείτε τους πιστούς, που αποτελούν την Εκκλησίαν του Θεού και προσβάλλετε εκείνους που δεν έχουν; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω δι' αυτό; Κάθε άλλο παρά έπαινον σας αποδίδω. […]. Εάν επί τέλους κανείς πεινά, ας φάγη στο σπίτι του, δια να μη αποβαίνουν εις καταδίκην σας αι λατρευτικαί αυταί συγκεντρώσεις.)[37]. Στο σημείο αυτό ο Απόστολος επιπλήττει τους χριστιανούς, επειδή μετέτρεπαν τις κοινές συνάξεις σε χώρους κοινωνικών διακρίσεων, αντί να αποτελούν χώρους ισότητας και αγάπης, προς πνευματική καλλιέργεια. Υπογραμμίζει τον διαχωρισμό μεταξύ της πνευματικής συνάξεως και της καθημερινής τροφής και ουσιαστικά λέγει στους πιστούς που παρεκτράπηκαν, ότι αν θέλουν απλώς να χορτάσουν την πείνα τους, αυτό μπορούν να το κάνουν στο σπίτι τους, καθότι η εκκλησία δεν είναι ένα μέρος για την ικανοποίηση της απληστίας, ούτε χώρος για κοσμικά γεύματα που δημιουργούν κοινωνικές διακρίσεις.

Τέλος, αναφερόμαστε και στο περιστατικό της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου που διαβάζουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο[38], από το οποίο αντιλαμβανόμαστε την αρνητική στάση του Κυρίου μας, Ιησού Χριστού, και την αποδοκιμασία και αποστροφή που δείχνει απέναντι στους οργανοπαίκτες και στα μουσικά όργανα. Ο πατέρας Ιάειρος ήλθε προς τον Ιησού παρακαλώντας τον πολύ έντονα να πάει στο σπίτι του, για να αναστήσει την κόρη του. Ο σπλαχνικός Ιησούς, συμπονώντας τον, πήγε στο σπίτι του. Ωστόσο, όταν είδε εκεί ότι υπήρχε πολλή ταραχή και θόρυβος, καθώς ήταν μουσικοί που έμπαιζαν φλογέρες και σουραύλια, όχι για να προξενήσουν χαρά, αλλά για να προξενήσουν λύπη με τα θλιβερά τραγούδια που έμπαιζαν, δεν θέλησε να μπει μέσα στο σπίτι του Ιαείρου. Πρόσταξε να βγουν όλοι έξω και αφού βγήκαν, τότε μπήκε ο Κύριος μέσα στο σπίτι και πιάνοντας το κορίτσι από το χέρι, το ανέστησε με την παντοδύναμη εξουσία της θεότητάς Του, «Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος καὶ ἰδὼν τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλον θορυβούμενον, λέγει αὐτοῖς· ἀναχωρεῖτε· οὐ γὰρ ἀπέθανε τὸ κοράσιον, ἀλλὰ καθεύδει, καὶ κατεγέλων αὐτοῦ· ὅτε δὲ ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος, εἰσελθὼν ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἠγέρθη τὸ κοράσιον.» (=Όταν δε ήλθε ο Ιησούς στο σπίτι του άρχοντος και είδε αυτούς, που με τους αυλούς των έπαιζαν πένθιμα και νεκρικά τραγούδια, και τον όχλον να θρηνή και να ολοφύρεται και να δημιουργή θόρυβον, είπε προς αυτούς. “Πηγαίνετε· διότι η μικρή κόρη δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και εκείνοι τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν πολύ καλά ότι η κόρη είχεν πεθάνει. Όταν δε εδιώχθη ο όχλος έξω από την αίθουσαν, που ευρίσκετο η νεκρά, εισήλθεν ο Ιησούς, έπιασε το χέρι της και αμέσως εκείνη ανεστήθη.).

β. Οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι και οι Ιεροί Κανόνες

Οι Ιεροί Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, ήτοι οι Κανόνες των Αγίων και Πανευφήμων Αποστόλων και των αγίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων που ισχύουν απαρασάλευτα, σαφώς απαγορεύουν τη χρήση των Ιερών Ναών για σκοπούς ξένους προς την Θεία Λατρεία, η οποία συνίσταται στην τέλεση των ιερών Ακολουθιών και Μυστηρίων, με την ταυτόχρονα διενεργούμενη από τον πιστό κλήρο και λαό, προσευχή και εξύμνηση του Αγίου Τριαδικού Θεού. Παρακάτω παρουσιάζονται μερικοί βασικοί Κανόνες, από την συνδυαστική εξέταση των οποίων αντιλαμβανόμαστε, ότι κοσμικά τραγούδια και συναυλίες κάθε είδους μετά της συνοδείας μάλιστα και μουσικών οργάνων, αμιγώς γυναικείες ή μεικτές χορωδίες και κάθε είδους κοσμική εκδήλωση (π.χ. θέατρο ή πολιτική διάλεξη) εντός των ιερών ναών όχι μόνο απαγορεύονται ρητά, και τιμωρούνται με αυστηρότατα επιτίμια, αλλά αποτελούν στην πραγματικότητα βεβήλωση των ιερών ναών, οι οποίοι χάνουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον ιερό και άγιο χαρακτήρα τους.

β.1. Κανόνες σχετικά με τον ιερό χαρακτήρα του Ναού, των ιερών περιβόλων και των ιερών σκευών

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με μια δέσμη Κανόνων της Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ Οικουμενικής Συνόδου, θέλησαν να προστατεύσουν τον ιερό και σεβάσμιο χαρακτήρα του ναού, μάλιστα και των ιερών περιβόλων, και να αποτρέψουν κάθε καταφρονητική χρήση τους, ωσάν να ήταν κοινοί τόποι. Οι Κανόνες είναι οι εξής:

Κανόνας ΟΔ´ (74ος)

«Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς Κυριακοῖς, ἢ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, τὰς λεγομένας ἀγάπας ποιεῖν, καὶ ἔνδον ἐν τῷ οἴκῳ ἐσθίειν, καὶ ἀκούβιτα στρωννύειν. Οἱ δὲ τοῦτο ποιεῖν τολμῶντες, ἢ παυσάσθωσαν, ἢ ἀφοριζέσθωσαν.», δηλαδή δεν επιτρέπεται οι Χριστιανοί να κάνουν αγάπες, άλλως συμπόσια, μέσα στην Εκκλησία, είτε στον κύριο Ναό είτε στον Νάρθηκα και Πρόναο, ούτε να στρώνουν και να ακουμπούν στρώματα μαλακά και να τρώγουν. Όσοι τολμούν κάτι τέτοιο, να το σταματήσουν ή να αφορίζονται[39].

Κανόνας ΟΣΤ´ (76ος)

«Ὅτι οὐ χρὴ ἔνδον τῶν ἱερῶν περιβόλων καπηλεῖον, ἢ τὰ διὰ βρωμάτων εἴδη προτιθέναι, ἢ ἑτέρας πράσεις ποιεῖσθαι, τὸ σεβάσμιον τῆς ἐκκλησίας φυλάσσοντας. Ὁ γὰρ Σωτὴρ ἡμῶν καὶ Θεός, διὰ τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας παιδαγωγῶν ἡμᾶς, μὴ ποιεῖν τὸν οἷκον τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ ἐμπορίου οἷκον παρεκευλεύσατο· ὃς καὶ τῶν κολλυβιστῶν τὸ κέρμα ἐξέχεε, καὶ τοὺς τὸ ἱερὸν κοινοποιοῦντας ἀπήλασεν. Εἴ τις οὖν ἐπὶ τῷ προκειμένῳ ἁλῷ πλημμελήματι, ἀφοριζέσθω.», δηλαδή δεν επιτρέπεται να στήνονται καπηλεία και να πωλείται κρασί ή ρακί ή άλλα είδη βρωμάτων, ή να γίνονται άλλες εμπορικές συναλλαγές και αγοραπωλησίες, μέσα στους ιερούς περιβόλους, δηλαδή μέσα στα προαύλια και στις περιοχές των θείων Ναών και Εκκλησιών, για να φυλάσσεται ο σεβασμός σ’ αυτές.

Ιδιαίτερα μάλιστα ο Μέγας Βασίλειος κατηγορεί τις πωλήσεις, αγοράσεις και διάφορες πραγματείες που γίνονται στους Ναούς και στις περιοχές των Ναών των Αγίων και Μαρτύρων, κατά τις εορτές τους και μας λέγει: «Ἀλλ' οὐδὲ τὰς ἐν τοῖς μαρτυρίοις γινομένας ἀγορασίας οἰκείας ἡμῖν ὁ λόγος δείκνυσιν. Οὐ γὰρ ἄλλου τινὸς ἕνεκεν ἐν τοῖς μαρτυρίοις ἢ ἐν τοῖς περὶ αὐτὰ τόποις φαίνεσθαι ἐπιβάλλει Χριστιανοῖς, ἢ προσευχῆς ἕνεκεν καὶ τοῦ εἰς ὑπόμνησιν ἐλθόντας τῆς τῶν ἁγίων ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἐνστάσεως πρὸς τὸν ζῆλον τὸν ὅμοιον προτραπῆναι· μεμνημένους τῆς φοβερωτάτης ὀργῆς τοῦ Κυρίου, ὅτι, καίπερ πάντοτε καὶ πανταχοῦ πραῢς ὢν, καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καθὼς γέγραπται, μόνοις τοῖς περὶ τὸ ἱερὸν πωλοῦσι καὶ ἀγοράζουσι τὴν μάστιγα ἐπανετείνατο, ὡς τῆς ἐμπορίας τὸν οἶκον τῆς προσευχῆς μεταποιούσης εἰς σπήλαιον λῃστῶν.»[40]. Οι χριστιανοί δηλαδή οφείλουν να συναθροίζονται στους Ναούς και στις περιοχές των Ναών των Αγίων και Μαρτύρων, κατά τις εορτές αυτών, για να προσεύχονται και για να θυμηθούν τον αγώνα που έδειξαν οι Άγιοι για την ευσέβεια, ώστε να παρακινηθούν και οι ίδιοι σε παρόμοιο ζήλο και όχι για να κάνουν την εορτή και τον Ναό του Αγίου αγορά και πραγματεία. Το τελευταίο αποστρέφεται ο Κύριος, όπως μας έδειξε με το παράδειγμά Του, καθότι έτσι μεταβάλλεται ο οίκος της προσευχής σε σπήλαιο ληστών.

Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος επίσης καταδικάζει γενικά τους χορούς και τα όργανα, αλλά και τα πανηγύρια που γίνονται, όταν εορτάζουμε τη μνήμη κάποιου Αγίου. Τα πανηγύρια αυτά δεν είναι θεάρεστα. Δεν είναι πνευματικά και χριστιανικά, αλλά κοσμικά και αρμόζουν στους ειδωλολάτρες και όχι στους χριστιανούς. Μας γράφει συγκεκριμένα: «Εορτάζοντας τις μνήμες των Αγίων, ας θυμηθούμε όλους όσους βρίσκονται σε αδυναμία: τις χήρες, τα ορφανά, τους ξένους, τους φτωχούς, όσους είναι σε φυλακές, όσους είναι σε ερήμους και σε βουνά και σε σπήλαια και στις οπές της γης (Εβρ. 11, 38). Ας τιμήσουμε τις γιορτές, γιορτάζοντας τες όχι με πανηγύρια, αλλά θεάρεστα. Όχι κοσμικά, αλλά πνευματικά και χριστιανικά. Ας μη στολίσουμε με στεφάνια τα πρόθυρα, ας μη στήσουμε χορούς, ας μην αποχαυνώσουμε την ακοή μας με αυλούς και κιθάρες, ας μην ντυθούμε με πολυτελή ενδύματα, ούτε με χρυσά στολίδια, ούτε με φαγοπότια και μεθύσια, ούτε με ακολασίες και ασέλγειες· αλλά όλα αυτά ας τα αφήσουμε για τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους. Εμείς απεναντίας ας στολίσουμε τα πρόθυρα μας με τον τίμιο και ζωοποιό σταυρό του Σωτήρα, λέγοντας μαζί με τον Απόστολο “Εγώ ποτέ να μην καυχηθώ για τίποτε άλλο, παρά μόνο για το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού” (Γαλ. 6, 14).». Σε άλλο σημείο μας λέγει ακόμη: «[…] όπου όμως είναι οι κιθάρες και οι χοροί, εκεί είναι η ζάλη των ανδρών και των γυναικών και η γιορτή του Διαβόλου.»[41].

Κανόνας ϞΖ´ (97ος)

«Τοὺς ἢ γαμετῇ συνοικοῦντας, ἢ ἄλλως ἀδιακρίτως τοὺς ἱεροὺς τόπους κοινοποιοῦντας, καὶ καταφρονητικῶς περὶ αὐτοὺς ἔχοντας, καὶ οὕτως ἐν αὐτοῖς καταμένοντας, καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖς σεβασμίοις ναοῖς κατηχουμένων ἐξωθεῖσθαι προστάσσομεν. Εἰ δέ τις μὴ τοῦτο παραφυλάξοι, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἀφοριζέσθω.». Αυτός δηλαδή που αδιάκριτα μεταβάλλει τους ιερούς ναούς σε κοινούς τόπους (π.χ. όσοι κατοικούν μαζί με τις γυναίκες τους στο ναό ή στα Κατηχούμενα), χωρίς να διακρίνει ανάμεσα σε άγιο και βέβηλο/κοινό τόπο, εάν είναι κληρικός πρέπει να καθαιρεθεί και εάν είναι λαϊκός πρέπει να αφορισθεί. Επισημαίνεται ότι ο συγκεκριμένος Κανόνας αναφέρεται μεν συγκεκριμένα στην περίπτωση των ανδρών που κατοικούσαν μαζί με τις γυναίκες τους στον ναό ή στα Κατηχούμενα, ωστόσο στο εννοιολογικό του περιεχόμενο εντάσσεται και κάθε άλλη «κοινοποίηση» του ιερού ναού, όπως προκύπτει από τη διατύπωση «ἢ ἄλλως ἀδιακρίτως τοὺς ἱεροὺς τόπους κοινοποιοῦντας», δηλαδή κάθε κοσμική, αδιάκριτη και ασεβή χρήση που υποβαθμίζει την ιερότητα του χώρου, μεταβάλλοντας τον σε κοινό/κοσμικό τόπο.

Από την εν Καρθαγένη Τοπική Σύνοδο:

Κανόνας Ξ’ (60ος)

«Κακεῖνο ἔτι μὴν δεῖ αἰτῆσαι παρὰ τῶν Χριστιανῶν βασιλέων, ἐπειδὴ παρὰ τὰ θεῖα παραγγέλματα ἐν πολλοῖς τόποις συμπόσια οὕτως ἐπιτελοῦνται, ἐκ τῆς ἐθνικῆς πλάνης προενεχθέντα, ὡς καὶ Χριστιανοὺς τοῖς Ἕλλησι λάθρα προσσυνάγεσθαι ἐπὶ τῇ τούτων τελετῇ, ἵνα κελεύσωσι τὰ τοιαῦτα κωλυθῆναι καὶ ἐκ τῶν πόλεων καὶ ἐκ τῶν κτήσεων· μάλιστα, ὅτι καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς γενεσίοις τῶν μακαρίων μαρτύρων ἀνά τινας πόλεις καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἱεροὺς τόπους τὰ τοιαῦτα πλημμελεῖν οὐχ ὑφορῶνται· ἐν αἷς ἡμέραις, ὅπερ καὶ λέγειν αἰσχύνη ἐστίν, ὀρχήσεις μυσαρὰς εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ εἰς τὰς πλατείας ἐκτελοῦσιν, ὥστε τῇ τῶν οἰκοδεσποινῶν τιμῇ, καὶ ἄλλων ἀναριθμήτων γυναικῶν τῇ αἰδοῖ, τῶν εὐλαβῶς εἰς τὴν ἁγίαν ἡμέραν παραγενομένων, λάγναις ὕβρεσιν ἐφορμᾷν, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς ἁγίας πίστεως σχεδὸν φεύγεσθαι τὴν προσέλευσιν.». Ο συγκεκριμένος Κανόνας προστάζει να μην γίνονται χοροί και παιχνίδια κατά τις εορτές και στις μνήμες των Μαρτύρων, ούτε μέσα στις πόλεις, αλλά ούτε έξω στους ιερούς ναούς των Μαρτύρων, διότι αυτά είναι ειδωλολατρικά και ανήθικα έθιμα.

Αναφορικά με τον ιερό και άγιο χαρακτήρα των εμπεριεχομένων στους ιερούς ναούς σκευών, όπως οι ιερές εικόνες, ο Τίμιος Σταυρός, επικαλούμαστε την διδασκαλία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία σε απάντησή της στην αμφισβήτηση της αγιότητας των Ιερών Εικόνων αναφέρεται στην αγιότητα και τη μετάδοση των άκτιστων θείων ενεργειών από τα καθιερωμένα στο Θεό. Οι άκτιστες και αγιαστικές επενέργειές του Θεού αφορούν και στο σώμα και στην ύλη. Οι εικόνες των αγίων δεν είναι απλές αναμνηστικές παραστάσεις, όπως οι φωτογραφίες των συγγενών και φίλων, αλλά μετέχουν και αυτές στη δόξα και στον αγιασμό, λόγω της μυστικής τους σχέσεως και ομοιώσεως προς τα πρωτότυπα. Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ενοικεί στους αγίους, χαριτώνει και αγιάζει τα σώματά τους, όπως αυτό διαπιστώνεται στα άγια λείψανά τους και περνά και στις άγιες εικόνες τους, που για το λόγο αυτό θαυματουργούν.

Ό,τι αφιερώνεται στο Θεό και στους αγίους μετέχει της Χάριτος και γίνεται άγιο. Οι εικόνες είναι ισοδύναμες προς το ευαγγέλιο, τον σταυρό και τα ιερά σκεύη. Γι’ αυτό με έμφαση η Σύνοδος υπογραμμίζει: «ταύτα ούν ειδότες ημείς οι τω Θεώ μόνω την λατρείαν ημών εν πνεύματι και αληθεία προσάγοντες πάντα τα αυτώ ανατεθειμένα και καθιερωμένα, είτε θείος τύπος του τιμίου σταυρού είτε άγιον ευαγγέλιον είτε σεπταί εικόνες είτε ιερά σκεύη εισί, και ασπαζόμεθα και περιπτυσσόμεθα, ως ελπίδα έχοντες αγιασμού μεταλαμβάνειν παρ’ αυτών»[42]. Από όλα τα ιερά σκεύη, (π.χ. τίμιος σταυρός, άγιο ευαγγέλιο, ιερές εικόνες) τα οποία ασπαζόμαστε, λαμβάνουμε αγιασμό.

Απαραίτητα, πρέπει να μνημονευθεί το ανάθεμα, με το οποίο η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος περάτωσε τον Όρο της και το οποίο αρκεί για να αποτρέψει κάθε είδους κοσμική και κοινή χρήση των Ιερών Ναών:

«Ὀρίζομεν σύν ἀκριβείᾳ πάσῃ καί ἐμμελείᾳ παραπλησίως τῷ τύπῳ τοῦ τιµίου καί ζωοποιοῦ σταυροῦ ἀνατίθεσθαι τάς σεπτάς καί ἁγίας εἰκόνας, τάς ἐκ χρωμάτων καί ψηφίδος καί ἑτέρας ὕλης ἐπιτήδείως ἐχούσης ἐν ταῖς ἁγίαις τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις, ἐν ἱεροῖς σκεύεσι καί ἐσθῆσι, τοίχοις τε καί σανίσιν͵ οἶκοις τε καί ὁδοῖς τῆς τε τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰκόνος, καί τῆς ἀχράντου δεσποίνης ἡμῶν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, τιµίων τε ἀγγέλων, καί πάντων τῶν ἁγίων καί ὁσίων ἀνδρῶν. Ὅσῳ γάρ συνεχώς δι’ εἰκονικῆς ἀνατυπώσεως ὁρῶνται, τοσοῦτον καί οἱ ταύτας θεώμενοι διανίστανται πρός τήν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καί ἐπιπόθησιν, οὐ μήν τήν κατά πίστιν ἡμῶν ἀληθινήν λατρείαν, ἤ πρέπει µόνῃ τῇ θείᾳ φύσει, ἀλλ’ ὃν τρόπον τῷ τύπῳ τοῦ τιµίου καί ζωοποιοῦ σταυροῦ καί τοῖς ἁγίοις εὐαγγελίοις καί θυµιαµάτων καί φώτων προσαγωγήν πρός τήν τούτων τιμήν ποιεῖσθαι, καθώς καί τοῖς ἀρχαίοις εὐσεβῶς εἴθισται, ἡ γάρ τῆς εἰκόνος τιµή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει καί ὁ προσκυνῶν τήν εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τήν ὑπόστασιν. Οὕτω γάρ κρατύνεται ἡ τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν διδασκαλία, εἴτουν παράδοσις τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπό περάτων εἰς πέρατα δεξαµένης τό εὐαγγέλιον... Τούς οὖν τολμῶντας ἑτέρως φρονεῖν ἤ διδάσκειν ἤ κατά τούς ἐναγεῖς αἱρετικούς τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις ἀθετεῖν καί καινοτοµίαν τινά ἐπινοεῖν ἤ ἀποβάλλεσθαί τι ἐκ τῶν ἀνατεθειμένων τῇ ἐκκλησίᾳ εὐαγγέλιον ἤ τύπον τοῦ σταυροῦ ἤ εἰκονικήν ἀναζωγράφησιν ἤ ἅγιον λείψανον μάρτυρος, ἤ ἐπινοεῖν σκολιῶς καί πανούργως πρός τό ἀνατρέψαι ἕν τι τῶν ἐνθέσμων παραδόσεων τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἔτι γε µήν ὡς κοινοῖς χρῆσθαι τοῖς ἱεροῖς χειµηλίοις ἤ τοῖς εὐαγέσι µοναστηρίοις, ἐπισκόπους μέν ὄντας ἤ κληρικούς καθαιρεῖσθαι προοστάττοµεν, µονάζοντας δέ ἤ λαϊκούς τῆς κοινωνίας ἀφορίζεσθαι»[43].

Η ιερή ιδιότητα τόσο των Ιερών Ναών όσο και των εμπεριεχομένων σ’ αυτούς ιερών σκευών, διαφαίνεται σ’ αυτή τη διδασκαλία της αγίας Συνόδου καθότι, κατ’ αυτήν, όσα «ἀνατίθενται τῷ Θεῷ» και αφιερώνονται στην υπηρεσία της εν Χριστώ σωτηρίας μεταδίδουν αγιασμό και Χάρη.

β.2. Κανόνες σχετικά με την ψαλμωδία εντός του Ναού

Με μια άλλη δέσμη Κανόνων οι Πατέρες της Εκκλησίας θέλησαν να ορίσουν ποιοι επιτρέπεται να ψάλλουν εντός των Ιερών Ναών. Από την εν Τρούλλῳ Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο προκύπτουν οι εξής Κανόνες:

Κανόνας ΛΓ´ (33ος)

«Ἐπειδή περ ἔγνωμεν ἐν τῇ Ἀρμενίων χώρᾳ, μόνους ἐν κλήρῳ, τοὺς ἐκ γένους ἱερατικοῦ κατατάττεσθαι, Ἰουδαϊκοῖς ἔθεσιν ἑπομένων τῶν τοῦτο πράττειν ἐπιχειρούντων, τινὰς δὲ αὐτῶν καὶ μὴ ἀποκειρομένους, ἱεροψάλτας, καὶ ἀναγνώστας τοῦ θείου ναοῦ καθίστασθαι· συνείδομεν, ὥστε ἀπὸ τοῦ νῦν, μὴ ἐξεῖναι τοῖς εἰς κλῆρον βουλομένοις προάγειν τινάς, εἰς τὸ γένος ἀποβλέπειν τοῦ προχειριζομένου· ἀλλὰ δοκιμάζοντες, εἰ ἄξιοι εἶεν, κατὰ τοὺς τεθέντας ἐν τοῖς ἱεροῖς κανόσιν ὄρους, ἐν κλήρῳ καταλεγῆναι, τούτους ἐκκλησιαστικοὺς προχειρίζεσθαι, εἴτε καὶ ἐκ προγόνων γεγόνασιν ἱερέων, εἴτε καὶ μή. Ἀλλὰ μηδέ τινα τῶν ἁπάντων συγχωρεῖν ἐπ᾿ ἄμβωνος, κατὰ τὴν τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων τάξιν, τοὺς θείους τῷ λαῷ λόγους ἀποφωνεῖν· εἰ μή τι ἂν ἱερατικῇ κουρᾷ χρήσηται ὁ τοιοῦτος, καὶ τὴν εὐλογίαν ὑπὸ τοῦ οἰκείου ποιμένος κανονικῶς ὑποδέξηται. Εἰ δέ τις φωραθείη παρὰ τὰ προγεγραμμένα ποιῶν, ἀφοριζέσθω.».

Ορίζει ο ανωτέρω Κανόνας ότι κανένας λαϊκός ή μη κανονικά διορισμένος δεν επιτρέπεται να ψάλλει ή να αναγιγνώσκει κείμενα στον άμβωνα. Η μόνη εξαίρεση είναι εάν φέρει ιερατική κουρά και λάβει την κανονική ευλογία (χειροθεσία) από τον οικείο Επίσκοπο ή ποιμένα.

Κανόνας Ο´ (70ος)

«Μὴ ἐξέστω ταῖς γυναιξὶν ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας λαλεῖν· ἀλλὰ κατὰ τὴν φωνὴν Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾿ ὑποτάττεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν.».

Ο ανωτέρω Κανόνας απαγορεύει στις γυναίκες να ομιλούν (αυτονόητα και να ψάλλουν) μέσα στην Εκκλησία.

Κανόνας ΟΕ' (75ος)

«Τοὺς ἐπὶ τῷ ψάλλειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαῖς ἀτάκτοις κεχρῆσθαι, καὶ τὴν φύσιν πρὸς κραυγὴν ἐκβιάζεσθαι, μήτε τι ἐπιλέγειν τῶν μὴ τῇ ἐκκλησίᾳ ἁρμοδίων τε καὶ οἰκείων· ἀλλὰ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ κατανύξεως, τὰς ψαλμῳδίας προσάγειν τῷ τῶν κρυπτῶν ἐφόρῳ Θεῷ. Εὐλαβεῖς γὰρ ἔσεσθαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ τὸ ἱερὸν ἐδίδαξε λόγιον.». Η ψαλμωδία που γίνεται στην Εκκλησία είναι παράκληση προς τον Θεό να εξιλεωθεί εις τις αμαρτίες μας. Όποιος όμως παρακαλεί και δέεται έχει ήθος ταπεινό και κατανενυγμένο και δεν κραυγάζει, καθότι οι κραυγές φανερώνουν ήθος θρασύ και ανευλαβές. Δια τούτο, προστάζει ο Κανόνας αυτός οι ψάλτες να μην βιάζουν τη φύση τους στο να φωνάζουν δυνατά αλλά ούτε και να λέγουν κάτι ανάρμοστο στην Εκκλησία. Ανάρμοστο είναι, για παράδειγμα, η υπερβολική ποικιλία των μελωδιών η οποία κλίνει σε πορνικά άσματα. Η ψαλμωδία θα πρέπει να προσφέρεται στον Θεό με πολλή προσοχή και κατάνυξη[44].

Από την εν Λαοδικεία Τοπική Σύνοδο:

Κανόνας ΙΕ´ (15ος)

«Περὶ τοῦ μὴ δεῖν πλὴν τῶν κανονικῶν ψαλτῶν, τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων, καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων, ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν ἐκκλησίᾳ.».

Εμποδίζει ο Κανόνας το να ψάλλει στην Εκκλησία όποιος θέλει. Επιτρέπεται να ψάλλουν μόνο οι κανονικοί ψάλτες, αυτοί δηλαδή που είναι συναριθμημένοι στον κλήρο και χειροτονημένοι σε κάθε εκκλησία, οι οποίοι και ανεβαίνουν στον άμβωνα και ψάλλουν από τα καθιερωμένα ψαλτικά βιβλία. Διαφορετικά, εάν δηλαδή ψάλλει όποιος αμαθής τύχει, επικρατεί στον Ναό αταξία. Αντίθετα, επικρατεί ευταξία, όταν ψάλλουν οι έμπειροι ψάλτες που έχουν αυτό το ειδικό λειτούργημα της ψαλμωδίας και αυτήν την ειδική μυστηριακή χάρη από τον Θεό. Ερμηνεύοντας τον εν λόγω Κανόνα και ο ερμηνευτής Ζωναράς μας λέγει τα εξής: «Εὐταξίαν βούλονται οἱ τῆς Συνόδου ἐν ταῖς ἐκκλησίαις φυλάττεσθαι· διό καί μή δεῖν εἶπον ψάλλειν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τόν βουλόμενον, ἀλλά τούς ψάλτας τούς κανονικούς, τούς ἐν κλήρῳ δηλαδή τεταγμένους, τούς ἐν ἑκάστῃ Ἐκκλησίᾳ κεχειροτονημένους, τούς ἀπό διφθέρας ψάλλοντας. Διφθέρας δέ ὠνόμασαν ἅς ὁ κλεινός Παῦλος μεμβράνας ἐκάλεσεν ἐπιστέλλων τῷ Τιμοθέῳ, Φέρε, γράψας, τά βιβλία, μάλιστα δέ τάς μεμβράνας (Τιμ. δ΄, 13), διφθέραι γάρ τά δέρματα λέγονται, ἐξ ὧν αἱ μεμβράναι ἐργάζονται. Τά βιβλία τοίνυν τά ἐκκλησιαστικά λέγονται καλέσαι οἱ τῆς συνόδου Πατέρες διφθέρας.».

Ο βυζαντινός κανονολόγος Αριστηνός ομοίως μας λέγει τα εξής: «Εἰ μή μετά διφθέρας, οὐδείς ἀμβωνίζεται. Οὐ δεῖ ἐπ’ ἄμβωνος ἀνέρχεσθαί τινας, μή ἱερατικήν κουράν ἔχοντας, καί τήν εὐλογίαν ὑπό τοῦ οἰκείου ποιμένος κανονικῶς δεξαμένους, καί τούς θείους τῷ λαῷ λόγους ὑποφωνεῖν. Πλήν καί τούτους, μή ἄλλως ψάλλειν ἐπ’ ἄμβωνος, εἰ μή μετά διφθέρας, ἤτοι φελωνίου.»[45].

Από τους Αποστολικούς Κανόνες:

Κανόνας ΞΘ´ (69ος)

«Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τὴν ἁγίαν Τεσσαρακοστὴν τοῦ Πάσχα οὐ νηστεύει, ἢ τετράδα, ἢ παρασκευήν, καθαιρείσθω, ἐκτὸς εἰ μὴ δι᾿ ἀσθένειαν σωματικὴν ἐμποδίζοιτο· εἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.».

Ο ανωτέρω Αποστολικός Κανόνας παρατίθεται προκειμένου να αναδειχθεί και πάλι ότι οι ψάλτες εντάσσονται στον κατώτερο ιερό κλήρο. Είναι δηλαδή χειροτονημένοι και έχουν ειδική μυστηριακή από τον Θεό χάρη και αποστολή, ήτοι της κατά Θεόν ψαλμωδίας. Αυτό φαίνεται από την διατύπωση του Κανόνα καθότι, για τους μεν αναγνώστες ή ψάλτες που δεν θα νηστέψουν την Μεγάλη Τεσσαρακοστή ορίζει καθαίρεση και όχι αφορισμό, ο οποίος ισχύει για τους λαϊκούς.

β.3. Κανόνες σχετικά με τους τραγουδιστές, χορευτές και τα όργανα

Από τις Διαταγές των Αποστόλων:

« […] ἐάν τις προσίῃ ἀνὴρ ἢ γυνὴ ἢ ἡνίοχος ἢ μονομάχος ἢ σταδιοδρόμος ἢ λουδεμπιστὴς ἢ ὀλυμπικὸς ἢ χοραύλης ἢ κιθαριστὴς ἢ λυριστὴς ἢ ὄρχησιν ἐπιδεικνύμενος ἢ κάπηλος, ἢ παυσάσθωσαν ἢ ἀποβαλλέσθωσαν.» [=Εάν κάποιος άνδρας ή γυναίκα προσέλθει στην πίστη και είναι λουδεμπιστής (δηλαδή αρχηγός των παιχνιδιών) ή ολυμπικός (δηλαδή παλαιστής και αγωνιστής), ή χορευτής ή κιθαριστής ή λυριστής ή επιδεικνύει τους χορούς ή να σταματήσει να το κάνει αυτό ή να απομακρύνεται από τη Σύναξη.][46]. Δηλαδή οι Απόστολοι αφορίζουν τους κιθαριστές και λυριστές και χορευτές και όλους όσοι παίζουν και τους αρχηγούς των παιχνιδιών.

Από την εν Τρούλλῳ Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο:

Κανόνας ΞΒ’ (62ος)

«Τάς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καὶ τὰ λεγόμενα Βοτά, καὶ τὰ καλούμενα Βρουμάλια, καὶ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου μηνὸς ἡμέρᾳ ἐπιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰς τῶν γυναίων δημοσίας ὀρχήσεις, ὡς ἀσέμνους, καὶ πολλὴν λύμην καὶ βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας, ἔτι μὴν καὶ τὰς ὀνόματι τῶν παρ’ Ἕλλησι ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν ἢ ἐξ ἀνδρῶν, ἢ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις, καὶ τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν, καὶ ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες, μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλὰ μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἢ σατυρικά, ἢ τραγικὰ ὑποδύεσθαι· μήτε τὸ τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα, τὴν σταφυλὴν ἐκθλίβοντας ἐν ταῖς ληνοῖς, ἐπιβοᾷν· μηδὲ τὸν οἶνον ἐν τοῖς πίθοις ἐπιχέοντας γέλωτα ἐπικινεῖν, ἀγνοίας τρόπῳ ἢ ματαιότητος, τὰ τῆς δαιμονιώδους πλάνης ἐνεργοῦντας. Τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νύν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεὶν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι.».

Ο συγκεκριμένος Κανόνας απαγορεύει, μεταξύ άλλων, να χορεύουν δημόσια οι γυναίκες και όποια χορεύει να αφορίζεται.

Από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο:

Κανόνας ΚΒ’ (22ος)

« […]. Καὶ οἷς μὲν ὁ βίος ἐστὶ γάμου, καὶ τέκνων, καὶ λαϊκῆς διαθέσεως, ἀναμίξ ἐσθίειν ἄνδρας καὶ γυναῖκας, τῶν ἀδιαβλήτων ἐστί, μόνον τῷ διδόντι τροφὴν τὴν εὐχαριστίαν προσάγοντας· μὴ μετά τινων θυμελικῶν ἐπιτηδευμάτων, εἴτουν σατανικῶν ᾀσμάτων, κιθαρῶν τε, καὶ πορνικῶν λυγισμάτων, οἷς ἐπέρχεται ἡ προφητικὴ ἀρά, οὑτωσὶ λέγουσα· Οὐαὶ οἱ μετὰ κιθάρας, καὶ ψαλτηρίου, τὸν οἶνον πίνοντες, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι. Καὶ εἴπου ποτὲ εἶεν τοιοῦτοι ἐν τοῖς Χριστιανοῖς, διορθούσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, κρατείτωσαν ἐπ' αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν κανονικῶς ἐκτεθέντα. […]». Ο συγκεκριμένος Κανόνας αφορίζει τους Χριστιανούς εκείνους που καλούν στα σπίτια τους παίχτες για να παίξουν, όπως επίσης και τους Χριστιανούς που με πορνικά τραγούδια, κιθάρες και χορούς τρων και πίνουν και δεν αποδίδουν την πρέπουσα ευχαριστία στον Θεό, που τους δίνει τροφή.

Από την εν Λαοδικεία Τοπική Σύνοδο:

Κανόνας ΝΓ’ (53ος)

«Ὅτι οὐ δεῖ Χριστιανοὺς εἰς γάμους ἀπερχόμενους, βαλλίζειν, ἢ ὀρχεῖσθαι, ἀλλὰ σεμνῶς δειπνεῖν ἢ ἀριστᾷν, ὡς πρέπει Χριστιανοῖς.». Προστάζει ο Κανόνας αυτός τους Χριστιανούς, όταν πηγαίνουν στους γάμους, να μη βαλλίζουν, ήτοι να μην χτυπούν τύμπανα ή άλλα όργανα και κατά τους ήχους αυτών να χορεύουν, αλλά να γευματίζουν και να δειπνούν με σεμνότητα, όπως πρέπει στους Χριστιανούς.

Κανόνας ΝΔ´ (54ος)

«Ὅτι οὐ δεῖ ἱερατικοὺς ἢ κληρικούς τινας θεωρίας θεωρεῖν ἐν γάμοις, ἢ δείπνοις, ἀλλά, πρὸ τοῦ εἰσέρχεσθαι τοὺς θυμελικούς, ἐγείρεσθαι αὐτοὺς καὶ ἀναχωρεῖν.». Κατά τον Κανόνα αυτόν, δεν πρέπει οι Ιερωμένοι και οι Κληρικοί, όταν κλητευθούν σε γάμους ή δείπνα ή σε άλλες όμοιες εορτές, να στέκονται να βλέπουν χορούς και άλλες άσεμνες θεωρίες που γίνονται εκεί, αλλά πριν ακόμα έλθουν οι θυμελικοί, δηλαδή αυτοί που χορεύουν και παίζουν τα όργανα, να σηκώνονται και να φεύγουν[47].

Συμπεράσματα: Από την συνδυαστική και συνολική εξέταση των ανωτέρω παρατιθέμενων Ιερών Κανόνων, οι οποίοι είναι θεόπνευστοι και εκφράζουν το πνεύμα της Εκκλησίας, προκύπτει ότι η θεία λατρεία αποτελεί τη μόνη προσήκουσα και δέουσα χρήση των ιερών ναών, ενώ απαγορεύεται κάθε είδους «κοινοποίηση» των ιερών χώρων, ήτοι κάθε ξένη προς την θεία λατρεία χρήση. Προκύπτει επίσης ο ιερός και άγιος χαρακτήρας των εμπεριεχόμενων στους ιερούς ναούς σκευών, όπως οι άγιες εικόνες. Εάν κοσμικές εκδηλώσεις δεν επιτρέπονται ούτε στο πλαίσιο των περιβόλων των ναών, πόσο περισσότερο αυτές απαγορεύονται εντός του κύριου ναού. Περαιτέρω αντιλαμβανόμαστε ότι εντός των ιερών ναών επιτρέπεται μόνο η, εμφορούμενη από το Άγιο Πνεύμα, ψαλμωδία, η οποία και μόνο συνδέεται με την θεία λατρεία και όχι το κοσμικό τραγούδι, το όποιο, όπως υποδηλώνει και η λέξη, διαπνέεται από το πνεύμα του κόσμου και όχι από το Άγιο Πνεύμα. Και αυτή μάλιστα η ψαλμωδία έχει τις προϋποθέσεις της προκειμένου να είναι θεάρεστη, ήτοι να γίνεται με πολλή προσοχή και κατάνυξη και όχι με διάθεση επιδείξεως των φωνητικών ικανοτήτων και γενικά από κενοδοξία. Οι ψάλτες είναι μόνο άρρενες και εντάσσονται στον κατώτερο κλήρο, έχουν ιερατική κουρά και ευλογία από τον οικείο ποιμένα.

Αυτονόητα, όμως, τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει στην περίπτωση των κοσμικών τραγουδιών ακόμη και κλασσικής μουσικής και συναυλιών και χορωδιών από κοσμικούς τραγουδιστές, άνδρες και γυναίκες που λαμβάνουν χώρα εντός των ιερών ναών, καθότι τα εν λόγω τραγούδια φυσικά δεν συνιστούν ψαλμωδία αλλά και τα πρόσωπα αυτά φυσικά δεν έχουν την ιδιότητα ψάλτη, με την έννοια των Ιερών Κανόνων. Δηλαδή δεν είναι χειροτονημένοι, δεν εντάσσονται στον κατώτερο κλήρο, ούτε έχουν κουρά, ούτε την ειδική μυστηριακή χάρη και αποστολή του καθιερωμένου ψάλτη, ενώ οι γυναίκες δεν επιτρέπεται όχι μόνο να ψάλλουν, αλλά ούτε και να ομιλούν μέσα εις την Εκκλησία. Τέλος, οι χοροί, ακόμη και οι λεγόμενοι παραδοσιακοί, και τα κοσμικά τραγούδια απορρίπτονται από τους Πατέρες, ενώ εν σχέση με τα μουσικά όργανα οι Πατέρες είναι αρνητικοί γενικά ως προς την χρήση τους.

γ. Τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας

Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, με τα συγγράμματα και τη διδασκαλία τους, ομολογούν την αγιότητα και ιερότητα τόσο του ορθόδοξου ναού, ο οποίος είναι τόπος λατρείας του Αγίου Τριαδικού Θεού, προσευχής και κατάνυξης, όσο και των εμπεριεχομένων σ’ αυτόν σκευών. Ο παλαιός ναός των Εβραίων ήταν τύπος και μια σκιά της τωρινής Εκκλησίας των Χριστιανών. Οι ιεροί Πατέρες τονίζουν ότι οι πιστοί οφείλουν να εισέρχονται εντός του ναού με φόβο και δέος, επιδεικνύοντας κάθε σεβασμό, ενώ δεν επιτρέπεται η «κοινοποίηση» τους, δηλαδή η καταφρονητική χρήση των ιερών ναών ωσάν να ήταν κοινοί τόποι. Τέτοια καταφρονητική χρήση είναι και η πραγματοποίηση εντός του ναού κοσμικών συναυλιών μετά της συνοδείας μάλιστα και μουσικών οργάνων, τα οποία ουδέποτε υιοθετήθηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι παντελώς ξένα προς την Ιερά μας Παράδοση.

Ο Απόστολος Παύλος τονίζει σε επιστολή του προς τον Τιμόθεο ότι η Εκκλησία είναι οίκος Θεού και στύλος και θεμέλιο της αληθείας, «Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας.» [=Σου τα γράφω αυτά έχων την ελπίδα, ότι σύντομα θα έλθω εις σε, δια να σου πω και προφορικώς περισσότερα. Εάν όμως αργοπορήσω, σου τα γράφω δια να γνωρίζης πως πρέπει να ζης και να φέρεσαι στον οίκον του Θεού, ο οποίος οίκος είναι η Εκκλησία του Θεού του ζώντος. (Είναι αυτή θεοσύστατος, ζων οργανισμός επί ασαλεύτου βάσεως εδραιωμένος, φορεύς της αιωνίου θείας αληθείας. Θεμέλιος λίθος και κεφαλή της είναι ο Χριστός, πλήρωμα δε αυτής οι πιστοί, κλήρος και λαός). Και η Εκκλησία αυτή είναι στύλος και στερεόν θεμέλιον της αληθείας.][48].

Κατά τον Άγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ο ναός είναι οίκος Θεού, καθότι αγιάζεται δια της θείας χάριτος και με τις ιερατικές ευχές. Αν και είναι κατασκευασμένος από άψυχη ύλη, είναι ωστόσο, οίκος Θεού, έχει μάλιστα ένοικο αυτόν τον Θεό, επειδή στο όνομα αυτού του Θεού επωνομάσθηκε ή μαζί με αυτόν στο όνομα κάποιου από τους αγίους του. Γι’ αυτό και φέρνει την ονομασία του Θεού ή του αγίου εκείνου και δεν τον ονομάζουμε πλέον απλώς οίκο, αλλά οίκο άγιο, ως αγιασμένο από τον Πατέρα διά του παναγίου Υἱοῦ ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι και ως σκήνωμα της Τριάδος. Αν ο ναός είναι αφιερωμένος στο όνομα του εν Τριάδι Θεού, όταν πάμε σε αυτόν, λέγουμε ας πάμε στην Αγία Τριάδα, δηλαδή στον οίκο που είναι αφιερωμένος σε αυτόν ή στον Χριστό, στον ένα της Τριάδος Θεό, τον σαρκωθέντα Υιό Λόγο. Ή λέγουμε, ας πάμε προς την Παναγία ή στους Αποστόλους ή σε κάποιον από τους αγίους. Ο λόγος αυτός δηλώνει ότι ο ναός αφιερώθηκε στον Θεό και ο Θεός είναι σε αυτόν και ο δούλος του Θεού, στον οποίο ονομάστηκε ο ναός, μένει πλέον εκεί σαν ένα δικό του κατοίκημα και ότι με την ψυχή μεν επιδημεί εκεί αΰλως, πολλές φορές όμως και με τα άγια του λείψανα, τα οποία είναι τοποθετημένα εκεί.

Μάλιστα, όπως τονίζει ο άγιος, στα άγια λείψανα αλλά και στα υλικά του ναού υπάρχει η Θεία Χάρις, διότι θείες δυνάμεις ενεργούνται στους ναούς και εμφανίσεις Αγγέλων και αγίων και θαύματα τελούνται και ιάματα χαρίζονται. Και αυτά τα άψυχα αντικείμενα που ευρίσκονται εντός των ιερών ναών, όπως ύδατα, λίθοι, στύλοι, άμφια και σίδερα έχουν ενέργεια και χάρη, όχι από μόνα τους, επειδή είναι άψυχα και κτίσματα του Θεού και δεν έχουν από μόνα τους κανένα προτέρημα, αλλά αυτά τα ενεργεί η χάρις του Θεού και το θείο όνομα, στο οποίο επωνομάσθηκαν, προκειμένου να αγιασθούμε κι εμείς[49]. Όσα δε είναι στο όνομα του Θεού, δεν επιτρέπεται να τα μεταχειρίζεται απλά και ως έτυχε ο καθένας, επειδή κάθε υλικό που είναι αγιασμένο με το όνομα του Θεού πρέπει να το ευλαβούμαστε και κεραμίδια και λίθους και ξύλα, ως αγιασμένα με το θείο όνομα και γεμάτα από χάρι και μεταδοτικά χαρίτων και αγιασμού. Παρατίθεται και το πρωτότυπο κείμενο:

«Ὁ ναός ἀφιέρωται τῷ Θεῷ, καί αὐτοῦ ἐστιν οἶκος· καί αὐτός ἐστιν ἐν αὐτῷ. Καί ὁ ἐπικληθείς δέ δοῦλος αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει, ὡς ἐν οἰκείῳ σκηνώματι. Καί τῇ ψυχῇ μέν ἐνδημεῖ ἀΰλως, πολλάκις δέ καί τοῖς λειψάνοις ἐστί τεθειμένος ἐκεῖσε· καί θείᾳ δυνάμει καί χάριτι, ἐνεργεῖ· ὅτι καί διπλοῖ ὄντες ἡμεῖς καί τά δῶρα διπλῶς λαμβάνομεν. Ὅθεν καί ἐν τοῖς ὑλώδεσι τούτοις ἡ χάρις ἐφίσταται, καί ἐπιφοιτῶσα μένει, καί δι᾽ ἡμᾶς ἐνεργεῖ εὐδοκίᾳ Πατρός, καί ἐλέει τοῦ δι᾽ ἡμᾶς σαρκωθέντος καί διπλῶς ἡμᾶς ἀναπλάσαντος, καί ἐπιδημίᾳ καί οἰκτιρμοῖς τοῦ συνεργοῦ αὐτῷ καί ἀχωρίστου Πνεύματος. Καί τοῦτο βλέπομεν ἀριδήλως. Θεῖαι γάρ δυνάμεις ἐνεργοῦνται ἐν τοῖς ναοῖς, καί ἀγγέλων ἐμφάνειαι καί ἁγίων· καί σημεῖα τελεῖται· καί τά αἰτήματα δίδοται· καί ἰάματα χορηγεῖται· καί τά ἐν αὐτοῖς δέ τοῖς ναοῖς ἄψυχα, ὕδατά τε καί λίθοι καί κίονες καί πέπλα καί σιδήρια ἐνεργεῖ· οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτῶν, πῶς γάρ; ἄψυχα καί κτίσματα Θεοῦ ὄντα, καί μηδέν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔχοντα; ὅμως ταῦτα ἐνεργεῖ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐν τούτοις ἐπικληθείσῃ, καί τοῦ θείου ἐν τούτοις ἐπονομασθέντος ὀνόματος, ἵν᾽ ἁγιασθῶμεν ἡμεῖς. Ὅπου τοίνυν Θεοῦ ὀνομασία τε καί ἐπίκλησις τοῦ πάντα πεποιηκότος τῆς μακαρίας Τριάδος τοῦ μόνου ὄντος Θεοῦ, ἅγια πάντα, καί ἐνεργεῖ πάντα, καί ἰᾶται, καί σώζει τῇ χάριτι».

Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί πως, η Εκκλησία είναι οίκος του Κυρίου και όταν εισέρχεται ο πιστός στην Εκκλησία, στο Ναό, εισέρχεται στα ανάκτορα των ουρανών και πατά σε τόπο που αστράφτει[50]. Επίσης, τίποτα δεν είναι τόσο αρμόζον εις την Εκκλησία όσο η σιγή και η ευταξία. Ο θόρυβος δεν αρμόζει στην Εκκλησία, αλλά εις τα θέατρα και εις τα λουτρά και εις τας πανηγύρεις και εις τας αγοράς. Στην Εκκλησία ο λόγος είναι κατανυκτικός. Δεν χαρακτηρίζεται από στόμφο και ωραιότητα λέξεων, ούτε έχει σκοπό την ευχαρίστηση, ωσάν να ακούν οι πιστοί μελωδούς και κιθαριστές. Οι ιερείς και οι ιεροκήρυκες έχουν καθήκον να διδάσκουν στους πιστούς το Ευαγγέλιο, την αλήθεια των λόγων του Αγίου Τριαδικού Θεού και να διορθώνουν τη ήθη, ωφελώντας έτσι πραγματικά τις ψυχές των ανθρώπων[51].

Ο Μέγας Βασίλειος στους Ηθικούς του Κανόνες τονίζει ότι δεν πρέπει τα άγια να χρησιμοποιούνται για «κοινές» χρήσεις, διότι αυτό αποτελεί εξύβριση και ότι οτιδήποτε έχει αφιερωθεί, ονομαστεί ή συνδεθεί με τον Θεό (είτε πρόκειται για πρόσωπο, είτε για τόπο, πράγμα ή πράξη), πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιερότητα και σεβασμό, αρκεί να συνεχίζει να τηρείται και να εκπληρώνεται επάνω του το θείο θέλημα, «Ὅτι οὐ δεῖ τὰ ἅγια τῇ ἐπιμιξίᾳ τῶν πρὸς τὴν κοινὴν χρείαν καθυβρίζειν.[…]. Ὅτι τὸ ἐπονομαζόμενον τῷ Θεῷ μέχρι τότε ὡς ἅγιον τιμᾷν δεῖ, μέχρις ἂν τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα φυλάσσηται ἐπ' αὐτῷ.»[52]. Ο ναός, ως αφιερωμένος στον Θεό, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για «κοινές», κοσμικές χρήσεις.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τονίζει ότι ο απερίγραπτος και αχώρητος Θεός συγκαταβαίνει για τους Χριστιανούς να κατοικεί και να περιγράφεται μέσα στις άγιες Εκκλησίες, καταδέχεται να αναπαύεται μέσα στους θείους Ναούς των Χριστιανών. Επισημαίνει ότι οι Χριστιανοί πρέπει με επιθυμία να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να αξιωθούν να δουν τον επουράνιο Πατέρα τους, καθότι η Εκκλησία είναι οίκος Θεού και κοινή οικία όλων των Χριστιανών[53].

Κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία εμφανίζεται σαν ζωντανή πραγματικότητα προ παντός μέσα στο ναό. Η εκκλησία – ναός και η Εκκλησία – Σώμα Χριστού σχεδόν ταυτίζονται. Ο ναός είναι ο πραγματικός επίγειος ουρανός και η Θεία Λειτουργία είναι η ουράνια λατρεία του Θεού πάνω στη γη. Στον ναό ο πιστός αναγνωρίζει και αισθάνεται τον εαυτό του σαν πραγματικό μέλος του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας Του, ιδιαίτερα μάλιστα την ώρα της Θείας Λειτουργίας και της Θείας Κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας ο ουρανός και η γη ενώνονται μαζί. Ο Θεός με τους ανθρώπους. Οι ασώματοι άγγελοι και οι χοροί των αγίων με τους επιγείους ανθρώπους[54].

Οι Άγιοι Πατέρες ομίλησαν και για τις προϋποθέσεις της κατά Θεόν ψαλμωδίας, αλλά και για τα μουσικά όργανα. Ειδικά ως προς το ζήτημα της χρήσης μουσικών οργάνων στη θεία λατρεία τα πράγματα διαφέρουν στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Αρχικά πρέπει να τονιστεί, ότι στην Παλαιά Διαθήκη τα μουσικά όργανα ήταν εφεύρεση της γενιάς του Κάιν, δηλαδή μιας γενιάς που αποστάτησε από τον Θεό, «καὶ ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ Ἰουβάλ· οὗτος ἦν ὁ καταδείξας ψαλτήριον καὶ κιθάραν.»[55]. Όπως παρατηρούμε και σε πολλούς ψαλμούς, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, γινόταν χρήση μουσικών οργάνων, κρουστών, εγχόρδων και πνευστών. Ωστόσο, η πατερική γραμματεία ερμηνεύει αυτήν την χρήση συμβολικά και παιδαγωγικά για την τότε εποχή, λόγω της σκληροκαρδίας και της πνευματικής νηπιότητας των Ισραηλιτών, ενώ στην χριστιανική λατρεία η ψυχή του ανθρώπου έχει ανέλθει σε υψηλότερο πνευματικό επίπεδο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, έδωσαν συμβολικές ερμηνείες σε όσα αναφέρονται στη Γραφή και δη στους Ψαλμούς, για σάλπιγγες, ψαλτήρια, τύμπανα, κιθάρες κ.λ.π., τεκμηριώνοντας έτσι την απαγόρευση της χρήσης τους στη χριστιανική λατρεία, στην εποχή της Καινής Διαθήκης.

Σχετικά με την σκληροκαρδία των Ιουδαίων, υπενθυμίζουμε τον λόγο του Κυρίου, όταν ερωτηθείς απ’ αυτούς για ποιο λόγο επέτρεψε ο Μωυσής το βιβλίο αποστασίου, δηλαδή το διαζύγιο, απάντησε: «λέγει αὐτοῖς· ὅτι Μωσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν· ἀπ᾿ ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω.», δηλαδή ο Μωυσής επέτρεψε το διαζύγιο λόγω της σκληροκαρδίας τους[56]. Στον ατίθασο και σκληροτράχηλο χαρακτήρα του ισραηλιτικού λαού γίνεται πολλές φορές λόγος και στην Παλαιά Διαθήκη, ενδεικτικά «καὶ εἶπε Κύριος τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· ὑμεῖς λαὸς σκληροτράχηλος· ὁρᾶτε, μὴ πληγὴν ἄλλην ἐπάξω ἐγὼ ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐξαναλώσω ὑμᾶς. νῦν οὖν ἀφέλεσθε τὰς στολὰς τῶν δοξῶν ὑμῶν καὶ τόν κόσμον, καὶ δείξω σοι ἃ ποιήσω σοι.» (=Οταν επέρασε το πένθος των και εφόρεσαν πάλιν τας λαμπράς στολάς των λησμονήσαντες την αμαρτίαν των, είπεν ο Κυριος προς αυτούς· “σεις είσθε λαός σκληροτράχηλος, προσέχετε, μήπως και αμαρτήσετε πάλιν ενώπιόν μου και επιφέρω εναντίον σας άλλην τιμωρίαν και σας εξολοθρεύσω όλους. Τώρα, λοιπόν, βγάλετε από πάνω σας τας λαμπράς στολάς σας και τα κοσμήματα και θα σας δείξω όσα εγώ θα πράξω προς χάριν σας”.)[57].

Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας τους ψαλμούς παρατηρεί: «Ὥσπερ οὖν Ἰουδαίοις διὰ πάντων τῶν ὀργάνων, οὕτως ἡμῖν παρακελεύεται διὰ πάντων τῶν μελῶν ἀνυμνεῖν τὸν Θεὸν, δι' ὀφθαλμοῦ, διὰ γλώττης, δι' ἀκοῆς, καὶ διὰ χειρός. Ὅπερ οὖν καὶ ὁ Παῦλος δηλοῖ λέγων· Παραστήσατε τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν. Αἰνεῖ γὰρ καὶ ὀφθαλμὸς, ὅταν μὴ ἀκόλαστα βλέπῃ· καὶ γλῶττα, ὅταν ψάλλῃ· καὶ ἀκοὴ, ὅταν μὴ δέχηται πονηρὰ ᾄσματα, μηδὲ κατηγορίας τοῦ πλησίον· καὶ διάνοια, ὅταν μὴ δόλους ῥάπτῃ, ἀλλὰ ἀγάπην βρύῃ· καὶ πόδες, ὅταν μὴ ἐπὶ πονηρίαν τρέχωσιν, ἀλλ' ἐπὶ ἀγαθῶν ἔργων οἰκονομίαν· καὶ χεῖρες, ὅταν μὴ ἐπὶ ἁρπαγὴν καὶ πλεονεξίαν καὶ πληγὰς, ἀλλ' ἐπὶ ἐλεημοσύνην καὶ τὴν τῶν ἀδικουμένων προστασίαν ἐκτείνωνται. Τότε γίνεται κιθάρα ἐμμελὴς ὁ ἄνθρωπος, παναρμόνιόν τινα μελῳδίαν καὶ πνευματικὴν ἀναφέρων τῷ Θεῷ. Καὶ τὰ ὄργανα δὲ ἐκεῖνα διὰ τοῦτο ἐπετέτραπτο τότε, διά τε τὴν ἀσθένειαν αὐτῶν, καὶ διὰ τὸ κιρνᾷν αὐτοὺς εἰς ἀγάπην καὶ συμφωνίαν, καὶ ἐγείρειν αὐτῶν τὴν διάνοιαν μεθ' ἡδονῆς ποιεῖν τὰ τὴν ὠφέλειαν παρεχόμενα, καὶ εἰς πολλὴν βούλεσθαι αὐτοὺς ἄγειν σπουδὴν διὰ τῆς τοιαύτης ψυχαγωγίας. Τὸ γὰρ βάναυσον αὐτῶν καὶ ῥᾴθυμον καὶ ἀναπεπτωκὸς σοφιζόμενος ὁ Θεὸς, ἀφυπνίζειν αὐτοὺς ταύτῃ μεθώδευσε τῇ σοφίᾳ, ἀνακεράσας τῷ πόνῳ τῆς προσεδρίας τὸ ἡδὺ τῆς μελῳδίας.»[58].

Κατά τον θείο Πατέρα, ο ίδιος ο άνθρωπος γίνεται πνευματικό όργανο του Θεού όταν ζει σύμφωνα με τις εντολές Του και τα ανθρώπινα μέλη, δύνανται και πρέπει να υμνούν και να δοξολογούν τον Θεό. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος υμνεί τον Θεό με τους οφθαλμούς, όταν δεν βλέπει πονηρά, με την γλώσσα, όταν ψάλλει, με την ακοή, όταν δεν δέχεται πονηρά άσματα και κατηγορίες εις βάρος του πλησίον, με την διάνοια, όταν έχει αγάπη, με τα πόδια, όταν αυτά δεν τρέχουν για πονηρά αλλά για αγαθά έργα και με τα χέρια, όταν τα χρησιμοποιεί για ελεημοσύνες και όχι για αρπαγές. Τότε ο άνθρωπος γίνεται κιθάρα εμμελής. Η παραχώρηση από τον Θεό για την χρήση των υλικών μουσικών οργάνων έγινε λόγω της πνευματικής αδυναμίας, ανωριμότητας και ραθυμίας των Ισραηλιτών, προς το σκοπό να αφυπνιστεί η διάνοια τους, με το να επιθυμούν, με ευχαρίστηση, πράξεις ωφέλιμες.

Σχετικά με την ψαλμωδία, ο θείος Χρυσόστομος εμποδίζει τις θυμελικές (δηλαδή θεατρινίστικες) ψαλμωδίες, τις εκτεταμένες και άτακτες φωνές και ελέγχει εκείνους που ανακατώνουν με τα πνευματικά άσματα, τα εξωτερικά σχήματα των θεάτρων και άσημες φωνές. Λέγει, μάλιστα, ότι αυτά είναι χαρακτηριστικά όχι των δοξολογούντων τον Θεό, αλλά αυτών που παίζουν και ανακατεύουν τα παίγνια των δαιμόνων με την αγγελική δοξολογία. Διδάσκει ότι η ψαλμωδία πρέπει να γίνεται με φόβο, ευλάβεια και συντετριμμένη καρδιά, προκειμένου να είναι ευπρόσδεκτη από τον Θεό, ως ευώδες θυμίαμα, «Τὸ τοὺς θείους ἀναπέμποντας ὕμνους, φόβῳ πολλῷ συνεσταλμένους καὶ εὐλαβείᾳ κεκοσμημένους, οὕτω προσφέρειν τούτους. Καὶ γάρ εἰσί τινες τῶν ἐνταῦθα, οὓς οὐδὲ τὴν ὑμετέραν ἀγάπην ἀγνοεῖν οἶμαι, οἵτινες καταφρονοῦντες μὲν τοῦ Θεοῦ, τὰ δὲ τοῦ Πνεύματος λόγια ὡς κοινὰ ἡγούμενοι, φωνὰς ἀτάκτους ἀφιᾶσι καὶ τῶν μαινομένων οὐδὲν ἄμεινον διάκεινται, ὅλῳ τῷ σώματι δονούμενοι καὶ περιφερόμενοι καὶ ἀλλότρια τῆς πνευματικῆς καταστάσεως ἐπιδεικνύμενοι τὰ ἤθη. Ἄθλιε καὶ ταλαίπωρε, δέον δεδοικότα καὶ τρέμοντα τὴν ἀγγελικὴν δοξολογίαν ἐκπέμπειν, φόβῳ τε τὴν ἐξομολόγησιν τῷ κτίστῃ ποιεῖσθαι καὶ διὰ ταύτης συγγνώμην τῶν ἐπταισμένων αἰτεῖσθαι· σὺ δὲ τὰ μίμων καὶ ὀρχηστῶν ἐνταῦθα παράγεις, ἀτάκτως μὲν τὰς χεῖρας ἐπανατείνων καὶ τοῖς ποσὶν ἐφαλλόμενος καὶ ὅλῳ περικλώμενος τῷ σώματι. […]. Ἀλλὰ σὺ ταῦτα οὐ κατανοεῖς, ἐπειδὴ ὑπὸ τῶν ἐν τοῖς θεάτροις ἀκουσμάτων τε καὶ θεαμάτων τὸν νοῦν συνεσκοτίσθης καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἐκεῖσε πραττόμενα τοῖς τῆς ἐκκλησίας ἀναφύρεις τύποις, διὰ τοῦτο ταῖς ἀσήμοις κραυγαῖς τὸ τῆς ψυχῆς ἄτακτον δημοσιεύεις. […]. Πῶς οὖν τολμᾷς τῇ ἀγγελικῇ ταύτῃ δοξολογίᾳ τὰ τῶν δαιμόνων ἀναμιγνύειν παίγνια; […]. τοῦτο παιζόντων μᾶλλον ἢ δοξολογούντων. Τί οὖν ἐστι τὸ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ ἐν φόβῳ; Τὸ πᾶσαν ἐντολὴν ἀποπληροῦντας φόβῳ καὶ συστολῇ ταύτην κατεργάζεσθαι, τὸ συντετριμμένῃ καρδίᾳ καὶ τεταπεινωμένῳ νοῒ τὰς ἱκεσίας προβάλλεσθαι.»[59].

Τις προϋποθέσεις της ψαλμωδίας προσδιορίζει και ο Μ. Βασίλειος. Η ψαλμωδία πρέπει να γίνεται όχι μόνο με την γλώσσα αλλά και με τον νου και την καθαρά καρδιά, «Ἡ γλῶσσα ψαλλέτω, ὁ νοῦς ἐρευνάτω τὴν διάνοιαν τῶν εἰρημένων, ἵνα ψάλλῃς τῷ πνεύματι, ψάλλῃς δὲ καὶ τῷ νοΐ.». Κατά τον Μ. Βασίλειο, το ανθρώπινο σώμα λειτουργεί ως μουσικό όργανο δοξολογίας. Η σωματική κατασκευή του ανθρώπου συγκρίνεται με ηρμοσμένο μουσικό όργανο και ψαλτήριο. Οι καλές πράξεις του σώματος γίνονται ο αληθινός ψαλμός όταν αποδίδονται προς τη δόξα του Θεού. Η ψαλμωδία ηρεμεί την ψυχή και φέρνει σώφρονα λογισμό στον νου, «Ψαλτήριον μὲν τροπικῶς, καὶ ὄργανον ἡρμοσμένον μουσικῶς εἰς ὕμνους τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ τοῦ σώματός ἐστι κατασκευή· ψαλμὸς δὲ αἱ διὰ τοῦ σώματος πράξεις, αἱ εἰς δόξαν Θεοῦ ἀποδιδόμεναι, ὅταν ὑπὸ τοῦ λόγου ἡρμοσμένου μηδὲν ἐκμελὲς ἀποτελῶ μεν ἐν τοῖς κινήμασιν.[…]. Οὐκ εἴ τις τῷ στόματι προφέρει τὰ τοῦ ψαλμοῦ ῥήματα, οὗτος ψάλλει τῷ Κυρίῳ· ἀλλ' ὅσοι ἀπὸ καρδίας καθαρᾶς ἀναπέμπουσι τὰς ψαλμῳδίας, καὶ ὅσοι εἰσὶν ὅσιοι, σώζοντες τὴν πρὸς Θεὸν δικαιοσύνην, οὗτοι δύνανται ψάλλειν τῷ Θεῷ τοῖς ῥυθμοῖς τοῖς πνευματικοῖς ἁρμοζόντως ἀκολουθοῦντες. Πόσοι ἀπὸ πορνείας ἑστᾶσιν ἐνταῦθα, πόσοι ἀπὸ κλοπῆς! πόσοι δόλον, πόσοι ψευδολογίαν ἐν ταῖς καρδίαις κρύπτοντες! Ψάλλειν οἴονται, τῇ ἀληθείᾳ μὴ ψάλλοντες. Ὅσιον γὰρ καλεῖ πρὸς ψαλμολογίαν ὁ λόγος. Οὐ δύναται δένδρον πονηρὸν καρποὺς ἀγαθοὺς ποιεῖν, οὐδὲ καρδία πονηρὰ ῥήματα ζωῆς ἐκβάλλειν. Ποιήσατε οὖν τὸ δένδρον καλὸν, καὶ τοὺς καρποὺς αὐτοῦ καλούς. Καθάρατε τὰς καρδίας, ἵνα καρποφορῆτε τῷ πνεύματι, καὶ δυνηθῆτε, ὅσιοι γενόμενοι, ψάλλειν συνετῶς τῷ Κυρίῳ.»[60].

Επίσης, ο Μ. Βασίλειος βλέπει στο δεκάχορδο ψαλτήρι τον συμβολισμό των δέκα εντολών, δηλαδή ο ίδιος ο άνθρωπος καθίσταται δεκάχορδο ψαλτήρι όταν τηρεί όλες τις θείες εντολές σε πνευματική συμφωνία, «Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ἐν κιθάρᾳ, ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλατε αὐτῷ. Πρότερον ἐν κιθάρᾳ δεῖ ἐξομολογήσασθαι τῷ Κυρίῳ· τουτέστι, τὰς διὰ τοῦ σώματος ἐνεργείας ἀποδοῦναι ἐναρμονίως. Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῷ σώματι ἡμάρτομεν, ὅτε παρεστήσαμεν τὰ μέλη ἡμῶν δοῦλα τῇ ἁμαρτίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, τῷ σώματι καὶ ἐξομολογησώμεθα, τῷ αὐτῷ κεχρημένοι ὀργάνῳ πρὸς τὴν ἀνάλυσιν τῆς ἁμαρτίας. Ἐλοιδόρησας; εὐλόγησον. Ἐπλεονέκτησας; ἀπόδος. Ἐμεθύσθης; νήστευσον. Ἠλαζονεύσω; ταπεινώθητι. Ἐφθόνησας; παρακάλεσον. Ἐφόνευσας; μαρτύρησον· ἢ τὰ ἰσοδυναμοῦντα τῷ μαρτυρίῳ, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως σεαυτοῦ τὸ σῶμα κάκωσον. Καὶ τότε μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν ἄξιος εἶ ἐν ψαλτηρίῳ δεκαχόρδῳ ψάλλειν τῷ Θεῷ. ∆εῖ γὰρ πρότερον κατορθῶσαι τὰς διὰ τοῦ σώματος ἐνεργείας, ὥστε ἁρμονίως τῷ θείῳ λόγῳ ἀποτελεῖν, καὶ οὕτως ἐπὶ τὴν θεωρίαν τῶν νοητῶν ἀναβῆναι. Ψαλτήριον γὰρ τάχα ὁ νοῦς εἴρηται ὁ τὰ ἄνω ζητῶν, διὰ τὸ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὀργάνου τούτου τὴν ἠχοῦσαν δύναμιν ἐκ τῶν ἄνωθεν ἔχειν. Τὰ μὲν οὖν τοῦ σώματος ἔργα οἱονεὶ κάτωθεν ἐξομολογεῖται τῷ Θεῷ· τὰ δὲ διὰ τοῦ νοῦ ἐπαγγελλόμενα μυστήρια τὰς ἀφορμὰς ἄνωθεν ἔχει, οἱονεὶ ἐνηχουμένου διὰ τοῦ πνεύματος. Ὁ τοίνυν ἐπὶ πάσας τὰς ἐντολὰς ἐπιβλέπων, καὶ οἱονεὶ συνῳδίαν αὐτῶν καὶ συμφωνίαν ποιῶν, οὗτος ἐν δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ ψάλλει τῷ Θεῷ, διὰ τὸ δέκα εἶναι τὰς γενικὰς ἐντολὰς κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νόμου παράδοσιν γεγραμμένας.»[61].

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς προειδοποιεί ότι τα όργανα μπορούν να οδηγήσουν σε αταξία και απομάκρυνση από το πνευματικό ήθος. Στο έργο του «Παιδαγωγός» μας γράφει: «Καὶ γὰρ ὡς ἀληθῶς ἀποπεμπτέα τὰ ὄργανα ταῦτα νηφαλίου συμποσίου, θηρίοις μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις κατάλληλα καὶ ἀνθρώπων τοῖς ἀλογωτέροις. Τὰς μὲν γὰρ ἐλάφους ταῖς σύριγξι κηλεῖσθαι παρειλήφαμεν καὶ ἐπὶ τὰς ποδάγρας πρὸς τῶν κυνηγῶν θηρευομένας ἄγεσθαι τῷ μέλει, ταῖς δὲ ἵπποις μιγνυμέναις οἷον ὑμέναιος ἐπαυλεῖται νόμος αὐλῳδίας· ἱππόθορον τοῦτον κεκλήκασιν οἱ μουσικοί. Πᾶσαν δὲ ἁπαξαπλῶς ἀνελεύθερον ὄψιν τε καὶ ἀκοὴν καὶ συνελόντι φάναι αἴσθησιν ἀκρασίας αἰσχράν, τὴν ὡς ἀληθῶς ἀναισθησίαν, ἐκκοπτέον εὖ μάλα, τὴν ἐν ὄμμασιν καὶ ἐν ὠσὶν γαργαλίζουσαν καὶ ἀποθηλύνουσαν ἡδονὴν εὐλαβουμένους· μελῶν γάρ τοι κατεαγότων καὶ ῥυθμῶν γοερῶν τῆς μούσης τῆς Καρικῆς αἱ ποικίλαι φαρμακεῖαι διαφθείρουσιν τοὺς τρόπους ἀκολάστῳ καὶ κακοτέχνῳ μουσικῇ εἰς πάθος ὑποσύρουσαι. Τοῦ κώμου τούτου τὴν λειτουργίαν τὴν θεϊκὴν διαχωρίζον ψάλλει τὸ πνεῦμα αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος, καὶ γὰρ ἐν ἤχῳ σάλπιγγος ἀναστήσει τοὺς νεκρούς· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ, ὅτι ἡ γλῶττα τὸ ψαλτήριον κυρίου· καὶ ἐν κιθάρᾳ αἰνεῖτε αὐτόν, κιθάρα νοείσθω τὸ στόμα, οἱονεὶ πλήκτρῳ κρουόμενον τῷ πνεύματι· ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ αἰνεῖτε αὐτόν, τὴν ἐκκλησίαν λέγει τὴν μελετήσασαν τῆς σαρκὸς τὴν ἀνάστασιν ἐν ἠχοῦντι τῷ δέρματι· ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ αἰνεῖτε αὐτόν, ὄργανον τὸ σῶμα λέγει τὸ ἡμέτερον καὶ χορδὰς τὰ νεῦρα αὐτοῦ, δι' ὧν ἐναρμόνιον εἴληφε τὴν τάσιν, καὶ κρουόμενον τῷ πνεύματι τοὺς φθόγγους ἀποδίδωσι τοὺς ἀνθρωπίνους· αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ, κύμβαλον τοῦ στόματος τὴν γλῶτταν λέγει, ἣ τοῖς κρουομένοις ἐπηχεῖ χείλεσιν. ∆ιὰ τοῦτο ἐπεφώνησεν τῇ ἀνθρωπότητι πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν κύριον, ὅτι πᾶσαν, ἣν ἐποίησεν, ἐπεσκέψατο πνοήν. Εἰρηνικὸν γὰρ ὡς ἀληθῶς ὄργανον ὁ ἄνθρωπός ἐστιν, τὰ δ' ἄλλα ἢν πολυπραγμονῇ τις, ὄργανα εὑρήσει πολεμικά, ἢ τὰς ἐπιθυμίας ἐκφλέγοντα ἢ τοὺς ἔρωτας ἐκκαίοντα ἢ ἐξαγριαίνοντα τοὺς θυμούς. Χρῶνται γοῦν παρὰ τοὺς πολέμους αὐτῶν Τυρρηνοὶ μὲν τῇ σάλπιγγι, σύριγγι δὲ Ἀρκάδες, Σικελοὶ δὲ πηκτίσιν καὶ Κρῆτες λύρᾳ καὶ Λακεδαιμόνιοι αὐλῷ καὶ κέρατι Θρᾷκες καὶ Αἰγύπτιοι τυμπάνῳ καὶ Ἄραβες κυμβάλῳ· ἐνὶ δὲ ἄρα ὀργάνῳ, τῷ λόγῳ μόνῳ τῷ εἰρηνικῷ, ἡμεῖς κεχρήμεθα, ᾧ γεραίρομεν τὸν θεόν, οὐκέτι τῷ ψαλτηρίῳ τῷ παλαιῷ καὶ τῇ σάλπιγγι καὶ τυμπάνῳ καὶ αὐλῷ, οἷς ἔθος ἦν τοὺς ἐν πολέμῳ ἀσκητὰς καὶ τοῦ θείου καταπεφρονηκότας φόβου ἀνὰ τὰς πανηγύρεις χορδαῖς συγχρῆσθαι, ὡς δὴ τὸ ἔκλυτον αὐτῶν τοῦ φρονήματος διὰ τῶν τοιούτων ἐπανίστασθαι ῥυθμῶν. […] καὶ γὰρ ὁ ψαλμὸς ἐμμελής ἐστιν εὐλογία καὶ σώφρων· ᾠδὴν πνευματικὴν ὁ ἀπόστολος εἴρηκε τὸν ψαλμόν.[…]»[62].

Στο ως άνω έργο του ο Κλήμης Αλεξανδρεύς θεωρεί ότι τα μουσικά όργανα προσιδιάζουν στους ειδωλολάτρες, διεγείροντας μάλιστα τα πάθη, ενώ είναι ακατάλληλα για έναν χριστιανό και για ένα συνετό και νηφάλιο χριστιανικό συμπόσιο. Παρουσιάζει τον ψαλμό ως το πνευματικό και κόσμιο αντίδοτο στις άσεμνες μουσικές συνήθειες και τα τραγούδια των ειδωλολατρικών συμποσίων. Ο ίδιος προτρέπει την αποφυγή της κοσμικής μουσικής και υποστηρίζει ότι το μόνο αποδεκτό «μουσικό όργανο» για την υμνολογία είναι η ίδια η ανθρώπινη φωνή, καθότι αληθινά ειρηνικό όργανο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Το ψαλτήρι αντιπροσωπεύει την ανθρώπινη γλώσσα, η κιθάρα συμβολίζει το στόμα που ψάλλει, το τύμπανο είναι η Εκκλησία και το όργανο συμβολίζει το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, με τις χορδές να αντιπροσωπεύουν τα νεύρα.

Ο Μέγας Αθανάσιος επίσης ερμηνεύει συμβολικά τα μουσικά όργανα που αναφέρονται στους Ψαλμούς και παρομοιάζει την ψυχή του ανθρώπου με μουσικό όργανο. Όπως η αρμονία συνδυάζει τους αυλούς σε μια συμφωνία, έτσι και τα εσωτερικά κινήματα της ψυχής (λογιζόμενον, επιθυμητικόν, θυμοειδές) πρέπει να συμφωνούν, ώστε ο άνθρωπος να μη διχάζεται ανάμεσα στη σκέψη και στην πράξη, «∆εύτερον δὲ, ὅτι, ὥσπερ ἁρμονία τοὺς αὐλοὺς συντιθεῖσα μίαν τὴν συμφωνίαν ἀποτελεῖ, οὕτως, ἐπειδὴ καὶ ἐν τῇ ψυχῇ διάφορα κινήματα φαίνεται, καὶ ἔστιν ἐν αὐτῇ τὸ λογίζεσθαι, καὶ τὸ ἐπιθυμεῖν, καὶ τὸ θυμοειδὲς, ἐκ δὲ τῆς τούτων κινήσεως καὶ ἡ τῶν μελῶν γίνεται τοῦ σώματος ἐνέργεια, βούλεται ὁ λόγος μὴ ἀσύμφωνον εἶναι τὸν ἄνθρωπον ἑαυτῷ, μηδὲ διίστασθαι πρὸς ἑαυτόν· ὥστε λογίζεσθαι μὲν τὰ βέλτιστα, πράττειν δὲ τῷ θυμῷ τὰ φαῦλα, ὡς ὁ Πιλᾶτος λέγων μέν· Οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω εἰς αὐτόν· συντρέχων δὲ τῇ γνώμῃ τῶν Ἰουδαίων· […].».

Αναφερόμενος στα κύμβαλα, στο δεκάχορδο ψαλτήρι και στην κιθάρα, δίνει αλληγορική ερμηνεία. Τα μέλη του σώματος συμβολίζουν τις χορδές, οι λογισμοί της ψυχής τα κύμβαλα, και όλα κινούνται με την πνοή του Αγίου Πνεύματος, «Καὶ γὰρ τὸ αἰνεῖν τὸν Θεὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις καὶ κιθάρᾳ καὶ δεκαχόρδῳ ψαλτηρίῳ, σύμβολον πάλιν ἦν καὶ σημαντικὸν τοῦ συγκεῖσθαι μὲν νομίμως τὰ μέλη τοῦ σώματος ὡς χορδὰς, τοὺς δὲ λογισμοὺς τῆς ψυχῆς ὡς κύμβαλα γίνεσθαι, καὶ λοιπὸν τῇ ἠχῇ καὶ τῷ νεύματι τοῦ πνεύματος ταῦτα πάντα κινεῖσθαι καὶ ζῇν· […].»[63].

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ομιλεί με ιδιαίτερη δριμύτητα για τα όργανα και τους οργανοπαίκτες, όταν οι Χριστιανοί τους καλούν στο σπίτι τους και στους γάμους τους για να παίξουν. Προτρέπει τους Χριστιανούς, εάν θέλουν να είναι αληθινοί μαθητές και μιμητές του Χριστού, να προτιμήσουν χιλιάδες φορές να λείψουν οι οργανοπαίκτες και οι χοροί και τα τραγούδια από το σπίτι τους, παρά να φύγει ο Χριστός και να στερηθούν έτσι κάθε αγαθό, ψυχικό και σωματικό[64].

Συνεπώς, στην εποχή της Καινής Διαθήκης, το εκκλησιαστικό άσμα είναι καθαρά φωνητικό και η ψαλμωδία επίσης φωνητική. Η στάση των Πατέρων απέναντι στα μουσικά όργανα στη Λατρεία είναι αρνητική, καθότι η χρήση τους εξυπηρετεί την αισθητική απόλαυση, παραπέμπει στην ειδωλολατρία ή στις κοσμικές εορτές, ενώ η χριστιανική λατρεία διακρίνεται από πνευματικότητα[65]. Αποκλείουν τα μουσικά όργανα υπέρ της ανθρώπινης φωνής, η οποία μπορεί να εκφράσει την έλλογη προσευχή και την καρδιακή κατάνυξη. Αντί για υλικά όργανα, οι Πατέρες θεωρούν ότι τα πραγματικά μουσικά όργανα είναι τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, όταν αυτά εργάζονται, σε κάθε περίσταση, για την τήρηση των εντολών του Θεού.

Τέλος, αναφερόμαστε και στην κάτωθι απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού πατρός Αθανασίου Μυτιληναίου σχετικά με το ζήτημα της χρήσης μουσικών οργάνων στη Θεία Λατρεία, από την οποία προκύπτει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε εισήγαγε μουσικά όργανα στη Θεία Λατρεία:

«Βλέπετε, λοιπόν, ότι η άλογος κτίση με την έλλογο κτίση δοξολογούν τον Θεό; Σε μια συναρμονία; Μη μου πει όμως κανένας, τότε γιατί εις την Λατρεία δεν εισάγομεν την ενόργανον μουσικήν; Όπως ακριβώς χρησιμοποιεί η Παλαιά Διαθήκη εις την Λατρεία όργανα και οι Ρωμαιοκαθολικοί. Είναι ένα θέμα που τελευταία έχει έρθει σε μια επικαιρότητα. Γι’ αυτό και επεχείρησαν κάποιοι Ναοί στην Αθήνα κ.λπ. να εισαγάγουν όργανα. Επεχείρησαν. Θα’ θελα να σας πω το εξής αγαπητοί μου, ότι η Εκκλησία ποτέ δεν εισήγαγε, η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε εισήγαγε όργανα, παρότι στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν, παρότι είναι ό,τι τόση ώρα σας εξηγώ και παρότι ακόμη θα είχαμε την εικόνα αυτήν της αποκαλύψεως. Ο λόγος είναι ο εξής: Η οργανική μουσική ολισθαίνει προς τον θυμελισμόν. “Θυμέλη” θα πει “Θέατρο”. Συνεπώς, η οργανική μουσική, όταν λέμε ότι ολισθαίνει, γλιστρά προς τον θυμελισμό, σημαίνει προς τον θεατρινισμόν, προς το θέατρο και συνεπώς διαφθείρεται η μορφή της Θείας Λατρείας. Θέλετε μια απόδειξη; Η μουσική της Δύσεως, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο, από το ραδιόφωνο να την ακούμε, ως λεγόμενη κλασική μουσική που έγραψαν οι διάφοροι μεγάλοι συνθέτες, κατά πάντα αξιολογότατοι, από πλευράς καλλιτεχνίας, κατά πάντα αξιολογότατοι, ό,τι έχουν γράψει είναι τόσο κοσμικό που ένας, ο οποίος αρχίζει να ζει τη Θεία Λατρεία, μέσα στα πλαίσια της ορθοδόξου, της ορθοδόξου μορφής, ειλικρινά φθάνει να αηδιάσει. Όχι μόνο να αισθάνεται ανεπάρκεια, αλλά φθάνει και να αηδιάσει.

Δεν σας αποκρύπτω, αγαπητοί μου, μια προσωπική μου εμπειρία. Αγαπούσα πολύ την κλασική μουσική, την αγαπούσα πάρα πολύ. Πια σήμερα την βρίσκω πάρα πολύ ανεπαρκή, δεν θα’ θελα, δεν την αναζητώ να την ακούσω. Δεν θα’ θελα να πω ότι δεν θα ήθελα κάποτε να ακούσω κάτι, δεν την αναζητώ να την ακούσω. Ή την δε λεγομένη κλασική θρησκευτική μουσική του Μπαχ ή του Παλεστρίνα ή δεν ξέρω τίνων άλλων που έχουν γράψει Λειτουργίες, του Μέντελσον και λοιπά ότι όσοι έχουνε γράψει, ωραία, αριστουργήματα, ορατόρια θαυμάσια. Θυμελισμός, θέατρο, θέατρο, μετά υψιφώνους και τους υψιφώνους και τους βαρυφώνους κ.λπ. Θέατρο, σκέτο θέατρο. Και η ψυχή του ανθρώπου που αρχίζει βεβαίως να καταλαβαίνει και να κατανύσσεται από το Μυστήριο της αγάπης του Θεού και της Λατρείας, το ξερνάει αυτό, δεν το θέλει. Ίσως κάποιοι από εσάς να με καταλαβαίνετε γι’ αυτά που σας λέγω. Ίσως όχι όλοι. Αλλά ακόμη εις την μουσικήν και εις αυτήν την φωνητικήν μουσικήν πρέπει να σας πω ότι υπάρχει ο κίνδυνος αυτός της διολισθήσεως. Ποιος ο κίνδυνος; Από του να γίνει σκοπός και η φωνητική μουσική, αυτή που λέμε βυζαντινή μουσική, να γίνει σκοπός και να μην γίνει μέσον προς εξύψωση των πιστών. Διότι πολλές φορές πηγαίνουμε και ακούμε, ακούμε την μουσική μόνο για τον ψάλτη, για την μουσική. Θα σας το πω. Κάποτε ένας αρχιψάλτης, δεν λέω το όνομά του φυσικά, κάποτε έψαλλε σε Ναόν των Αθηνών, προ πολλών ετών, εκλήθη βεβαίως να ψάλλει γιατί είχε πολύ καλήν μουσικήν, έψαλλε πάρα πολύ καλά και έψαλλε με πολλή τέχνη, οπότε ακούστηκε μια φωνή από κάτω, από το εκκλησίασμα να λέγει “Αμάν πασά μου”. Εάν φθάσομε, εάν φθάσουμε, αγαπητοί μου, να πούμε μέσα στην Λατρεία, για τον ψάλτη “αμάν πασά μου” σημαίνει, συγχωρέσατέ με, θα το πω για να καταλάβετε, σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν κατενύγη θρησκευτικά, αλλά μερακλώθηκε (!). Αν θέλει λοιπόν να μερακλώνεται ο άνθρωπος μέσα εις την Λατρεία τότε, τότε πια δεν έχουμε Λατρεία. Πιστεύω είμαι σαφής.

Ε, υπάρχει η εν Τρούλλω Πενθέκτη Σύνοδος, με τον κανόνα της, τον 75ο που μας λέει τα εξής. Οι ψάλλοντες, επιμένω σ’ αυτό, γιατί είναι επί θύραις όλα αυτά να εισαχθούν στη Λατρεία μας, να έχουμε μια γνώση. Οι ψάλλοντες μετὰ πολλῆς προσοχῆς και κατανύξεως ψαλλέτωσαν, βοαῖς ἀτάκτοις καί ἀναρμόστοις μή χρώμενοι. Κάνει την ερμηνεία ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Πηδάλιον και μας λέγει τα εξής, σας διαβάζω ένα απόσπασμα της ερμηνείας: “Ποια δε είναι τα ανάρμοστα εις την Εκκλησίαν; Αποκρίνεται ο ερμηνεύς Ζωναράς ότι είναι τα γυναικοπρεπή μέλη και τα μινυρίσματα [τα θρηνώδη δηλαδή], ταυτόν ειπείν, τα πολλά τερερίσματα και η υπερβολική των μελωδιών ποικιλία, η οποία κλίνει εις πορνικά άσματα”. Όταν λέμε πορνικά άσματα εννοούμε θεατρινίστικα, δηλαδή θυμελικά. “Ταύτα ουν πάντα προστάζει ο παρών Κανών να λείψωσι από την Εκκλησία και οι ψάλλοντες να προσφέρωσι τας ψαλμωδίας μετά πολλής προσοχής εις τον Θεόν, όστις βλέπει εις τα απόκρυφα της καρδίας, δηλαδή εις την νοερώς εν καρδία γινομένη ψαλμωδίαν και προσευχήν μάλλον ή εις τα εξωτερικάς κραυγάς.”. Αυτά λέει, αγαπητοί μου, στην ερμηνεία του ο Άγιος Νικόδημος δια την ψαλμωδία.»[66].

Παρατηρούμε ότι ο μακαριστός πατήρ, ευθυγραμμιζόμενος πλήρως με την θεόπνευστη διδασκαλία των αγίων πατέρων, επιβεβαιώνει την απόρριψη των μουσικών οργάνων στη Θεία Λατρεία. Ο λόγος είναι ότι τα μουσικά όργανα σε συνδυασμό με τις άτακτες φωνές των ψαλτών (πολύ περισσότερο των κοσμικών τραγουδιστών, όπως σολίστ, τενόρο, σοπράνο κ.α. που δεν είναι καν ψάλτες) οδηγούν στον θεατρινισμό και αντί να στρέφουν τις καρδιές των ανθρώπων προς τα ουράνια, τις στρέφουν προς τα επίγεια και μάλιστα προς την καλλιέργεια των παθών και δη του πάθους της ανθρωπαρέσκειας, άλλως της κενοδοξίας.

Αναγκαίο επακόλουθο της εκτεθειμένης διδασκαλίας περί της ιερότητας των Ιερών Ναών αποτελεί και η διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων για την οφειλόμενη στάση (σωματική και ψυχική) και διαγωγή των πιστών εντός εκείνων. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε τον τρόπο εισαγωγής εντός του Ναού και το φρόνημα με το οποίο πρέπει να εισέρχεται ο πιστός, ήτοι με φρόνημα μετάνοιας, εξομολογήσεως και δοξολογίας, με δέος και σεβασμό, «ἐγὼ δὲ ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου.» (=Εγώ όμως στηριζόμενος και ελπίζων στο άπειρον έλεός σου θα εισέλθω στο κατοικητήριόν σου. Θα προσκυνήσω Σε με ευλάβειαν και ιερόν δέος στον άγιον ναόν σου.)[67] ή «εἰσέλθετε εἰς τὰς πύλας αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει, εἰς τὰς αὐλὰς αὐτοῦ ἐν ὕμνοις. ἐξομολογεῖσθε αὐτῷ, αἰνεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ,» (=Εισέλθετε εις τας πύλας των αυλών του ναού του με δοξολογίας. Εισέλθετε εις τας αυλάς του ιερού περιβόλου του με ύμνους. Δοξολογείτε αυτόν, υμνείτε πάντοτε το πάντιμον όνομά του·)[68].

Η βαθιά συναίσθηση του μεγαλείου και της παντοδυναμίας του Θεού και της μηδαμινότητας και αναξιότητας του ανθρώπου, η συναίσθηση του άπειρου ελέους και της φιλανθρωπίας του Θεού, με βάση την οποία κανείς δεν μπαίνει στο Ναό ως δικαιούμενος, αλλά ως ταπεινός προσκυνητής, θαρρώντας στο θείο έλεος και τη θεία συγκατάβαση, ο θείος φόβος μήπως ασεβήσουμε με κάποιον τρόπο ή βεβηλώσουμε ή ατιμάσουμε τη θεία παρουσία, η ευχαριστία και η εξομολόγηση του πιστού που ευγνωμονεί τον Θεό για τις άπειρες ευεργεσίες Του, φανερώνουν την πρέπουσα ψυχική κατάσταση του πιστού, όταν εισέρχεται στον Ιερό Ναό.

Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι κατά την είσοδό μας σε έναν ναό είναι ανάγκη να αντιλαμβανόμαστε ότι εισερχόμαστε στην του Θεού κατοικία και πρέπει μάλιστα να πλησιάζουμε τον οίκο Του με την δέουσα ψυχική κατάσταση, «Τοιγαροῦν, ἀδελφοὶ, τῶν ἐκκλησιῶν μὴ ἀπολειπώμεθα, μήτε πάλιν ἐν αὐταῖς συντυχίαις ἑαυτοὺς ἀσχολῶμεν· στῶμεν ἔμφοβοι καὶ ἔντρομοι, κάτω νεύοντες τὸ ὄμμα, ἄνω δὲ τὴν ψυχήν· στενάζοντες ἀφώνως, ἀλαλάζωμεν τῇ καρδίᾳ. Ἢ οὐχ ὁρᾶτε τοὺς τῷ αἰσθητῷ καὶ φθαρτῷ καὶ προσκαίρῳ καὶ ἐπιγείῳ βασιλεῖ παρισταμένους, πῶς εἰσιν ἀμετακίνητοι, μὴ φθεγγόμενοι, μὴ σειόμενοι, μὴ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὧδε κἀκεῖσε πέμποντες, ἀλλὰ στυγνοὶ, κατηφεῖς, ἔμφοβοι; Ἐξ αὐτῶν, ὦ ἄνθρωπε, τὸν ἔλεγχον λάβε, καὶ οὕτω παρακαλῶ παρίστασθαι ὑμᾶς τῷ Θεῷ, ὥσπερ εἰσερχόμενοι ἐνώπιον τοῦ ἐπιγείου βασιλέως τυγχάνετε· πολλῷ μᾶλλον τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ μετὰ φόβου παρίστασθαι χρή. Ταῦτα πολλάκις λέγων οὐ παύσομαι, ἕως οὗ διορθωθέντας ἴδω. Εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὡς Θεῷ πρέπει εἰσέλθωμεν, μὴ μνησικακίαν ἐν τῇ ψυχῇ ἔχοντες, μήπως εὐχόμενοι, καθ' ἑαυτῶν εὐχώμεθα, λέγοντες· Ἄφες ἡμῖν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν.»[69].Οι πιστοί οφείλουν να παρίστανται ενώπιον του επουρανίου Βασιλέως, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με δέος και φόβο και με την ψυχή τους απαλλαγμένη από την μνησικακία.

Υπογραμμίζει, ότι η Εκκλησία, ο Ναός του Θεού, δεν είναι τόπος όπου μπορεί κανείς να φλυαρεί και να θορυβεί ενοχλώντας και τους υπόλοιπους αδελφούς, «Μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; δότε κἀμοὶ περὶ τῶν θορυβούντων ἐνταῦθα καὶ διαλεγομένων εἰπεῖν· μὴ γὰρ οὐκ ἔχετε οἰκίας εἰς τὸ φλυαρεῖν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ διαφθείρετε καὶ τοὺς σωφρονεῖν καὶ ἡσυχάζειν βουλομένους; Ἀλλὰ ἡδὺ καὶ φίλον ἡμῖν τοῖς γνωρίμοις διαλέγεσθαι; Οὐ κωλύω τοῦτο, ἀλλ' ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ' ἐν ἀγορᾷ, ἀλλ' ἐν βαλανείοις γινέσθω· ἡ γὰρ ἐκκλησία οὐ διαλέξεως, ἀλλὰ διδασκαλίας χωρίον ἐστί.»[70].

Στηλιτεύει την υποκριτική συμπεριφορά και κενοδοξία των ανθρώπων που επιδιώκουν να επιδεικνύουν τους εαυτούς τους και τα πλούτη τους (π.χ. τα πολυτελή τους ενδύματα) μέσα στον Ιερό Ναό, αντί να ακούν με προσοχή τα θεία λόγια, νομίζοντας μάλιστα ότι προσφέρουν χάρη στον Θεό με εξωτερικές πράξεις λατρείας και με το να εισέρχονται απλώς στην εκκλησία, «Ὅρα γάρ· εἰσῆλθε πλούσιος ἐνταῦθα, ἢ καὶ πλουτοῦσα γυνή; οὐ φροντίζει πῶς ἀκούσει τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πῶς ἐπιδείξεται, πῶς μετὰ κόμπου καθίσει, πῶς μετὰ δόξης πολλῆς, πῶς πάσας τὰς ἄλλας ὑπερβαλεῖται τῇ τῶν ἱματίων πολυτελείᾳ, καὶ σχήματι καὶ βλέμματι καὶ βαδίσματι σεμνοτέραν ἑαυτὴν ἐργάσεται, καὶ πᾶσα ἡ φροντὶς καὶ ἡ μέριμνα αὐτῇ, ἆρα εἶδεν ἡ δεῖνα; ἆρα ἐθαύμασεν; ἆρα καλῶς κεκαλλώπισμαι; […]. Εἶτα καθήμενον εὐθέως ἐπεισέρχονται αἱ τῆς οἰκίας φροντίδες περισύρουσαι πανταχοῦ, ὁ τῦφος ὁ κατέχων τὴν ψυχὴν περιῤῥεῖ· νομίζει χαρίζεσθαι καὶ ἡμῖν, καὶ τῷ λαῷ, τάχα δὲ καὶ τῷ Θεῷ, ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὸν τοῦ Θεοῦ οἶκον. Ὁ δὲ οὕτω φλεγμαίνων, πῶς δυνήσεται θεραπευθῆναί ποτε;»[71].

Προτρέπει τους χριστιανούς να εισέρχονται με την προσήκουσα τιμή στον Ναό και με φόβο να ακούν τα λόγια του Θεού, καθότι εισερχόμενοι στην εκκλησία, στην πραγματικότητα προς τον Θεό έρχονται και ακούοντας τα αναγιγνωσκόμενα από τους ιερείς και διακόνους, στην πραγματικότητα τα λόγια του Θεού ακούν, «νομίζουσι πρὸς ἡμᾶς εἰσιέναι, ὅταν εἰσίωσιν ἐνταῦθα· νομίζουσι παρ' ἡμῶν ἀκούειν ἅπερ ἀκούουσιν· οὐ προσέχουσιν, οὐκ ἐννοοῦσιν ὅτι πρὸς τὸν Θεὸν εἰσέρχονται, ὅτι αὐτὸς αὐτοῖς διαλέγεται. Ὅταν γὰρ ἀναστὰς ὁ ἀναγινώσκων λέγῃ, Τάδε λέγει Κύριος, καὶ ὁ διάκονος ἑστὼς ἐπιστομίζῃ πάντας, οὐ τῷ ἀναγινώσκοντι τιμὴν ποιῶν τοῦτό φησιν, ἀλλὰ τῷ δι' ἐκείνου πᾶσι διαλεγομένῳ. Εἰ ᾔδεσαν ὅτι Θεὸς ἦν ὁ ταῦτα λέγων διὰ τοῦ προφήτου, πάντα ἂν τὸν τῦφον ἔῤῥιψαν. Εἰ γὰρ ἀρχόντων αὐτοῖς διαλεγομένων οὐκ ἀνέχονται ἔξω προσέχειν, πολλῷ μᾶλλον τοῦ Θεοῦ. Ἡμεῖς ὑπηρέται ἐσμὲν, ἀγαπητοί· ἡμεῖς οὐ τὰ ἡμέτερα λέγομεν, ἀλλὰ τὰ τοῦ Θεοῦ· ἐπιστολαὶ καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ἥκουσαι ἀναγινώσκονται. […]. Εἶτ' ἂν μέν τις παρὰ βασιλέως ἥκῃ, πάντες προσέχετε· παρὰ δὲ τοῦ Θεοῦ ἥκει, καὶ ἐκ τῶν οὐρανῶν φθέγγεται ὁ προφήτης, καὶ οὐδεὶς ὁ προσέχων; Ἢ οὐ πιστεύετε, ὅτι παρὰ τοῦ Θεοῦ ταῦτα τὰ λεγόμενα; Ἐπιστολαὶ αὗταί εἰσι πεμφθεῖσαι παρὰ τοῦ Θεοῦ. Εἰσερχώμεθα τοίνυν μετὰ τῆς προσηκούσης τιμῆς εἰς τὰς ἐκκλησίας, καὶ μετὰ φόβου ἐπακούωμεν τῶν λεγομένων. Τί εἰσέρχομαι, φησὶν, εἰ οὐκ ἀκούω τινὸς ὁμιλοῦντος;»[72].

Αποτρέπει τους χριστιανούς να φεύγουν από την Εκκλησία πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία και η τελευταία ευχαριστία, καθότι σε αυτήν την περίπτωση ομοιάζουν με τον Ιούδα, ο οποίος, αφού κοινώνησε, εγκατέλειψε τον Χριστό και τους συμμαθητές του και έτσι έγινε προδότης, «Ὅτι οὐ διαπαντὸς ὑμῖν τὰς θύρας ἀποκλείομεν, ἀλλὰ συγχωροῦμεν πρὸ τῆς ἐσχάτης εὐχαριστίας ἀποπηδᾷν καὶ ἀναχωρεῖν οἴκαδε· ὃ καὶ αὐτὸ πολλῆς ἂν εἴη καταφρονήσεως. Τί ποιεῖς, ἄνθρωπε; Τοῦ Χριστοῦ παρόντος, τῶν ἀγγέλων παρεστώτων, τῆς φρικτῆς ταύτης τραπέζης προκειμένης, τῶν ἀδελφῶν σου μυσταγωγουμένων ἔτι, αὐτὸς καταλιπὼν ἀποπηδᾷς; Καὶ ἐπὶ δεῖπνον μὲν κληθεὶς, κἂν πρότερον κορεσθῇς, οὐ τολμᾷς τῶν ἄλλων ἀνακειμένων ἀναχωρῆσαι πρὸ τῶν φίλων αὐτός· ἐνταῦθα δὲ τῶν φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων ἐπιτελουμένων, τῆς ἱερᾶς τελετῆς συνεστώσης ἔτι, καταλιμπάνεις ἐν μέσῳ πάντα καὶ ἀναχωρεῖς; Καὶ ποῦ ταῦτα συγγνώμης ἄξια; ποίας δὲ ἀπολογίας; Βούλεσθε εἴπω τίνος ἔργον ποιοῦσιν οἱ πρὸ τῆς συμπληρώσεως ἀναχωροῦντες, καὶ τὰς εὐχαριστηρίους ᾠδὰς οὐκ ἐπιφέροντες τῷ τέλει τῆς τραπέζης; Τάχα φορτικόν ἐστι τὸ μέλλον ῥηθήσεσθαι, ἀλλ' ὅμως ἀναγκαῖον λεχθῆναι διὰ τὴν τῶν πολλῶν ῥᾳθυμίαν. Ὅτε ἐκοινώνησε τὸ ἔσχατον δεῖπνον ὁ Ἰούδας τὸ κατὰ τὴν τελευταίαν νύκτα ἐκείνην, τῶν ἄλλων ἁπάντων ἀνακειμένων, αὐτὸς προπηδήσας ἐξέβη. Ἐκεῖνον τοίνυν μιμοῦνται καὶ οὗτοι, οἱ πρὸ τῆς ἐσχάτης ἀποπηδῶντες εὐχαριστίας. Ἐκεῖνος γὰρ εἰ μὴ ἐξῆλθεν, οὐκ ἂν ἐγένετο προδότης· εἰ μὴ κατέλιπε τοὺς συμμαθητὰς, οὐκ ἂν ἀπώλετο· […].»[73].

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ακολουθώντας την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, επισημαίνει ότι οι Χριστιανοί, όταν μπαίνουν στην Εκκλησία, θα πρέπει να σκέπτονται ότι μπαίνουν μέσα στον ίδιο τον ουρανό. Η Εκκλησία επέχει τύπο ουρανού και ο νάρθηκας της Εκκλησίας έχει τύπο της γης. Διδάσκει ότι «καθώς στέκουν εις τον ουρανόν οι Άγγελοι και οι Άγιοι, έτσι πρέπει να στέκουν εις την εκκλησίαν και οι Χριστιανοί». Όπως οι Άγγελοι στέκονται με φόβο και τρόμο, έτσι και οι Χριστιανοί οφείλουν να εμφορούνται από φόβο και τρόμο, να έχουν στραμμένη την καρδία τους προς τα άνω, καθαρή και απαλλαγμένη από γήινες και βιοτικές μέριμνες, γεμάτη από ειρήνη, αγάπη, ομόνοια, προσανατολιζόμενοι μόνο προς τον Θεό, διότι παραστέκονται «έμπροσθεν του επουρανίου βασιλέως Θεού». Επιτιμά τους χριστιανούς που μόλις δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα πηγαίνουν στον Ναό του Κυρίου και τότε πάλι δεν στέκονται σ’ αυτόν όπως πρέπει, δηλαδή με φόβο και ευλάβεια, αλλά ή συνομιλούν ο ένας με τον άλλον για μάταια και κοσμικά πράγματα ή γελούν ή με αμέλεια και οκνηρία ακούν τα θεία λόγια, αφήνοντας τον νου τους να περιπλανιέται εδώ και εκεί[74].

Ο Μέγας Βασίλειος ερμηνεύοντας τον ψαλμικό στίχο «Ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν» διαμαρτύρεται εναντίον εκείνων που εισέρχονται στο Ναό θεωρητικώς για να ωφεληθούν πνευματικά, ωστόσο καταφεύγουν σε φλυαρία, αργολογία, κακολογία και κάθε μορφής ασέβεια, καταστρέφοντας το πνευματικό κλίμα και αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα του Ναού, ο οποίος είναι τόπος λατρείας και προσευχής και όχι τόπος πολυλογίας ή άλλων αταξιών. Καταδικάζονται στη σκέψη του αυτοί που παρευρίσκονται εντός του Ναού και δεν προσεύχονται. Επισημαίνει μάλιστα ο ιερός πατέρας ότι ο πιστός οφείλει να προσέρχεται στο Ναό με δέος και φόβο Θεού, με συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, με εσωτερική μετάνοια αλλά και δίψα για την ακρόαση του Θείου Λόγου. Οφείλει ο πιστός όχι μόνο να διαφυλάττει την ιδία ακοή, αλλά και να μη γίνει με τη συμπεριφορά του εμπόδιο στην πνευματική ανάταση και καλλιέργεια των λοιπών. Μας λέγει συγκεκριμένα:

«Ἄνθρωποι δὲ ἐλεει νοὶ, καταλιπόντες τοὺς οἴκους καὶ ἐπὶ τὸν ναὸν συν δραμόντες, ὡς δή τι ἑαυτοὺς ὠφελήσοντες, οὐχ ὑπέχουσι τὰς ἀκοὰς λόγοις Θεοῦ, οὐ λαμβάνουσιν αἴσθησιν τῆς ἑαυτῶν φύσεως, οὐ λυποῦνται προληφθέντες ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας· οὐ λυποῦνται εἰς μνήμην τῶν ἁμαρτιῶν ἀφικνούμενοι, οὐ τρέμουσι τὴν κρίσιν· ἀλλὰ μειδιῶντες, καὶ τὰς δεξιὰς ἀλλήλοις ἐμβάλλοντες, τόπον μακρολογίας τὸν οἶκον ποιοῦνται τῆς προσευχῆς, παρακούοντες τοῦ ψαλμοῦ τοῦ δια μαρτυρομένου καὶ λέγοντος, ὅτι Ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν. Σὺ δὲ οὐ μόνον οὐ λέγεις, ἀλλὰ καὶ ἑτέρῳ ἐμπόδιον γίνῃ ἐπιστρέφων πρὸς ἑαυτὸν, καὶ τῷ ἰδίῳ θορύβῳ ὑπερηχῶν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος. Ὅρα μή ποτε ἀπέλθῃς, ἀντὶ τοῦ μισθὸν λαβεῖν ἐπὶ δοξολογίᾳ, τοῖς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ βλασφημοῦσι συγκαταδικασθείς. […]. Ταῦτα οὐκ ἀχρήστως ἐν παρεκβάσει εἴρηται εἰς τὸ, Ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν, διὰ τὸ τοὺς ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ ἄπαυστα γλωσσαλγοῦντας καὶ ἀνωφελῶς εἰσιόντας· εἴθε δὲ ἀν ωφελῶς καὶ μὴ ἐπιβλαβῶς.»[75].

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός προτρέπει τους Χριστιανούς, όταν πηγαίνουν στην Εκκλησία, να στέκονται με ευλάβεια, με φόβο και τρόμο, για να λάβουν συγχώρεση των αμαρτιών τους. Θα πρέπει οι Χριστιανοί μέσα στο Ναό να λησμονούν όλα τα κοσμικά και κακά και να στοχάζονται τις αμαρτίες τους, τον θάνατο, την κόλαση και τον παράδεισο. Αν αντίθετα, όταν πηγαίνουν στην Εκκλησία, στολίζονται και περιεργάζονται ο ένας τον άλλον και κάνουν κουβέντες, τότε βάζουν φωτιά και καίγονται (προφανώς εννοεί ότι αμαρτάνουν σοβαρότατα)[76].

Παρόμοιο έλεγχο ασκεί και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος αντικρούει κάθε αντίληψη του Ναού ως τόπο βιοτικών τρυφών και μεριμνών και στηλιτεύει κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης του ιερού χώρου, προβάλλοντας ταυτόχρονα το καθήκον των πιστών να σέβονται την ιερή σύναξη και το Ναό, «Μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτω; οὐκ ἐπαινῶ. […]. Εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε.»[77].

δ. Η Θεία Λατρεία – Ύμνοι, ψαλμοί και τροπάρια

Οι Ιερές μας ακολουθίες, η υμνολογία, οι ψαλμοί και τα τροπάρια της Εκκλησίας μας παρέχουν πλούσια τεκμηρίωση σχετικά με το τι είναι ο ορθόδοξος Ιερός Ναός. Μια τέτοια ακολουθία είναι η τελετή της καθιερώσεως και η ακολουθία των εγκαινίων του ορθόδοξου Ναού. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, στην Παλαιά Διαθήκη υπήρξαν επίσης εγκαίνια και καθαγιασμός των τότε τόπων λατρείας του Αγίου Τριαδικού Θεού, στις εξής περιπτώσεις: α) Σκηνή του Μαρτυρίου, β) Ναός του Σολομώντος και γ) Ναός του Ζοροβάβελ. Αναφορικά με τα εγκαίνια της Σκηνής του Μαρτυρίου παρατηρούμε ότι καταγράφεται ένα τελετουργικό καθιερώσεως, ένας καθαγιασμός δια χρίσεως ειδικώς παρασκευασμένου ελαίου της Σκηνής του Μαρτυρίου, της Κιβωτού της Διαθήκης, του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων και όλων των λειτουργικών σκευών. Κατόπιν, ως ένδειξη ευαρέσκειας του Κυρίου για τα γενόμενα, κατά παραγγελία Του, από τον Μωυσή επακολούθησε η επικύρωση του Θεού, η θεοσημία της καθόδου της Νεφέλης επί της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Εν σχέση με τα εγκαίνια του Ναού του Σολομώντος, περιγράφεται στο βιβλίο Βασιλέων Γ’ και Παραλειπομένων Β’ της Παλαιάς Διαθήκης η τοποθέτηση της Κιβωτού της Διαθήκης εντός του Ναού. Λαμβανομένου υπόψη ότι η Κιβωτός της Διαθήκης ήταν ό,τι το αγιότερο για τον παλαιό Ισραήλ, η πράξη της τοποθέτησής της εντός του Ναού μπορούμε να πούμε ότι συνιστούσε, κατά κάποιον τρόπο, την τελετή καθιερώσεως του Ναού. Επίσης, στη διήγηση των εγκαινίων καταγράφονται τα λόγια ευλογίας, τα οποία φαίνεται να καλύπτουν το υμνολογικό και ευχετικό μέρος της σχετικής τελετής των εγκαινίων και επισημαίνεται ότι ο Ναός είναι πλέον τόπος ιερός και τόπος προσευχής, ενώ τελείται και η πρώτη τελετουργία (θυσία). Τέλος, έχουμε και πάλι την κάθοδο της Νεφέλης μέσα στον Ναό.

Παρόμοια και για τα εγκαίνια του Ναού του Ζοροβάβελ, ο οποίος άρχισε να χτίζεται αφού οι Ιουδαίοι γύρισαν από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, έχουμε σύντομη περιγραφή στο βιβλίο του Έσδρα Β΄, κεφ. 6, 16-17. Στο Μακ. Α΄ 4, 52-59 περιγράφεται η επανάληψη των εγκαινίων του Ναού των Ιεροσολύμων, επί της εποχής του Ιούδα του Μακκαβαίου, καθότι ο Ναός είχε καταληφθεί, μολυνθεί και βεβηλωθεί από τον Αντίοχο τον Δ΄ τον Επιφανή και μετατράπηκε σε ειδωλολατρικό ναό. Έτσι, με την τέλεση των εγκαινίων έχουμε επαναφορά και απόδοση του βεβηλωθέντος ναού στη λατρεία του αληθινού Θεού.

Στην εποχή της Καινής Διαθήκης ο Άγιος Τριαδικός Θεός κατοικεί φυσικά εντός των ιερών ορθόδοξων ναών. Οι ιεροί ορθόδοξοι ναοί εγκαινιάζονται και καθαγιάζονται και αποτελούν εφεξής τόπους αγίους και ιερούς, με αποκλειστικό φυσικά σκοπό την λατρεία του Θεού. Εάν μελετήσει κανείς την τελετή καθιερώσεως και την ακολουθία των εγκαινίων ενός ορθόδοξου ιερού ναού θα αντιληφθεί φυσικά ότι πρόκειται για έναν τόπο απολύτως άγιο, έναν Οίκο του Αγίου Τριαδικού Θεού, εντός του οποίου απαιτείται η επίδειξη κάθε σεβασμού και ευλάβειας από τον πιστό. Ο ιερός ναός χαρακτηρίζεται ως ιερός, διότι έχει καθαγιασθεί, έχει καθιερωθεί με ειδική τελετή, την τελετή των Εγκαινίων. Οι θεόπνευστες ψαλμωδίες, οι ευχές, οι προσευχές του επισκόπου, η παρουσία του κλήρου και του ευσεβούς λαού καθαγιάζουν όλο το χώρο. Θα αναφερθούμε κατ’ αρχήν σε ορισμένα σημεία της ως άνω διαδικασίας καθιερώσεως και εγκαινίων του Ναού και σε χαρακτηριστικά τροπάρια.

Η ως άνω διαδικασία ξεκινά ήδη από τα θεμέλια του υπό ανέγερση ναού. Όποιος επιθυμεί να οικοδομήσει θείο ναό οφείλει πρώτα να λάβει αρχιερατική άδεια, καθότι, όπως τονίζει ο Άγιος Συμεών, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τα θεία πρέπει να γίνονται με θεία επιταγή και γνώμη και να έχουν αρχή τους τον Θεό. Αφότου λάβει την σχετική άδεια του αρχιερέα, αρχίζουν να σκάβονται τα θεμέλια, ετοιμάζονται τα υλικά και όταν φθάσει ο καιρός της οικοδομής, έρχεται ο αρχιερέας αυτός και ευλογεί τα θεμέλια και τον Θεό, ευχαριστώντας τον για το θεϊκό του έργο.

Κατά την τελετή των Εγκαινίων, ο αρχιερέας επικαλείται την Χάρη του Αγίου Πνεύματος να κατέλθει να αγιάσει τον ναό και χρίει με Άγιο Μύρο τους τοίχους του ναού. Τοποθετεί μάλιστα, προς αύξηση του αγιασμού στην Αγία Τράπεζα και λείψανα αγίων μαρτύρων που με το μαρτύριό τους και το αίμα τους αγίασαν και πλούτισαν την Εκκλησία. Τα λείψανα των μαρτύρων πρέπει να είναι κάτω από το θυσιαστήριο, επειδή οι μάρτυρες μετέχουν στην ίδια τιμή με τον Δεσπότη, αγωνίσθηκαν για τη δόξα Του και μιμήθηκαν τον θάνατό Του[78]. Από τον εσπερινό της τελετής αναφερόμαστε στο «Καί νῦν» των Στιχηρών: «Τόν ἐγκαινισμόν τελοῦντες τοῦ πανιέρου ναοῦ… σέ δοξάζομεν Κύριε, τόν ἁγιάσαντα τοῦτον καί τελειώσαντα τῇ αὐτοτελεῖ σου Χάριτι». Το πρώτο τροπάριο των Αποστίχων μας λέγει: «…Τοῦτον τόν Οἶκον ὁ Πατήρ ὠκοδόμησεν. Τοῦτον τόν Οἶκον ὁ Υἱός ἐστερέωσε. Τοῦτον τόν Οἶκον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἀνεκαίνισε, τό φωτίζον καί στηρίζον καί ἁγιάζον τάς ψυχάς ἡμῶν».

Σε καθαγιαστική ευχή λέγει, μεταξύ άλλων, ο αρχιερέας: «Ναί, Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου, καί κατάπεμψον τό πανάγιόν σου Πνεῦμα, τό προσκυνητόν καί παντοδύναμον, καί ἁγίασον τόν Οἶκον τοῦτον· πλήρωσον αὐτόν φωτός ἀϊδίου· αἱρέτισον αὐτόν εἰς κατοικίαν σήν· ποίησον αὐτόν σκήνωμα δόξης σου· κατακόσμησον αὐτόν τοῖς θείοις σου καί ὑπερκοσμίοις χαρίσμασι· κατάστησον αὐτόν λιμένα χειμαζομένων, ἰατρεῖον παθῶν, καταφυγήν ἀσθενῶν, δαιμόνων φυγαδευτήριον, ἐν τῷ εἶναι τούς ὀφθαλμούς σου ἀνεῳγμένους ἐπ᾽ αὐτόν ἡμέρας, καί νυκτός, καί τά ὦτά σου προσέχοντα εἰς τήν δέησιν τῶν ἐν φόβῳ σου καί εὐλαβείᾳ ἐν αὐτῷ εἰσιόντων καί ἐπικαλουμένων τό πάντιμον καί προσκυνητόν ὄνομά σου· ὅσα ἄν αἰτήσωνταί σε, καί σύ ἀκούσεις ἐν οὐρανῷ ἄνω, καί ποιήσεις ἔλεος, καί ἵλεως ἔσῃ αὐτοῖς. Φύλαξον αὐτόν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον, καί τό ἐν αὐτῷ Θυσιαστήριον, Ἅγιον Ἁγίων ἀνάδειξον, τῇ δυνάμει καί ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος· δόξασον αὐτόν ὑπέρ τό κατά νόμον ἱλαστήριον, ὥστε τάς ἐν αὐτῷ τελουμένας ἱερουργίας, εἰς τό ἅγιον καί ὑπερουράνιον καί νοερόν σου Θυσιαστήριον καταντᾶν, καί τήν χάριν ἡμῖν κομίζειν τῆς σῆς ἀχράντου ἐπισκιάσεως· θαῤῥοῦμεν γάρ, οὐκ εἰς τήν τῶν ἡμετέρων ἀναξίων χειρῶν ὑπουργίαν, ἀλλ᾽ εἰς τήν σήν ἄφατον ἀγαθότητα».

Στα συνήθη Ειρηνικά που εκφωνεί στη συνέχεια ο Διάκονος υπάρχει η δέηση: «Ὑπέρ τοῦ ἁγιασθῆναι τόν Οἶκον τοῦτον, καί τό ἐν αὐτῷ Θυσιαστήριον, τῇ ἐπιφοιτήσει, καί δυνάμει καί ἐνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», δηλαδή ο ιερεύς καλεί τους πιστούς να προσευχηθούν για τον αγιασμό του Ναού και της Αγίας Τραπέζης δια του Αγίου Πνεύματος.

Σε άλλη ευχή ο αρχιερέας λέγει:

«Εὐχαριστοῦμεν σοι, Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅτι, ἥν ἐξέχεας χάριν ἐπί τούς ἁγίους σου Ἀποστόλους, καί ἐπί τούς ὁσίους ἡμῶν Πατέρας, ἠξίωσας, διά πολλήν σου φιλανθρωπίαν, καί μέχρις ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, καί ἀχρείων δούλων σου ἐκτεῖναι. Διό δεόμεθά σου, Δέσποτα πολυέλεε· Πλήρωσον δόξης, καί ἁγιασμοῦ καί χάριτος τό Θυσιαστήριον τοῦτο, ὥστε μεταποιεῖσθαι τάς ἐν αὐτῷ προσφερομένας σοι ἀναιμάκτους θυσίας, εἰς τό ἄχραντον Σῶμα, καί τό τίμιον Αἷμα τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρός σωτηρίαν παντός τοῦ Λαοῦ σου καί τῆς ἡμῶν ἀναξιότητος».

Η ίδια Χάρη του Αγίου Πνεύματος που δόθηκε στους Αποστόλους και διαδοχικά στους Αγίους Πατέρες, πλημμυρίζει με την τελετή των Εγκαινίων τους ιερούς ναούς και παραμένει διαρκώς και αδιαλείπτως εκεί, όπως παραμένει η Χάρη του Βαπτίσματος στους βαπτισμένους χριστιανούς ορθοδόξους και της Ιεροσύνης στους ορθοδόξους ιερείς. Η ίδια Χάρη του Αγίου Πνεύματος μεταβάλλει τα θεία και τίμια δώρα σε σώμα και αίμα Χριστού. Επίσης, ενεργεί ώστε οι άγιες εικόνες, αλλά και τα λείψανα των αγίων και μαρτύρων να μυροβλύζουν και να επιτελούν και θαύματα ακόμη. Μάλιστα, εκτός από την Χάρη από την τέλεση των Εγκαινίων, ο ναός χαριτώνεται και αγιάζεται από την συνεχή, εντός αυτού, τέλεση της Θείας Ευχαριστίας και των λοιπών ιερών μυστηρίων, από την ανάγνωση των Αγιογραφικών Αναγνωσμάτων, των ύμνων και των τροπαρίων της Εκκλησίας μας και από τις ιερατικές ευχές. Όλα λοιπόν μέσα στον ναό αγιάζονται, και αυτά τα άψυχα υλικά αντικείμενα, όπως οι τοίχοι, τα καθίσματα, ο αέρας και η σκόνη ακόμη.

H χαρακτηριστικότερη ευχή των εγκαινίων αξίζει να αναγνωσθεί από όλους τους πιστούς. Είναι μια ευχή πλούσια σε νόημα, σε θεολογία αλλά και σε γλωσσική διατύπωση:

«Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς ποιητής ὁ τήν ἁγίαν σου Ἐκκλησίαν ἀρρήτῳ σοφίᾳ θεμελιώσας καί ἀντίτυπον τῆς Ἀγγελικῆς ἐν οὐρανῷ λειτουργίας τήν τῆς Ἱερωσύνης τάξιν ἐπί τῆς γῆς συστησάμενος· σύ, Δέσποτα μεγαλόδωρε, πρόσδεξε καί νῦν δεομένους ἡμᾶς, οὐχ ὡς ἀξίους ὄντας περί τηλικούτων αἰτεῖν, ἀλλ’ ἵνα τό ὑπερβάλλον δειχθῇ τῆς σῆς ἀγαθότητος· οὐ γάρ ἐπαύσω τό ἀνθρώπινον γένος πολυτρόπως εὐεργετῶν· κεφάλαιον δέ ἐδωρήσω τῶν σῶν εὐεργεσιῶν, τήν ἐν σαρκί τοῦ Μονογενοῦς σου Υἱοῦ παρουσίαν· ὅς, ἐπί γῆς ὀφθείς καί λάμψας τοῖς ἐν σκότει φῶς σωτηρίας, ἀνήνεγκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν θυσίαν καί γέγονε τοῦ κόσμου παντός ἱλαστήριον, κοινωνούς ἡμᾶς τῆς ἰδίας Ἀναστάσεως ποιησάμενος· καί ἀναληφθείς εἰς τούς οὐρανούς, ἐνέδυσε τούς ἑαυτοῦ Μαθητάς καί Ἀποστόλους καθώς ἐπηγγείλατο, δύναμιν ἐξ ὕψους, ἥτις ἐστί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό προσκυνητόν και παντοδύναμον, τό ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἐκπορευόμενον· δι’ οὗ γενόμενοι δυνατοί ἐν ἔργῳ καί λόγῳ, Βάπτισμα παρέδωκαν υἱοθεσίας, Ἐκκλησίας ἀνέστησαν, ἵδρυσαν Θυσιαστήρια, Ἱερωσύνης ἔθεντο κανόνα καί νόμους. Ὧν ἡμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί κατέχοντες τήν παράδοσιν, προσπίπτομέν σοι τῷ αἰωνίῳ Θεῷ καί δεόμεθά σου εὔσπλαχνε· Τόν πρός τήν σήν ὑμνωδίαν οἰκοδομηθέντα τοῦτον Ναόν τῆς θείας σου πλήρωσον δόξης, καί τό παρόν Θυσιαστήριον, Ἅγιον Ἁγίων ἀνάδειξον· ὥστε ἡμᾶς, παρεστῶτας αὐτῷ, ὡς τῷ φρικτῷ τῆς Βασιλείας σου θρόνῳ, ἀκατακρίτως λατρεύειν σοι, δεήσεις ὑπέρ ἡμῶν καί παντός τοῦ λαοῦ σου ἀναπέμποντα καί τήν ἀναίμακτον θυσίαν τῇ σῇ προσφέροντας ἀγαθότητι, εἰς ἑκουσίων καί ἀκουσίων ἁμαρτημάτων συγχώρησιν, εἰς κυβέρνησιν βίου, εἰς ἀγαθῆς πολιτείας κατόρθωσιν, εἰς ἐκπλήρωσιν πάσης δικαιοσύνης.»[79].

Από την ανωτέρω ακολουθία των εγκαινίων διδασκόμαστε ότι η ίδια η χάρις του Αγίου Πνεύματος είναι αυτή που αγιάζει τον ναό, ενώ εμείς δεν κάνουμε τίποτε από μόνοι μας. Η χάρις αυτή έφθασε σε εμάς από τον Σωτήρα μας, Ιησού Χριστό, δια μέσω των Αποστόλων και των κατά καιρούς Πατέρων, όπως χαρακτηριστικά λέγει και η ευχή «Εὐχαριστοῦμεν σοι, Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅτι, ἥν ἐξέχεας χάριν ἐπί τούς ἁγίους σου Ἀποστόλους, καί ἐπί τούς ὁσίους ἡμῶν Πατέρας, ἠξίωσας, διά πολλήν σου φιλανθρωπίαν, καί μέχρις ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, καί ἀχρείων δούλων σου ἐκτεῖναι.».

Περαιτέρω, μέσα στον ναό τελείται η Θεία Λειτουργία, δηλαδή παρίσταται ολόσωμος ο ίδιος ο Χριστός. Σ’ αυτήν βλέπουμε τον Κύριο να γεννιέται στην Αγία Πρόθεση, να βγαίνει στη δημόσια δράση με την Είσοδο του αγίου Ευαγγελίου, να κηρύττει με την ανάγνωσή του. Τον βλέπουμε να πορεύεται προς το Πάθος στη μεγάλη Είσοδο, να θυσιάζεται πάνω στην Αγία Τράπεζα, να ανασταίνεται με την Θεία Κοινωνία μέσα μας και να αναλαμβάνεται και πάλι στους ουρανούς στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Αρχίζει η Θεία Λειτουργία με δοξολογία στην Αγία Τριάδα, «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος». Ακολουθεί μετά ο τρισάγιος ύμνος που ψάλλουμε «τῇ ζωοποιῷ Τριάδι», ενώ λίγο πριν την κεντρική στιγμή του μυστηρίου, όταν πρέπει να ανυψωθούμε στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, μας προσφέρεται από τον λειτουργό «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Προχωρούμε, κατόπιν, στην ευχαριστία του Τριαδικού Θεού για τα πάντα «Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὢν ὡσαύτως ὤν· σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν. Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ·». Μετά την ευχαριστία ικετεύουμε τον Θεό Πατέρα να αποστείλει το Άγιο Πνεύμα για να καθαγιάσει την προσφορά του Υιού και ο Παράκλητος έρχεται και μας χαρίζει τον Χριστό. Κι όλα γεμίζουν από το φως της Τρισηλίου Θεότητος, ο Χριστός είναι παρών, με το Άγιο Σώμα Του και το Τίμιο Αίμα Του, ενώ μαζί μ’ Αυτόν είναι και ο Πατήρ και το Άγιο Πνεύμα, καθότι η Αγία Τριάδα είναι αδιαίρετη και αχώριστη[80].

Κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, ο οποίος συνέγραψε, μεταξύ άλλων, το έργο «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας», σκοπός της Θείας Λειτουργίας είναι η μεταβολή των δώρων που προσφέρουν οι πιστοί, δηλαδή του άρτου και του οίνου, σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Έργο της είναι ο αγιασμός των πιστών, οι οποίοι με την θεία μετάληψη, αποκομίζουν την άφεση των αμαρτιών τους, την κληρονομία της βασιλείας των ουρανών και κάθε πνευματικό αγαθό. Στο έργο αυτό συμβάλλουν οι προσευχές, οι ψαλμωδίες, τα αγιογραφικά αναγνώσματα και όλα εκείνα που τελούνται και λέγονται μέσα στο Ναό, στη διάρκεια της Λειτουργίας[81].

Μας λέγει ο Άγιος τα εξής: «Τούτων δὲ εἰρημένων, τὸ πᾶν τῆς ἱερουργίας ἤνυσται καὶ τετέλεσται καὶ τὰ δῶρα ἡγιάσθη καὶ ἡ θυσία ἀπηρτίσθη καὶ τὸ μέγα θῦμα καὶ ἱερεῖον τὸ ὑπὲρ τοῦ κόσμου σφαγὲν ἐπὶ τῆς ἱερᾶς τραπέζης ὁρᾶται κείμενον· ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Κυριακοῦ σώματος οὐκ ἔτι τύπος, οὐδὲ δῶρον, εἰκόνα φέρων τοῦ ἀληθινοῦ δώρου, οὐδὲ γραφήν τινα κομίζων ἐν ἑαυτῷ τῶν σωτηρίων παθῶν ὥσπερ ἐν πίνακι, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ ἀληθινὸν δῶρον· αὐτὸ τοῦ Δεσπότου τὸ πανάγιον σῶμα τὸ πάντα ἀληθῶς ἐκεῖνα δεξάμενον τὰ ὀνείδη, τὰς ὕβρεις, τοὺς μώλωπας, τὸ σταυρωθέν, τὸ σφαγέν, τὸ μαρτυρῆσαν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν κάλην ὁμολογίαν, τὸ ῥαπισθέν, τὸ αἰκισθέν, τὸ ἐμπτυσμάτων ἀνασχόμενον, τὸ χολῆς γευσάμενον. Ὁμοίως καὶ ὁ οἶνος αὐτὸ τὸ αἶμα τὸ ἐκπηδῆσαν σφαττομένου τοῦ σώματος, τοῦτο τὸ σῶμα, τοῦτο τὸ αἶμα τὸ συστὰν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, τὸ γεννηθὲν ἀπὸ τῆς μακαρίας Παρθένου, τὸ ταφέν, τὸ ἀναστὰν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, τὸ ἀνελθὸν εἰς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.»[82].

Μετά τον καθαγιασμό δηλαδή και την ολοκλήρωση του μυστηρίου ο άρτος δεν είναι απλό σύμβολο, ούτε τύπος, ούτε εικόνα, ούτε διαζωγράφηση των παθών του Σωτήρος, όπως σε ένα πίνακα, αλλά είναι το ίδιο το πανάγιο σώμα του Χριστού. Είναι το ίδιο σώμα που δέχθηκε τους ονειδισμούς, τις ύβρεις, τους μώλωπες, το σώμα που σταυρώθηκε, μαρτύρησε την καλή ομολογία επί Ποντίου Πιλάτου, ραπίστηκε, βασανίστηκε, ανέχθηκε τα φτυσίματα και γεύθηκε τη χολή. Ομοίως, και ο οίνος, το κρασί είναι το ίδιο το αίμα που εκπήδησε από το σφαττόμενο σώμα του Χριστού, αυτό το σώμα που πλάσθηκε από Άγιο Πνεύμα και γεννήθηκε από την Παρθένο, Υπεραγία Θεοτόκο, που ετάφη, που αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, ανελήφθη στους ουρανούς και εκάθισε στα δεξιά του Πατρός.

Μας λέγει και τα εξής: «Καὶ τίς ἡ πίστις; Αὐτὸς εἶπε· “Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου”, “Τοῦτο τὸ αἷμά μου.” Αὐτὸς καὶ τοῖς ἀποστόλοις ἐκέλευσε καὶ δι᾿ ἐκείνων ἁπάσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦτο ποιεῖν. “Τοῦτο γάρ, φησί, ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν”, οὐκ ἂν κελεύσας τοῦτο ποιεῖν, εἰ μὴ δύναμιν ἐνθήσειν ἔμελλε, ὥστε δύνασθαι τοῦτο ποιεῖν. Καὶ τίς ἡ δύναμις; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἡ ἐξ ὕψους τοὺς ἀποστόλους ὁπλίσασα δύναμις, κατὰ τὸ εἰρημένον πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Κυρίου· “Ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.” Τοῦτο τὸ ἔργον ἐκείνης τῆς καθόδου. Οὐ γὰρ κατελθὸν ἅπαξ εἶτα ἀπολέλοιπεν ἡμᾶς, ἀλλὰ μεθ᾿ ἡμῶν ἔστι καὶ ἔσται μεχρὶ παντός. Διὰ τοῦτο γὰρ ἔπεμψεν αὐτὸ ὁ Σωτήρ, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ἡμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, “τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό, οὐδὲ γινώσκει αὐτό, ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾿ ὑμῖν μένει, καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται”. Τοῦτο διὰ τῆς χειρὸς καὶ τῆς γλώσσης τῶν ἱερέων τὰ μυστήρια τελεσιουργεῖ. Καὶ οὐ τὸ ἅγιον Πνεῦμα μόνον ἔπεμψεν ὁ Κύριος ἡμῖν, ὥστε μένειν μεθ᾿ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐπηγγείλατο μένειν μεθ᾿ ἡμῶν, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος· ἀλλ᾿ ὁ μὲν Παράκλητος ἀοράτως πρόσεστιν, ὅτι σῶμα αὐτὸς οὐκ ἐφόρεσεν. Ὁ δὲ Κύριος καὶ ὁρᾶται καὶ ἁφῆς ἀνέχεται διὰ τῶν φρικτῶν καὶ ἱερῶν μυστηρίων, ὡς ἂν τὴν ἡμετέραν φύσιν καὶ δεξάμενος καὶ φέρων εἰς τὸν αἰῶνα. Αὕτη ἡ τῆς ἱερωσύνης δύναμις, οὗτος ὁ ἱερεύς. Οὐ γὰρ ἅπαξ ἑαυτὸν προσαγαγὼν καὶ θύσας ἐπαύσατο τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ διηνεκῆ ταύτην λειτουργεῖ τὴν λειτουργίαν ἡμῖν, καθ᾿ ἣν καὶ παράκλητός ἐστιν ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸν δι᾿ αἰῶνος, οὗ χάριν εἴρηται πρὸς αὐτόν· “Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα.” Διὰ τοῦτο οὐδεμία τοῖς πιστοῖς περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων ἀμφιβολία, οὐδὲ περὶ τῶν ἄλλων τελετῶν, εἰ κατὰ τὴν πρόθεσιν καὶ τὰς εὐχὰς τῶν ἱερέων ἀποτελοῦνται.»[83].

Αυτή η πίστη θεμελιώνεται σε όσα ο ίδιος ο Χριστός μας είπε, ότι δηλαδή «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου» και «Τοῦτο τὸ αἷμά μου». Αυτός και στους Αποστόλους έδωσε εντολή και μέσω εκείνων σε όλη την Εκκλησία να επαναλαμβάνουν συνεχώς το μυστήριο, όταν τους είπε «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Δεν θα έδινε αυτήν την εντολή, εάν δεν επρόκειτο να τους εφοδιάσει με δύναμη, ώστε να μπορούν να τελούν αυτό το μυστήριο, δηλαδή τη μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Το Άγιο Πνεύμα είναι η ουράνια δύναμη που όπλισε του Αποστόλους, όπως τους είχε πει ο Κύριος «Ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους». Έργο εκείνης της καθόδου του Αγίου Πνεύματος είναι η μεταβολή των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Διότι δεν κατήλθε για μια φορά μόνο και μετά μας εγκατέλειψε, αλλά είναι μαζί μας και θα είναι για πάντα μαζί μας. Γι’ αυτό μας το έστειλε ο Σωτήρας, για να μένει μαζί μας εις τον αιώνα, όπως ο ίδιος πάλι μας είπε «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό, οὐδὲ γινώσκει αὐτό, ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾿ ὑμῖν μένει, καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται». Αυτό, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα είναι που επιτελεί την μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού χρησιμοποιώντας τα χέρια και την γλώσσα των ιερέων. Και δεν μας έστειλε μόνον το Άγιο Πνεύμα ο Κύριος, για να μένει διαρκώς μαζί μας, αλλά υποσχέθηκε ότι και ο ίδιος θα μένει μαζί μας, μέχρι της συντελείας των αιώνων. Αλλά και το Άγιο Πνεύμα βέβαια παρίσταται και ενεργεί αοράτως γιατί δεν φόρεσε ανθρώπινο σώμα. Ο Χριστός όμως και βλέπεται και ανέχεται να τον πιάνουμε στα φρικτά και ιερά μυστήρια, γιατί δέχθηκε να προσλάβει την ανθρώπινη φύση και να την φέρει αιώνια. Αυτή είναι η δύναμη της Ιεροσύνης, αυτός είναι ο ιερεύς. Δεν προσάγει μια φορά τον εαυτό του στο θυσιαστήριο και αφού ιερουργήσει άπαξ σταματά την Ιεροσύνη. Αντίθετα, συνεχώς λειτουργεί την Λειτουργία για εμάς και γίνεται και παράκλητος για χάρη μας προς τον Θεό αιώνια και ισχύει και γι’ αυτόν το «Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα». Δια τούτο, για τους πιστούς δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το αγιασμό των Τιμίων Δώρων, ούτε για τις άλλες τελετές, αν επιτελούνται κατά την ευσεβή πρόθεση και τις ευχές των ιερέων.

Συνεπώς, τα ίδια τα λειτουργικά λόγια και οι λειτουργικές ευχές φανερώνουν ότι κάθε Θεία Λειτουργία είναι η μυστηριακή ένωση ουρανού και γης, όπου η Εκκλησία στη γη συναντά τον θρόνο του Θεού, «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας.» (= Ἂς ὑψώσουμε πρὸς τὸ Θεὸ τὶς καρδιές μας.), «Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν.» (=Ἂς σταθοῦμε καλά· ἂς σταθοῦμε μὲ φόβο· ἂς προσέξουμε νὰ προσφέρωμε τὴν ἁγία ἀναφορὰ μὲ εἰρήνη.), «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις.» (=Τὰ ἅγια εἶναι γιὰ τοὺς ἁγίους.), «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν.» (=Εἴδαμε τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἐλάβαμε Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποκτήσαμε ἀληθινὴ πίστη, προσκυνώντας τὴν Ἁγία Τριάδα· γιατὶ αὐτή ᾿ναι ποὺ μᾶς ἔσωσε.).

Φανερώνουν επίσης την αγιότητα του ιερού ναού, ο οποίος είναι πραγματικά ένας καθαγιασμένος τόπος, ένας χώρος επενέργειας των άκτιστων θείων ενεργειών, στον οποίο οι πιστοί οφείλουν να εισέρχονται με βαθιά ευλάβεια, «Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.» (=Γι᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν ἅγιο ναὸ καὶ γιὰ κείνους ποὺ εἰσέρχονται σ᾿ αὐτὸν μὲ πίστη, μὲ εὐλάβεια καὶ μὲ φόβο Θεοῦ, ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο.), «ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου.» (=ἁγίασε ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν καλὴ κατάσταση κι ἐμφάνιση τοῦ οἴκου σου.)[84].

Το Άγιο Πνεύμα δια μέσου του Προφήτου Δαυίδ μαρτυρεί και ομολογεί την αγιότητα των Οίκων του Θεού, των Ιερών Ναών. Μερικά παραδείγματα είναι και τα εξής:

«ἐγὼ δὲ ἐν τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου εἰσελεύσομαι εἰς τὸν οἶκόν σου, προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου ἐν φόβῳ σου.» (=Εγώ όμως στηριζόμενος και ελπίζων στο άπειρον έλεός σου θα εισέλθω στο κατοικητήριόν σου. Θα προσκυνήσω Σε με ευλάβειαν και ιερόν δέος στον άγιον ναόν σου.)[85].

«Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· Κύριος ἐν οὐρανῷ ὁ θρόνος αὐτοῦ.» (=Ο Κύριος όμως ευρίσκεται ακατανίκητος στον ουρανόν και στον ιερόν ναόν του. Ο Κύριος έχει στήσει τον δικαστικόν του θρόνον υψηλά στον ουρανόν.)[86].

«τίς ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος τοῦ Κυρίου καὶ τίς στήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ;» (=Ποιός θα ανεβή στον ιερόν λόφον του Κυρίου, την Σιών, δια να προσκυνήση άξιως; Ποιός θα σταθή ακατάκριτος και με παρρησίαν στον άγιον αυτόν τόπον;)[87].

«Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης σου.» (=Κύριε, ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου.)[88].

«μίαν ᾐτησάμην παρὰ Κυρίου, ταύτην ἐκζητήσω· τοῦ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, τοῦ θεωρεῖν με τὴν τερπνότητα Κυρίου καὶ ἐπισκέπτεσθαι τὸν ναὸν τὸν ἅγιον αὐτοῦ.» (=Μιαν παράκλησιν δια της προσευχής υπέβαλα στον Κυριον. Μιαν χάριν του εζήτησα και του ζητώ· να κατοικώ στον οίκον του Κυρίου όλας τας ημέρας της ζωής μου, δια να βλέπω και να απολαμβάνω τα θέλγητρα του Θεού μου και να επισκέπτωμαι, ως ευλαβής και ταπεινός λάτρης, τον άγιον ναόν του.)[89].

«εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ δέεσθαί με πρὸς σέ, ἐν τῷ αἴρειν με χεῖράς μου πρὸς ναὸν ἅγιόν σου.» (=Καμε δεκτήν την φωνήν της δεήσεώς μου, την ώραν που με υψωμένα ευλαβώς τα χέριά μου προς τον άγιον ναόν σου σου απευθύνω εκ βάθους καρδίας ολόθερμον ικεσίαν.)[90].

«καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν.» (=Και ταύτα, εις στιγμήν κατά την οποίαν στον ναόν του Κυρίου, πάντες οι πιστοί, ήρεμοι δοξάζουν τον Θεόν.)[91].

«Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου, αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον, οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.» (=Ύμνους και δοξολογίας συνεχώς να αναπέμπετε στο όνομα Κυρίου. Αινείτε σεις οι ιερείς, δούλοι Κυρίου, τον Κύριον. Σεις που ίστασθε υπηρετούντες ευλαβώς στον οίκον Κυρίου, εις τας αυλάς του ναού του Θεού μας.)[92].

«προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου καὶ ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου, ὅτι ἐμεγάλυνας ἐπὶ πᾶν τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου.» (=Θα προσκυνήσω με γυρισμένον το πρόσωπόν μου προς τον ναόν τον άγιόν σου και θα δοξολογήσω με ευγνωμοσύνης το Ονομά σου δια το έλεός σου και την φιλαλήθειάν σου, όπως αυτή κατεδείχθη εις την τήρησιν των υποσχέσεών σου. Διότι με τα καταπληκτικά έργα της μεγαλωσύνης σου απέδειξες, υπέρ παν άλλο όνομα, θαυμαστόν το άγιον Ονομά σου.)[93].

Συμπερασματικά, κάθε χριστιανικός ναός παρομοιάζεται με τον ουρανό και την εκεί επικρατούσα τάξη. «Οὐρανόν πολύφωτον» τον αποκαλεί ο ποιητής της Εκκλησίας, «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας φωταγωγοῦσα τοὺς πιστούς· ἐν ᾧ ἑστῶτες κραυγάζωμεν· Τοῦτον τὸν Οἶκον στερέωσον, Κύριε.». Και συμπληρώνει, «Ἐν τῷ Ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης Σου ἐν Οὐρανῷ ἑστᾶναι νομίζομεν…». Είναι ένας τόπος απολύτως άγιος και ιερός και οι πιστοί οφείλουν να εισέρχονται με δέος και σεβασμό.

ε. Το παράδειγμα και η διδασκαλία των Αγίων

Τα βιώματα των Αγίων της Εκκλησίας μας σχετικά με τον άγιο χαρακτήρα του ναού και των σκευών που υπάρχουν σ’ αυτόν είναι πραγματικά αναρίθμητα, ωστόσο θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε ορισμένα από αυτά. Πολλοί Άγιοι, λόγω της καθαρότητας της ψυχής τους, είχαν πνευματικές εμπειρίες μέσα στους ναούς και μάλιστα κατά της ώρα της Θείας Λειτουργίας. Από τα βιώματα αυτά αντιλαμβανόμαστε ότι ο οίκος του Θεού, ο ιερός ναός είναι ένας τόπος απολύτως άγιος, όπου κατοικεί ο ίδιος ο Θεός, ενώ παρευρίσκονται και οι άγιοι Άγγελοι. Κάθε πιστός χριστιανός οφείλει να εισέρχεται και να στέκεται με βαθιά ευλάβεια και σεβασμό, όπως ακριβώς και οι Άγγελοι.

Τέτοιες εμπειρίες διαβάζουμε, επί παραδείγματι, στον Άγιο Νήφωνα. Σε συμβουλές του σχετικά με τον σωστό εκκλησιασμό μας λέγει ότι, όταν βρισκόμαστε στην εκκλησία μαζί με τους άλλους χριστιανούς, δεν πρέπει να γελάμε, να μιλάμε, να σχολιάζουμε ο ένας τον άλλον, αλλά ούτε και να ψάλλουμε κενόδοξα, κομψεύοντας τη φωνή από ανθρωπαρέσκεια. Από δική του εμπειρία, επισημαίνει επίσης, ότι πάνω από τους ανθρώπους που στέκονται στην εκκλησία, βρίσκονται πολύ περισσότεροι άγγελοι που ψάλλουν κι αυτοί αόρατα μαζί τους. Αν όμως κάποιος από το εκκλησίασμα αρχίσει να κουτσομπολεύει ή να συζητάει για βιοτικές υποθέσεις, οι άγγελοι που τον βλέπουν, αφήνουν την υμνωδία και πιάνουν την θρηνωδία για την κατάντια του, επειδή στέκεται μέσα στην εκκλησία χωρίς φόβο Θεού, χωρίς ντροπή και χωρίς σεβασμό. Ο Θεός έσκυψε από τα ουράνια για να ακούσει ταπεινή προσευχή και παρακλητικά λόγια και, αντί γι’ αυτά, ακούει κουτσομπολιά και αστεία.

Σε άλλο σημείο διαβάζουμε ότι ο Άγιος είχε, στην εκκλησία, πριν ακόμη αρχίσει η θεία λειτουργία, συνομιλία με έναν Άγγελο, ο οποίος ήταν ο Άγγελος που φρουρούσε το άγιο θυσιαστήριο. Κατά την έναρξη της θείας λειτουργίας, μόλις δηλαδή ο λειτουργός έβαλε το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» ο Άγιος είδε φωτιά να κατεβαίνει από τον ουρανό και να καλύπτει το άγιο θυσιαστήριο και τον ιερέα, χωρίς εκείνος να καταλαβαίνει τίποτε. Όταν άρχισε να ψάλλεται ο τρισάγιος ύμνος από τον λαό, τέσσερις άγγελοι κατέβηκαν και άρχισαν να ψάλλουν μαζί τους, ενώ στο Ευαγγέλιο μια-μια λέξη έβγαινε σαν φωτιά από το στόμα του ιερέα και υψωνόταν στα επουράνια. Λίγο πριν την είσοδο των τιμίων Δώρων, ο όσιος είδε να ανοίγει ο ουρανός και να ξεχύνεται μια υπερκόσμια ευωδία, και Αγγέλους να κατεβαίνουν από ψηλά, ψάλλοντας ύμνους και δοξολογίες στον Άγιο Τριαδικό Θεό.

Κατόπιν ο άγιος είδε ένα κατακάθαρο και τρισχαριτωμένο Βρέφος, δηλαδή τον Κύριο μας, που το κρατούσαν στα χέρια τους οι Άγγελοι και το έφεραν στο άγιο δισκάριο, όπου βρίσκονταν τα τίμια Δώρα, ενώ γύρω Του μαζεύτηκαν λευκοφόροι και ολόλαμπροι νέοι που ατένιζαν με θαυμασμό την θεϊκή Του ομορφιά. Στον καθαγιασμό των τιμίων Δώρων ένας άγγελος πήρε μαχαίρι και άρχισε να σφάζει το Βρέφος, χύνοντας το Αίμα Του στο άγιο ποτήριο, ενώ το θείο σώμα Του το τεμάχισε και το τοποθέτησε στο δισκάριο. Κατά την θεία μετάληψη είδε ο όσιος τους αγγέλους να στέκονται εκεί κοντά και να παρακολουθούν ευλαβικά και με σεβασμό τη μετάληψη. Όταν κάποιος ευσεβής κοινωνούσε τότε του έβαζαν ένα στεφάνι στο κεφάλι, ενώ αντίθετα, εάν κάποιος ασεβής και αμαρτωλός πλησίαζε, τότε γυρνούσαν αλλού τα κεφάλια τους με φανερή αποστροφή. Στο τέλος της λειτουργίας, όταν ο ιερέας έκανε την κατάλυση, τότε παρουσιάστηκε πάλι το Βρέφος, σώο πάνω στα χέρια των αγγέλων και η στέγη του ουρανού σαν να σκίστηκε στα δύο. Από εκεί οι άγγελοι ανέβασαν το Παιδί στους ουρανούς με δοξολογίες και μια υπέροχη ευωδία ξεχύθηκε ολόγυρα[94].

Ο Άγιος Γαβριήλ, ο δια Χριστόν σαλός, έλεγε χαρακτηριστικά ότι, εάν γνωρίζαμε πόση ευλογία έρχεται με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας, τότε θα μαζεύαμε μέχρι και τη σκόνη από το πάτωμα της εκκλησίας, για να πλύνουμε με αυτή το πρόσωπό μας. Επίσης, ο Άγιος έδειχνε ιδιαίτερη ευλάβεια προς τα άγια λείψανα αλλά και τις ιερές εικόνες, τις οποίες επιδιόρθωνε και τις έβαζε στη θέση τους. Μάλιστα, όταν κάποτε αποφάσισαν στο Μοναστήρι Σαμτάβρο να αντικαταστήσουν τις εικόνες του τέμπλου με καινούριες ζωγραφιστές, ο Άγιος ήταν αρνητικός και προσευχήθηκε τόσο πολύ, που μετά από λίγο καιρό όλες οι εικόνες έβγαλαν μύρο και έτσι δεν μπόρεσαν να τις πειράξουν. Τέλος ακόμη ένα περιστατικό από την ζωή του Αγίου μας φανερώνει, ότι είναι μεγάλη βλασφημία και ασέβεια τα σκεύη που αφιερώθηκαν στον Κύριο να χρησιμοποιούνται για κοινές χρήσεις. Μια γυναίκα παρακάλεσε τον π. Γαβριήλ να προσευχηθεί για ένα παιδί που είχε πεθάνει κάποιες ημέρες νωρίτερα. Ο π. Γαβριήλ της απάντησε ότι έκανε μεγάλο καλό και ότι γλίτωσε την ψυχή του αγοριού, καθότι, όπως πληροφορήθηκαν αργότερα από την μητέρα του παιδιού, ο γιος της είχε φέρει στο σπίτι ένα ποτήρι στολισμένο με πολύτιμους λίθους, το οποίο κράτησαν στο σπίτι τους. Σκέφτονταν μάλιστα, να το δώσουν για να φτιαχτούν απ’ αυτό κοσμήματα, αλλά δεν το έκαναν. Όταν το παιδί πέθανε, πήγαν το ποτήρι αυτό σε έναν ιερέα ο οποίος και τους αποκάλυψε ότι ήταν Άγιο Δισκοπότηρο, οπότε η μητέρα ήρθε σε μετάνοια, αντιλαμβανόμενη προφανώς την σοβαρότητα της πράξης και τι θα γινόταν με την ψυχή του παιδιού της, εάν είχε προλάβει να το λιώσει, για να κάνει κοσμήματα[95].

Πολλές πνευματικές καταστάσεις βίωνε και ο Άγιος Ιάκωβος, ο εν Ευβοία, σε κάθε Θεία Λειτουργία. Ο Άγιος είχε συλλειτουργήσει με τον Άγιο Διονύσιο τον ἐν Ὀλύμπῳ. Στην προσκομιδή, μνημονεύοντας ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων είχε «κοινωνία» με τις ψυχές, έβλεπε την κατάστασή τους και πολλές φορές είχε διάλογο μαζί τους. Όπως επίσης μας λέγει, στο ναό, την ώρα της Θείας Λειτουργίας δεν μπορούσε να κάνει Μεγάλη Είσοδο από αυτά που έβλεπε. Ο ψάλτης συνεχώς επαναλάμβανε το: «ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι», οπότε ο Άγιος ένιωσε να τον σπρώχνει κάποιος από τον ώμο και να τον οδηγεί στην Αγία Πρόθεση. Όταν γύρισε, είδε μια τεράστια φτερούγα που την είχε περάσει ο Αρχάγγελος από τον ώμο του και τον οδηγούσε να κάνει τη Μεγάλη Είσοδο. Μερικές φορές, δεν άντεχε και καθόταν στην καρέκλα, οπότε και ορισμένοι συλλειτουργοί νόμιζαν ότι δεν ήταν καλά στην υγεία του, αυτοί όμως δεν έβλεπαν αυτά που έβλεπε και άκουγε ο Άγιος, όπως τους Αγγέλους και τα φτερουγίσματά τους. Μόλις ο ιερέας πει το «Δι᾿ εὐχῶν», οι ουράνιες δυνάμεις αποχωρούν και μέσα στο ιερό επικρατεί απόλυτη ησυχία. Αναφέρει επίσης ο Γέροντας, ότι μια γιαγιά μπήκε χωρίς ευλάβεια στο ιερό, για να καθαρίσει. Για να φθάσει όμως να καθαρίσει μερικές αράχνες από την κόγχη του ιερού, τόλμησε να πατήσει επάνω στην Αγία Τράπεζα. Τότε ένοιωσε ότι πάτησε πάνω σε πυρακτωμένα καρφιά και αμέσως έπεσε, έσπασε το πόδι της και σε λίγες μέρες πέθανε. Τέλος, τόνιζε ότι η Χάρις των Αγίων μας υπάρχει ακόμη και πάνω στα ξύλα των αγίων εικόνων[96].

Ο Άγιος Ευθύμιος είδε πολλές φορές φανερά αγγέλους να συλλειτουργούν μαζί του και να αγγίζουν τα τίμια Δώρα. Και στην ώρα της μεταλήψεως του Δεσποτικού Σώματος έβλεπε άλλους από τους προσερχομένους να φωτίζονται και άλλους – ήτοι όσους δεν ήταν άξιοι του φωτός και της λαμπρότητας της θείας κοινωνίας – να μαυρίζουν. Γι’ αυτό και συμβούλευε τους αδελφούς ότι ο καθένας μας πρέπει να εξετάζει καλά τον εαυτό του και τότε να μεταλαμβάνει με φρίκη από τον Άρτο και το Ποτήριο. Τέλος, ο Άγιος Εφραίμ μας λέγει ότι μπροστά στον ουράνιο Βασιλέα πρέπει να στεκόμαστε με φόβο και τρόμο και με μεγάλο σεβασμό, χωρίς να περιεργαζόμαστε με αδιάντροπα βλέμματα τα προκείμενα Μυστήρια του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου[97].

Οι παραπάνω πνευματικές εμπειρίες των Αγίων μας είναι αρκετές, για να αντιληφθούμε τι σημαίνει ορθόδοξος ναός, ο οποίος είναι πραγματικά η ένωση του ουρανού με τη γη.

III. Ενδεικτικά παραδείγματα αποϊεροποίησης/βεβήλωσης των Ιερών Ναών και απαξίωσης της ιερότητας του χώρου

α. Συναυλίες με μουσικά όργανα - Κοσμικές εκδηλώσεις

Φαινόμενα αποϊεροποίησης των ιερών μας ναών μέσω της πραγματοποίησης εντός αυτών κοσμικών εκδηλώσεων και πολιτιστικών δρωμένων υπήρχαν και πριν την περίοδο του κορονοϊού. Ωστόσο μετά από αυτήν την περίοδο, οι ανίερες αυτές πρακτικές, όπως συναυλίες κάθε είδους μουσικής, χρήση μουσικών οργάνων, γυναικείες ή μικτές χορωδίες, κοσμικές γιορτές και εκδηλώσεις μέχρι και ειδωλολατρικές τελετές κ.λπ., έχουν αυξηθεί σε πολλές Ι. Μητροπόλεις της πατρίδας μας. Από τα πάμπολλα περιστατικά, που όμως είναι ικανά να δείξουν το μέγεθος του προβλήματος, θα αναφερθούμε ενδεικτικά στα εξής χαρακτηριστικά παραδείγματα:

v Από το 2024 η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης διοργανώνει την λεγόμενη «Λατρευτική Εβδομάδα» μέσα στις πιο άγιες, ιερές και κατανυκτικές ημέρες που γνωρίζει η Ορθοδοξία μας, ήτοι κατά την διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Κατά την περίοδο αυτή δυστυχώς οι ιεροί ναοί της Θεσσαλονίκης μετατρέπονται σε τόπους κοινούς, όπου λαμβάνουν χώρα κάθε είδους αντικανονικές, με βάση τους ανωτέρω εκτιθέμενους Ιερούς Κανόνες, κοσμικές συναυλίες μετά συνοδείας μουσικών οργάνων (π.χ. πιάνο, βιολοντσέλο, θεόρβη κ.α.) και γυναικείες ή ανδρικές χορωδίες, από κοσμικούς τραγουδιστές, άνδρες και γυναίκες (π.χ. σοπράνο, τενόρο). Διαβάζουμε στο πρόγραμμα της «Λατρευτικής Εβδομάδας» 2026 για τους Ιερούς Ναούς Αγίου Μηνά, Αγίων Δώδεκα Αποστόλων και Παναγίας Δεξιάς:

«Ι.Ν. Αγίου Μηνά Ελεύθερη Είσοδος Οδοιπορικό Πάθους για τενόρο και πιάνο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ: .Το Όριο Franz Schubert — Die Allmacht .Το Ρήγμα F. Handel — “Total Eclipse” από το Samson . Η Εξορία Franz Schubert — Gesänge des Harfners […].».

«Ι.Ν. Αγίων Δώδεκα Αποστόλων Ελεύθερη Είσοδος Τenebrae – Φωνή στο σκοτάδι Οδοιπορικό για σοπράνο και θεόρβη Τenebrae – Φωνή στο σκοτάδι είναι μια λατρευτική μουσική τελετουργία για φωνή και θεόρβη, εμπνευσμένη από την Εβδομάδα των Παθών και την εμπειρία του πένθους ως εσωτερικής, σωματικής και πνευματικής κατάδυσης. Το πρόγραμμα συνδυάζει έργα από τη μεσαιωνική μυστικιστική παράδοση, το πρώιμο μπαρόκ και την ελληνική προφορική παράδοση, δημιουργώντας έναν ενιαίο δραματουργικό άξονα γύρω από τον θρήνο, την απώλεια και τη μητρική φωνή. The Blessed Virgin’s Expostulation (Z. 196) (αποσπάσματα) John Dowland (1563–1626) Flow my tears John Dowland (1563–1626) Come, heavy sleep Tarquinio Merula (1595–1665) Hor ch’è tempo di dormire Luigi Rossi (1597–1653) Questo picciolo rio Alessandro Piccinini (1566–1638) Partite variate sopra l’Aria Francese detta l’Alemana (σόλο θεόρβη) […] ».

«Ι. Ν. Παναγίας της Δεξιάς Ελεύθερη Είσοδος «ΦΩΣ ΗΧΩΝ & ΛΕΞΕΩΝ» Συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του Μακαριστού πρώην Θεσσαλονίκης κυρού Ανθίμου. […]. Στο δεύτερο μέρος, η Μικτή Χορωδία Πολιτιστικής Λέσχης Προσωπικού ΟΤΕ Θεσσαλονίκης θα ερμηνεύσει θρησκευτικούς ύμνους της Ανατολικής και Δυτικής Ορθόδοξης εκκλησίας, μελοποιημένους πολυφωνικά, διαγράφοντας ένα χρονικό οδοιπορικό από την εποχή της Αναγέννησης μέχρι και τον 21ο αιώνα: 1. Ave Maria :Jacobus Gallus 2. Ave Verum Corpus : Wolfgang Amadeus Mozart 3. Kyrie eleison:από τη Missa Brevis του Charles-François Gounod 4. Άρχοντες λαών, επιλογή τροπαρίων από το Ορατόριο «Τα Βυζαντινά Πάθη « του Μιχάλη Αδάμη Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια, Σταυρωθήτω έκραζον, Ως πρόβατον επί σφαγήν […]. Σολίστ: Νεκτάριος Αντωνίου, Δημήτρης Χαινόπουλος. Βιολοντσέλο: Βίκη Παπανικολάου Πιάνο: Δημήτρης Τσακιρίδης»[98].

v Στις 15.6.2026 πραγματοποιήθηκε, κατά παράβαση των Ιερών Κανόνων που προστατεύουν τον ιερό χαρακτήρα όχι μόνο του εσωτερικού του Ναού αλλά και τον περίβολο, συναυλία και χορωδίες στον αύλειο χώρο του Ιερού Ναού της Αγίας Βαρβάρας στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης. Έγινε μάλιστα και χρήση διαφόρων μουσικών οργάνων, όπως πιάνο, ακορντεόν, μπουζούκι, μπαγλαμαδάκι, κιθάρα, μπάσο, φλάουτο, τύμπανα και κρουστά[99].

v Στις 24.5.2026 πραγματοποιήθηκε εντός του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου στο χωριό Διάβα Καλαμπάκας εκδήλωση με θέμα τη χρήση των social media, με κεντρικό ομιλητή τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης[100].

v Τον Δεκέμβριο του 2010 πραγματοποιήθηκε συναυλία στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών με τραγουδιστή τον Γ. Νταλάρα[101].

v Στις 6.9.2010 πραγματοποιήθηκε θεατρική παράσταση, άλλως τελετουργία, άλλως ειδωλολατρική τελετή Αφής της Φλόγας για τους αγώνες Special Olympics στον Ιερό Ναό της Παναγίας Κοσμοσώτηρας, στις Φέρες του Νομού Έβρου[102].

Συμπερασματικά, κανένας ορθόδοξος πιστός δεν επιτρέπεται, με βάση τους Ιερούς Κανόνες και το πνεύμα της Εκκλησίας μας, να συμμετέχει και να παρευρίσκεται σε αυτές τις βλάσφημες εκδηλώσεις. Ανεξαρτήτως πάντως αυτής της απαγόρευσης, σε φωτογραφίες που μπορεί κανείς εύκολα να αναζητήσει στο διαδίκτυο, διαπιστώνει αυτήν την έλλειψη σεβασμού από τους ακροατές και θεατές αυτών των αντικανονικών και ανίερων εκδηλώσεων, οι οποίοι, από κακή συνήθεια προφανώς, κάθονται σταυροπόδι ή φέρουν άσεμνη ενδυμασία ή βαψίματα στο πρόσωπο κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω, κλονίζοντας έτσι τα απαρασάλευτα όρια μεταξύ ιερότητας και ασέβειας, μεταξύ ευσέβειας και αμαρτίας. Δεν έχουν, άλλως, συναίσθηση του χώρου εντός του οποίου βρίσκονται, ενός χώρου, όπου κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας παρευρίσκεται εντός του Ναού ο ίδιος ο Κύριος μας και οι άγιοι Άγγελοι.

β. Γυναίκες στο ψαλτήρι/αναλόγιο

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας δεν όρισαν ψάλτριες. Η ορθόδοξη παράδοσή μας δεν επιτρέπει την παρουσία γυναικών στα αναλόγια των ενοριών, με εξαίρεση φυσικά στα γυναικεία μοναστήρια, όπου οι μοναχές στελεχώνουν κανονικά το αναλόγιο. Ο Απόστολος των Εθνών, ο Απόστολος Παύλος τονίζει ότι οι γυναίκες πρέπει να σιωπούν στην Εκκλησία.

Στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή ο Απόστολος μας αναφέρει: «Ὡς ἐν πάσαις ταῖς ἐκ­κλησίαις τῶν ἁγίων, αἱ γυ­ναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾿ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν.», δηλαδή: «Σύμφωνα μέ τήν τάξη καί τήν εἰρήνη πού ἐπικρατεῖ σ’ ὅλες τίς Ἐκκλησίες τῶν Χριστιανῶν, οἱ γυναῖκες σας στίς συνάξεις τῶν πιστῶν ἄς σιωποῦν· διότι δέν τούς ἐπιτρέπεται νά μιλοῦν, ἀλλά πρέπει νά ὑποτάσσονται, ὅπως καί ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ λέγει. Ἐάν πάλι θέλουν νά μάθουν καλύτερα κάτι πού ἀκούστηκε στή σύναξη καί δέν τό κατάλαβαν, ἄς ρω­τοῦν γι’ αὐτό στό σπίτι τούς ἄνδρες τους. Διότι εἶναι ἄπρεπο καί ἄσχημο στίς γυναῖκες νά μιλοῦν στή σύναξη τῶν πιστῶν».

Η εντολή αυτή, μάλιστα, επαναλαμβάνεται, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, και στον Ο’ (70ος) κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου που ορίζει «Μὴ ἐξέστω ταῖς γυναιξὶν ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας λαλεῖν· ἀλλὰ κατὰ τὴν φωνὴν Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾿ ὑποτάττεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει· εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν.».

Παραθέτουμε μια σύντομη απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Αθανασίου Μυτιληναίου σχετικά με το ζήτημα αυτό.

«Ερώτηση: Σε μια παλιά σας ομιλία είχατε αναφέρει, αν θυμάμαι καλά, ότι η γυναίκα δεν επιτρέπεται να εισέρχεται εις το αναλόγιο. Γιατί όμως αρκετά κορίτσια σήμερα διδάσκονται την βυζαντινή μουσική; Ποιο είναι το όφελος αφού καμία γυναίκα δεν μπορεί να ανέβει εις το αναλόγιο;

Απάντηση π. Αθανασίου: Είναι πολύ απλή η απάντηση. Ο Απόστολος Παύλος δεν επιτρέπει εις την γυναίκα να αυθεντεί και να εμφανίζεται, να προβάλλεται δημοσίως. Και ο δημόσιος βίος των χριστιανών ήταν η Εκκλησία. Είναι πάρα πολύ απλούν. Οπότε λέγει δεν επιτρέπω εις την γυναίκα να ομιλεί ή να ψάλλει εις τον Ναόν. Όταν θα πάει σπίτι με τον άνδρα της, αν έχει απορίες, να ερωτήσει τον σύζυγό της περί του α’ ή του β’ πράγματος. Μάλιστα, λοιπόν, προσέξτε. Αυτό για περίπτωση δημοσίου βίου. Όταν έχουμε ένα γυναικείο Μοναστήρι, πως το φαντάζεστε; Θα έπρεπε να είναι άνδρες ψάλτες; Και που θα βρίσκονταν αυτοί; Που, πως; Προφανώς, λοιπόν, γυναίκες θα ψάλλουν όλες τις ακολουθίες του 24ωρου, γυναίκες θα ψάλλουν. Είναι πάρα πολύ φυσικό. Αλλά και ακόμη δεν έχουμε ιεραποστόλους και μάλιστα αρχαίους ιεραποστόλους γυναίκες; Η Αγία Φωτεινή. Ποια; Η Σαμαρείτις. Αυτή η οποία σώθηκε από τον Χριστό, φέρετε ως ιεραπόστολος. Πως λοιπόν τώρα ομιλεί ενώ ο Απόστολος Παύλος είπε οι γυναίκες να μην ομιλούν; Απλούστατα. Στο δημόσιο χώρο δεν θα έπρεπε να συμβεί αυτό. Αλλά δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί μια γυναίκα να γίνει ιεραπόστολος. Και ακόμη κάτι άλλο. Υπάρχουν διακονίες μέσα στην Εκκλησία τις οποίες μόνο γυναίκες θα έπρεπε να μετέλθουν. Όπως, επί παραδείγματι, η βάπτισις γυναικών. Ποιος θα υπηρετούσε το βάπτισμα των γυναικών; Άνδρες; Δεν θα πήγαιναν. Γι’ αυτό, λοιπόν, έχουμε τας διακόνους, γυναίκες ήδη από την εποχή του Αποστόλου Παύλου που υπάρχουν διάκονοι. Ο ιερός Χρυσόστομος διατηρεί τον βαθμόν της διακονίας. Οι γυναίκες αυτές ως διάκονοι, βεβαίως δεν ήσαν, δεν έμπαιναν στο ιερό, ούτε μετείχαν στη Λειτουργία, όπως είναι ο άνδρας διάκονος. Είχαν όμως πάρα πολλές εργασίες που’ χαν να κάνουν, ε, με τις γυναίκες, που δεν μπορούσαν άνδρες να τις κάνουν. Και ακόμη κάτι άλλο. Ποιος σας είπε ότι η βυζαντινή μουσική, άμα τη μάθομε, ε, θα πρέπει οπωσδήποτε να ανέβουμε στο αναλόγιο δια να ψάλλομε; Και δεν μπορούμε κατ’ ιδίαν να ψάλλομε; Έτσι, πράγματι, πολλές κοπέλες, και το χαίρομαι αυτό και το επαινώ, πολλές κοπέλες μαθαίνουν βυζαντινή μουσική, είτε μεταξύ τους θα βρεθούν να κάνουν μια παράκληση, είτε κάπου, όπως σας είπα, να συμψάλλουν σε ένα γυναικείο Μοναστήρι, ό,τι άλλο που να μην έχει βεβαίως άνδρες. Όμως και στο σπίτι καθεμία δεν θα μπορούσε να ψάλλει; Τι άλλο να ψάλλει; Να ψάλλει διάφορα τραγούδια κοσμικά; Μαθαίνει λοιπόν την βυζαντινή μουσική και ψάλλει βυζαντινή μουσική. Δεν είναι ωραίο; Να λοιπόν το για ποιο λόγο και σύγχρονες κοπέλες μαθαίνουν, και καλώς πράττουν, τη βυζαντινή μουσική.»[103].

Παραθέτουμε και την κάτωθι απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού ιεροκήρυκα, Δημητρίου Παναγόπουλου, σχετικά με το ζήτημα της γυναικείας ψαλμωδίας στο Ναό.

«Τώρα. Πιο κάτω. Κάποιος με ρώτησε γρηγορότερα κάτι αναφορικώς με το διδάσκειν των γυναικών και λοιπά. Υπάρχει και μια άλλη, άλλου γρηγορότερα, την οποία έχω συλλέξει να απαντήσω. Η ερώτησις είναι: “Επιτρέπεται εις τας γυναίκας να ψάλλουν εντός ή εκτός του Ναού; Υπάρχει σχετικός Κανών που να το απαγορεύει; Ισχύει το αυτό δια τις μοναχές;” Σ’ αυτό παρεμπιπτόντως έχω απαντήσει πολλές φορές. Όμως, τώρα εδώ με εντοπίζουν και μου λέει: “Υπάρχει σχετικός Κανών που να το απαγορεύει;” Θα μπορούσα να πω εκ προοιμίου σ’ αυτόν: “Μπορείς να μου πεις ένα Κανόνα που το υπαγορεύει;” Μου ζητάς να σου δώσω ένα Κανόνα που το απαγορεύει. Σύμφωνοι; Να μου επιτρέψεις να αντιστρέψω το ερώτημα. Μπορείς να μου δώσεις ένα Κανόνα που το υπαγορεύει; Και εκεί θα σταματούσαμε, θα ελύετο το θέμα. Δεν υπάρχει Κανών που να υπαγορεύει ότι μπορεί μια γυναίκα στην Εκκλησία να ανοίξει το στόμα της. Το τελείως αντίθετο είναι. Πρέπει να το έχει κλεισμένο. Όχι να ψάλλει μόνο, όχι να διδάξει τίποτα, να μην μιλήσει καθόλου, τίποτα. Ούτε να ρωτήσει για τα θέματα τα θρησκευτικά μέσα στην Εκκλησία. Της απαγορεύει ο Παύλος της γυναικός. Να το κλείσει το στόμα της. Τώρα, γιατί, αυτός το ξέρει, εγώ δεν είμαι αρμόδιος να το ρωτήσω. Αν λοιπόν ο άνθρωπος, σημειώσατε, εάν θέλετε, στην Α’ Κορινθίους ιδ’ 34 αναφέρει σαφώς και ότι απαγορεύει στη γυναίκα να μιλήσει στην Εκκλησία, απαγορεύει να διδάξει, απαγορεύει γενικά να ρωτήσει. Ό,τι έχει, λέει, στο σπίτι να ρωτήσει, τον άντρα της να της πει. Στην Α’ Κορινθίους, ιδ’ 34. Έπειτα οι Κανόνες λέγουν ότι η γυναίκα απαγορεύεται να εισέλθει στο ιερόν. Υπάρχει Κανών, ο 41ος της εν Λαοδικεία Συνόδου. Βέβαια, έχει γίνει μια οικονομία εις τις μοναχές, να μπορούν να εισέλθουν στο ιερόν να καθαρίσουν και να ανάψουν και τα καντήλια. Είναι όμως θέμα οικονομίας, όχι ακριβείας.

Ο 70ος Κανών της έκτης Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύει στη γυναίκα, γενικά εις την Εκκλησία να ομιλήσει και ομιλεί για ψάλτας άρρενας χειροτονημένους. Διότι, ο ψάλτης, δεν ξέρω αν το ξέρετε, - οι πιο πολλοί που φιλοδοξείτε και σας αρέσει να πάτε να κρατάτε, να έχετε το ισοκράτημα το λεγόμενο ή να λέτε και καμιά φορά τον Απόστολο και ορισμένα πράγματα και λοιπά, που θεωρείται καλό αυτό το πράγμα εκ πρώτης όψεως - είναι αντίθετο με το πνεύμα της Εκκλησίας. Ο ψάλτης είναι κληρικός. Είναι στον κατώτερο κλήρο. Ο κλήρος είναι: Επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος, υποδιάκονος, αναγνώστης, ψάλτης. Δεν το ξέρετε; Θα σας πω έναν μόνο Κανόνα να σας το υπενθυμίσω. Ο 69ος Κανών των Αγίων Αποστόλων που ομιλεί περί νηστείας λέγει: “Εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὑποδιάκονος, ἢ ἀναγνώστης, ἢ ψάλτης, τετράδα καί παρασκευήν καί Τεσσαρακοστὴν οὐ νηστεύει, καθαιρείσθω”. Καθαιρείσθω όχι αφοριζέσθω. “Eἰ δὲ λαϊκὸς εἴη, ἀφοριζέσθω.”. Άρα ο ψάλτης δεν είναι λαϊκός είναι κληρικός, κατώτερος κλήρος. Πρέπει να έχει χειροθεσία. Πρέπει να έχει κουράν. Και ο αναγνώστης και ο ψάλτης, για να βάλει το άμφιο αυτό και να ανέβει, για λογαριασμό της Εκκλησίας, εις το αναλόγι για να ψάλλει. Πως λοιπόν, εφόσον δεν έχεις κουράν θα σε δεχτεί η Εκκλησία και θα σε ευλογήσει να πας να κάνεις αυτό το πράγμα; Ο 15ος Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου, ο 33ος Κανών της έκτης Συνόδου και ο 75ος Κανών της έκτης Συνόδου ομιλούν περί ανδρών χειροτονημένων. Δύνασθε λοιπόν αυτούς τους Κανόνας, δεν πήρα το Πηδάλιο μπροστά να σας τους διαβάσω, σας είπα, ένα, δύο, τρεις, τέσσερεις, πέντε Κανόνες που απαγορεύουν, δεν ομιλούν πουθενά να εισέλθει γυναίκα στο αναλόγι. Ομιλούν για άνδρας ψάλτας και χειροτονημένους μάλιστα. Αχειροτόνητος ούτε το “Πιστεύω” ούτε το “Πάτερ ἡμῶν ”. Εάν είσαι αναγνώστης, πάλι που πρέπει να έχεις ορισμένες προϋποθέσεις, να μην ήσουνα πόρνος, να μην, να μην, να μην, ορισμένα πράγματα, για να γίνεις. Αδιαφόρως ορισμένοι δεν τα προσέχουν, εκ των κληρικών μας, και χωρίς να εξετάζουν τη ζωή μας, την προτέραν, μας χειροτονούν, μας διαβάζουν και οι αμαρτίες ακολουθούν στην πλάτη τους. Όπως λέγει ο Παύλος στον Τιμόθεο. “Πρόσεξε” του λέγει, “γιατί είναι και αμαρτίες που όταν πρόκειται να χειροτονήσεις, που έρχονται κοντά, είναι αυτές.”. Που δεν εξετάζουν. Τι θα τους ζητήσει ο Θεός δεν ξέρω. Αυτός ξέρει. Εγώ από αυτά που βρίσκω ομιλώ και παρουσιάζω.

Από αυτά λοιπόν που βρίσκω η γυναίκα απαγορεύεται. Φτάνει ακόμη, εάν διαβάσετε εκεί τους Κανόνας αυτούς. Μοναχός αφιερωμένος από μικρό παιδί δεν έχει δικαίωμα να ψάλλει. Πρέπει να έχει την ειδικήν χειροτονίαν του ψάλτου για να ψάλλει. Έτσι λένε οι Κανόνες, αυτούς τους οποίους σας ανέφερα αυτήν την ώρα. Τώρα. Εμείς έχουμε να προβάλλουμε πολλά πράγματα. Επί παραδείγματι: “Μα μου είπε ο πάτερ”. Τυφλός εάν τυφλόν οδηγεί αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται, λέγει το Ευαγγέλιο. Εάν δεν γνωρίζεις, τώρα που έμαθες, να το εξομολογηθείς. Αυτός που γνωρίζει και πράττει παρά τα διατεταγμένα, ισχύει εκείνο που είπε ο Χριστός μας: “ὁ γνοὺς καὶ μὴ ποιήσας δαρήσεται πολλάς”, “ὁ μὴ γνούς, ποιήσας ἄξια δαρμῶν, δαρήσεται ὀλίγας”. Θα έχει ελαφρυντικό, όχι ότι δεν θα τις φάει, θα τις φάει κι αυτός, γιατί ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει. Άγνοια νόμου δεν χωράει. Για πήγαινε στο Δικαστήριο να πεις “Δεν ήξερα κύριε Πρόεδρε.”. “Είσαι υποχρεωμένος, είσαι πολίτης, έπρεπε να μάθεις.”. Πόλλω μάλλον που είσαι ουρανοπολίτης, είσαι υποχρεωμένος να μάθεις. “Μα δεν ξέρω γράμματα.”. Να ρωτήσεις, να ρωτάς, να ενδιαφέρεσαι. Πως ενδιαφέρεσαι για κάθε φάρμακο που βγαίνει, έστω και για τους κάλλους. Και το μαθαίνεις και το ζητάς να’ ρθει από τη Ρωσία, να’ ρθει από την Ευρώπη, να’ ρθει δεν ξέρω που. Που έχει σχέση με το σώμα, το οποίο θα το φαν τα σκουλήκια. Πόλλω μάλλον για την ψυχή. Εάν θα εξετάσουν οι γυναίκες, δεν είναι τόσο ότι κινδυνεύει η Εκκλησία και τη βοηθάνε. Διότι και αυτό να το κάνουν δεν το δέχεται ο Θεός. Να σας πω ένα παράδειγμα. Όταν η Κιβωτός μετεφέρετο στην Παλαιά Διαθήκη, θα τη φανταστείτε ότι ήταν επάνω σε έναν αραμπά, ένας επιτάφιος, πως είναι ο επιτάφιος, και το μετέφεραν. Κάποτε, ο δρόμος δεν ήταν καλός, τα βόδια που τράβαγαν αφηνίασαν και ήρθε να πέσει η Κιβωτός. Και μερικοί λαϊκοί που ήσαν εκεί βάλαν τα χέρια τους – τι το φυσικότερο πράγμα ε; - να την κρατήσουνε. Τους κεραυνοβόλησε, τους σκότωσε όλους. Να την αφήσεις να πέσει. Δική σου δουλειά δεν είναι. Εάν πέσει η Κιβωτός, δεν παθαίνει τίποτα. Τώρα που πέφτεις εσύ, τούτο είναι το σοβαρό.

Αν ερωτηθούνε οι κυρίες και οι δεσποινίδες και λοιπά που ψάλλουν, αλλά με ειλικρίνεια, με το χέρι στη καρδιά, ξέρετε ποια είναι η τελευταία ανάλυση; Κολακεύονται, αυτοκολακεύονται. Ότι ψάλλουν. Και αν βέβαια κάποια ψυχή έχει και την ανάλογο φωνή και ξέρω γω και ψάλλει και λίγο διακριτικά από κάποιον άλλον που, εν γενικαίς γραμμαίς, ένας στοις χιλίοις από τους ψάλτες δεν είναι εγωιστής, ένας στοις χιλίοις, με συγχωρούνε, δεν ξέρω τι κάνετε, τι φτιάχνετε, εγώ έτσι πιστεύω, ένα στοις χιλίοις, αφήνω έτσι ένα παράθυρο, για εξαιρέσεις. Οι άλλοι αυτοκολακεύονται. Με τι; Με ένα τάλαντο που τους έδωσε ο Θεός, το οποίο δεν είναι δικό τους. Τους πιάνει ο λαιμός τους και δεν μπορούν να μιλήσουν καθόλου. Ένα τάλαντο που τους έχει δώσει ο Θεός, Θεέ μου δικό σου είναι, βοήθησε με. Είδατε ψάλτη να κλαίει; Δεν είδατε. Γιατί; Πως να κλάψει; Ο εγωιστής κλαίει; Δεν μπορεί να κλάψει. Πρέπει να είσαι πολύ ταπεινός για να κλάψεις. Είναι λοιπόν αυτό το πράγμα. Αλλά δεν εσκέφτηκες όμως, εφόσον εσύ η γυναίκα με την ευθεία αυτή αγγελική φωνή αυτοϊκανοποιείσαι και χαίρεσαι και κολακεύεσαι, δεν φαντάζεσαι τι ζημία μπορεί να κάνει η φωνή σου στους άντρες που υπάρχουνε μέσα στην Εκκλησία; Άστα τα άλλα. Άστους Κανόνες, άσε τις εντολές, δεν ήξερε ο Θεός τι έφτιαχνε. Δεν ήξερε το Πνεύμα το Άγιο, δεν ήξερε, συμφωνώ. Να πούμε δεν ήξερε έτσι; Αυτές τις άλλες ψυχές δεν τις ρωτάς; Γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να σκανδαλίσουμε κανέναν. Του βάνεις βρόγχο του αλλουνού. Ίσως και αυτό σου φαίνεται παράξενο. Θα σας διαβάσω κάτι. Το οποίο, δεν ξέρω πως, άνοιξα ένα βιβλίο απόψε, το μεσημέρι έφτιαχνα αυτό το θέμα να βρω τους Κανόνες και λοιπά, να απαντήσω στους ανθρώπους και μια και γράφονται κι αυτά να πάει να μάθει ο κόσμος, ανά το Πανελλήνιο και το εξωτερικόν, πως έχουν τα θέματα της πίστεως μας, για να τα ξέρουν. Δεν ξέρω πως μου ήρθε και πήρα ένα από τη βιβλιοθήκη μου, ένα βιβλίο το οποίο από τότε που το πήρα δεν το είχα. Και το ανοίγω. Και όταν το ήνοιξα έπεσα επάνω στην υπόθεση που με ενδιέφερε. Βρήκα ένα κομμάτι επιστρατευμένο από το βίο του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητού, που εορτάζει η Εκκλησία μας στις 29 Σεπτεμβρίου. Αλλά στο κείμενο, στο κείμενο και κάνω τη διάκριση, γιατί πολλοί σας που το ακούτε, όταν πάτε σπίτι σας και έχετε συναξάρι, θα σας κάνει αίσθηση να το διαβάσετε, είναι ενδιαφέρον. Αλλά το έχει λάθος. Το έχει ερμηνεύει διαφορετικά στην άλλη γλώσσα. Όχι όπως έχει στην πραγματικότητα. Και θα σας πω που το έχει, γι’ αυτό σας αποτρέπω, διαβάστε το βίο, είναι όμορφος, διδακτικός, αλλά αυτή η περίπτωση δεν είναι αυθεντική. Το βρήκα λοιπόν στο κείμενο και πήρα το κομμάτι αυτό που είναι για την περίπτωση μας. Ακούστε τι λέει.

Δύο μαθηταί του Κυριακού αυτού του αναχωρητού ξεκίνησαν κάποτε, ο ένας ελέγετο Ιωάννης και ο άλλος λέγεται Παράμων. Ξεκίνησαν να πάνε στην εσωτέρα έρημο να βρουν τον Γέροντά τους. Εκεί που περνούσαν, που βάδιζαν στην έρημο, χωρίς να υπάρχει ψυχή, υπήρχαν πολλοί τότε αναχωρηταί, βλέπουν σε ένα σπήλαιο έναν ίσκιο, που έμοιαζε σαν άνθρωπος, σα θηρίο, σα φάντασμα, δεν μπόρεσαν να το ερμηνεύσουν. Όμως αυτοί με την εντύπωση ότι υπάρχουν πολλοί αναχωρηταί, επροχώρησαν στο δρόμο. Όταν πλησίασαν όμως εκεί το’ χασαν. Τι έγινε; Δεν ήξεραν τι έγινε. Όταν φτάσαν είδανε ότι υπάρχει ένα σπήλαιο κατηφορικό κάτω. Και βγάλαν το συμπέρασμα ότι άνθρωπος θα ήτανε και μας αντελήφθη εμάς ότι ερχόμαστε εδώ και εκρύβη μέσα εδώ στο σπήλαιο. Έξω από το σπήλαιο τώρα, στην πόρτα. Και πλησίον του σπηλαίου γενομένου, που φτάσανε, παρακαλοῦμεν αυτό, τον ίσκιο, τη σκιά αυτή που είδαν. Άμα δε και ἐνορκοῦμεν λέγοντες, τον εξόρκιζαν στο όνομα του Θεού, στο όνομα της Παναγίας, βγες να μας πεις, ν’ ακούσουμε, να σε δούμε, να ωφεληθούμε, τον εξόρκιζαν. Άμα δε και ἐνορκοῦμεν λέγοντες “μή στερήσεις ὑμᾶς πάτερ τῶν ευχῶν σοῦ και τῆς ἀγάπης, τῆς ἀγαθῆς σοῦ συντυχίας.”. Που θα ωφεληθούμε, που θα ακούσουμε δύο λόγια από σένα, μη μας στερήσεις, κάνε μας τη χάρη, βγες, παρουσιάσου. Τον εκλιπαρούσαν από την πόρτα, δεν έβλεπαν κανέναν, από το σπήλαιο εκεί μπροστά, από την φωλιά.

Ο δέ, μέσα, μόλις ποτέ ἀποκρυφθείς εἶπε, μίλησε από μέσα, δεν τον έβλεπαν. Τί θέλετε ἀπ’ ἐμοῦ; Τι ζητάτε από μένα; Γυνή εἰμί. Είμαι γυναίκα. Αυτοί κανονικά έπρεπε να ζητήσουν συγγνώμη, την ευχή σου και να φύγουμε, εφόσον είσαι γυναίκα. Και ἐπηρώτησεν ὑμᾶς λέγουσα. Ποῦ πορεύεσθε; Που πάτε, όπως θα λέγαμε με το καλό; Είπε από μέσα η φωνή - ἡμεῖς δε είπαμε, προς τον αναχωρητήν, τον Αββά Κυριακόν ἀπερχόμεθα. Αλλά εἰπέ ἡμῖν τό όνομά σοῦ καί πῶς διάγεις και πῶς ἐνταῦθα παραγέγονας. Πες μας πως σε λένε, πως ήρθες εδώ και πως περνάς εδώ. Γιατί, πως εβρέθης εδώ, μέσα στην έρημο, μια σκιά. Η δέ εἶπε. Υπάγετε – τραβάτε με το καλό εκεί που πάτε – καί ἐν τῷ ὑμᾶς ὑποστρέψετε – και όταν θα γυρίσετε πάλι από εδώ – λέγω ὑμῖν – τότε θα σας πως ποια είμαι και πως ευρέθηκα εδώ. Ως δέ διαβεβαιούμεθα μηθαμοῦ ἀπιέναι πρίν κατ’ αὐτήν μαθεῖν – όταν όμως αυτή είδε ότι εμείς δεν φεύγουμε εάν δεν μας πει πως την λένε και γιατί είναι εκεί πέρα – ἀποκρίνατο λέγουσα. Από μέσα τώρα αυτή λέγει. Τό μεν όνομά μου, Μαρία λέγομαι. Εγενόμην δέ ψάλτρια – εκεί λέει τραγουδίστρια – της Αγίας Χριστού Αναστάσεως, στην Εκκλησία της Αναστάσεως του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ήταν ψάλτρια λέει τότε αυτή. Και πολλούς ο διάβολος ἐσκανδάλισε ἐξ’ αἰτίας μου. Ήμουν ψάλτρια στο Ναό της Αναστάσεως λέγει. Και πολλούς ο διάβολος εσκανδάλισε εξαιτίας μου. Καί φοβηθεῖσα μήπως ὑπεύθυνος γενομένη τῶν τοιούτων σκανδάλων, προσθέσω ἁμαρτίας εἰς τάς ἁμαρτίας μου, ἐδυσώπουν τόν Θεόν τοῦ ρυσθῆναι μέ τῆς αἰτίας τῶν τοιούτων σκανδάλων. Όταν κατάλαβα ότι γίνομαι αιτία ορισμένοι άνθρωποι να σκανδαλίζονται από την παρουσία μου και από το ψάλσιμό μου και λοιπά, παρακάλεσα το Θεό να με γλυτώσει, να μην φορτώνω αμαρτίες επί των αμαρτιών μου. Εν μιᾷ οὖν – την άκουσε λοιπόν ο Θεός κάποια μέρα – κατανυγεῖσα τήν καρδίαν εἰς τόν φόβον τοῦ Θεοῦ – πήρε το θάρρος να τα παρατήσει και να φύγει. Κατῆλθον εἰς τό ἅγιον Σιλωάμ. Πήγε στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ, εκεί που ρέει το νερό. Καί ἤντλησα τό σκεῦος τοῦτο ὕδατος. Τους έδειξε λοιπόν ότι πήρε σε ένα σταμνί, σε ένα σκεύος νερό. Έλαβον δέ καί τό μαλάκιον τοῦτο – ένα κοφίνι, μια σπυρίδα, ένα κοφίνι – τούτων τῶν βρεκτῶν καί ἐξῆλθα νυκτός τῆς ἁγίας πόλεως. Επήρα, λέει και το μαλάκιο τούτο, το καλάθι αυτό με τα βρεκτά, με όσπρια που τα έβρεχαν, χωρίς να τα βράσουν και τα τρώγανε.

Καί ἐξῆλθα νυκτός – και έφυγα τη νύχτα της Αγίας πόλεως, απ’ τα Ιεροσόλυμα. Παραθεμένη ἑαυτῆ τῷ Θεῷ – και άφησα τον εαυτό μου στο Θεό να με οδηγήσει κάπου. Και την οδήγησε στην σπηλιά εκείνη, ὅς – ο οποίος Θεός – καί οδήγησέ μέ ἐνταῦθα – και με έφερε εδώ στη σπηλιά αυτή. Καί ἰδού ἔχω ἐνταῦθα 18 ἔτη καί δια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, οὔτε τό ὕδωρ ἔλειψε ἀπό τό σταμνί - το νερό συνεχίζει να βγαίνει το σταμνί αυτό νερό στην έρημο και να πίνει – οὐδέ τό μαλάκιο τῶν βρεκτῶν ηλαττωνήθη – ούτε τα όσπρια αυτά, τα κουκιά, τα άλλα που έβρεχα και έτρωγα κανένα εσταμάτησε να βγάνει μέχρι σήμερα – ἄχρις τῆς ἡμέρας ταύτης. Αλλά οὐδέ ανθρώπο είδα στα 18 χρόνια αυτά, πρώτη φορά μετά τα 18 χρόνια βλέπω εσάς. Αυτό λοιπόν εγώ το θεώρησα και κίνδυνο αν δεν το βρισκα, δεν έπεφτε μπροστά μου, άλλο το να το διάβαζα σε ανύποπτο χρόνο. Για μένα είναι δόγμα αυτό, ότι έτσι έχει το θέμα, ενδιαφέρως τι βρήκαμε εμείς σήμερα, τι φτιάχνουμε και που μας οδηγούν οι άνθρωποι, όχι από κακία, αλλά από άγνοια ορισμένων πραγμάτων. Που το δεύτερο σκέλος της Εκκλησίας μας είναι η Παράδοσις, που χωρίς αυτή είναι σα να έχεις ένα όχημα με μονομεριά ρόδες, διότι ο πιστός πρέπει να ταξιδεύει με δύο δηνάρια, αν θέλει να είναι σωστός. Αν για τον α’ ή β’ λόγο απορρίψει είτε την Γραφή ή την Παράδοση, μόνος του χαλάει το όχημα που τον ταξιδεύει στον Ουρανό. Έτσι, δεν ξέρω αν έχετε προσέξει, ο καθολικισμός, ο παπισμός έχει πάρει Παράδοση, ο προτεσταντισμός έχει πάρει Γραφή, γέρνουνε και οι δύο. Η Ορθοδοξία έχει και Γραφήν και Παράδοση. Αυτό λοιπόν για εμένα είναι επισφράγισις των σκέψεων μου και των ενεργειών μου, δεν ξέρω για σας τι θα είναι στην περίπτωση αυτή.»[104].

Συμπερασματικά, οι γυναίκες δεν επιτρέπεται να ψάλλουν εντός των Ιερών Ναών, είτε σε αμιγώς γυναικείες, είτε σε μεικτές χορωδίες. Θα μπορούσαν, ωστόσο, να ψάλλουν κατ’ ιδίαν στο σπίτι τους ή σε κάποιο γυναικείο Μοναστήρι ή κατ’ άκραν οικονομία σε κάποια ενορία, εφόσον δεν ευρίσκεται άνδρας ψάλτης (σπανιότατο). Εφόσον, μάλιστα οι Ιεροί Κανόνες απαγορεύουν στην γυναίκα τόσο την δημόσια ομιλία εντός των ιερών ναών όσο και την ψαλμωδία στο αναλόγιο, αυτονόητα και πολύ περισσότερο απαγορεύουν τα, παντελώς ξένα προς την ορθόδοξη παράδοση και υμνολογία, κοσμικά τραγούδια από γυναίκες τραγουδίστριες.

γ. Άσεμνη ενδυμασία – Βαψίματα στο πρόσωπο

Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη είναι εντολή του Θεού ο άνδρας να μην φοράει γυναικεία ενδυμασία και η γυναίκα να μην φοράει ανδρική ενδυμασία, με τις εξής διατύπωση από το ιερό κείμενο «Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα.». Δηλαδή: «Δεν επιτρέπεται εις γυναίκα να φορή ανδρικά ενδύματα, ούτε στον άνδρα να φορή γυναικεία ενδύματα, διότι καθένας που κάμνει αυτά, είναι αποκρουστικός και αηδιαστικός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.»[105]. Αλλά και ο ΞΒ’ (62ος) Κανόνας της Πενθέκτης εν Τρούλλῳ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει ακριβώς το ίδιο με την εξής διατύπωση:

Κανόνας ΞΒ´

«Τὰς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καὶ τὰ λεγόμενα Βοτά, καὶ τὰ καλούμενα Βρουμάλια, καὶ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου μηνὸς ἡμέρᾳ ἐπιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰς τῶν γυναίων δημοσίας ὀρχήσεις, ὡς ἀσέμνους, καὶ πολλὴν λύμην καὶ βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας, ἔτι μὴν καὶ τὰς ὀνόματι τῶν παρ᾿ Ἕλλησι ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν ἢ ἐξ ἀνδρῶν, ἢ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις, καὶ τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν, καὶ ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες, μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλὰ μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἢ σατυρικά, ἢ τραγικὰ ὑποδύεσθαι· μήτε τὸ τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα, τὴν σταφυλὴν ἐκθλίβοντας ἐν ταῖς ληνοῖς, ἐπιβοᾶν· μηδὲ τὸν οἶνον ἐν τοῖς πίθοις ἐπιχέοντας γέλωτα ἐπικινεῖν, ἀγνοίας τρόπῳ ἢ ματαιότητος, τὰ τῆς δαιμονιώδους πλάνης ἐνεργοῦντας. Τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νύν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι.».

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τις γυναίκες να φορούν σεμνά ενδύματα, όπως πρέπει σε γυναίκες που υπόσχονται θεοσέβεια, «[…]ὡσαύτως καὶ τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, ἀλλ᾿ ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν.»[106]. Συμβουλεύει επίσης τις γυναίκες κατά την ώρα της θείας λατρείας και όταν προσεύχονται να έχουν καλυμμένη την κεφαλή τους με ένα μαντήλι, προς ένδειξη σεβασμού προς τον Θεό και προς τον σύζυγό τους, αλλά και από συστολή και ντροπή προς τους αγγέλους που αοράτως είναι παρόντες[107].

Αν και το ζήτημα είναι λυμένο ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, ωστόσο, θα αναφέρουμε και μερικές μαρτυρίες των αγίων Γερόντων μας. Διαβάζουμε στους λόγους του αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου τα εξής:

«– Γέροντα, πῶς ν΄ ἀντιμετωπίσουμε τὶς γυναῖκες ποῦ ἔρχονται στὸ Μοναστήρι μὲ παντελόνι; Συχνά λένε ὅτι εἶναι πιὸ πρακτικό ἀλλὰ καὶ πιὸ σεμνό ἀπὸ τὰ κοντά.

– Σήμερα θὰ φοροῦν ἤ κοντά ἤ παντελόνια! Ἄντε τώρα! Ἀφοῦ ξεκάθαρα τὸ λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη, καὶ βλέπεις καὶ μὲ τί λεπτομέρειες! «Δὲν ἐπιτρέπεται ὁ ἄνδρας νὰ φοράη γυναικεία στολή καὶ ἡ γυναίκα ἀνδρική». Εἶναι νόμος καὶ εἶναι καὶ ἄπρεπο. Ἄνδρες ποὺ φοροῦν φουστὰνια εἶναι ἐλάχιστοι, πολύ ἐλάχιστοι.

– Αὐτές ὅμως ποὺ δουλεύουν στὰ χωράφια, λένε ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κινηθοῦν ἄνετα στὴν δουλειά, ἄν δὲν φοροῦν παντελόνι.

– Αὐτὰ εἶναι δικαιολογίες.

– Γέροντα, καὶ γιὰ τὰ κοριτσάκια λένε οἱ μητέρες ὅτι τὰ φοροῦν παντελόνι, γιὰ νὰ μήν κρυώνουν.

– Ἄλλη λύση δὲν ὑπάρχει; Δὲν ὑπάρχουν κάλτσες μέχρι πάνω; Ἔ, ἄς φορέσουν κάλτσες μέχρι πάνω, γιὰ νὰ μήν κρυώνουν. Ἅμα θέλει κανείς, γιὰ ὅλα βρίσκει λύσεις.

– Καὶ ὅταν, Γέροντα, ἔρχωνται ἐπίσημοι καὶ ἔχουν μαζί τους καὶ μία ποῦ φοράει παντελόνι;

– Νὰ τούς κάνετε μία ἐξήγηση: «Θέλετε νὰ κάνουμε μία οἰκονομία καὶ νὰ χαλάσουμε μία τάξη καὶ νὰ γίνη μία ἀταξία στὸ Μοναστήρι;».

– Μία φορά, Γέροντα, ἦρθαν τριάντα καθηγήτριες μὲ παντελόνι καὶ τὶς ἀφήσαμε νὰ περάσουν.

– Κακῶς, δὲν ταιριάζει! Νὰ τὶς λέγατε: «Μᾶς συγχωρῆτε, εἶναι ἀρχή τοῦ Μοναστηριοῦ νὰ μήν ἐπιτρέπουμε νὰ μπαίνη γυναίκα ποὺ φοράει παντελόνι». Αὐτές θὰ πᾶνε καὶ σὲ ἄλλα Μοναστήρια καὶ θὰ ποῦν: «Στὸ τάδε Μοναστήρι μᾶς ἄφησαν νὰ περάσουμε μὲ παντελόνι». Τὶς οἰκονομήσατε ἐσεῖς, γιὰ νὰ μήν τὶς προσβάλετε, καὶ ἐκεῖνες θὰ προσβάλουν μετά ἐσᾶς. Βάλτε στὴν πύλη πινακίδα μὲ τὸ σχετικό χωρίο ἀπὸ τὴν Παλαιά Διαθήκη. Φτιάξτε καὶ πενήντα φοῦστες καὶ νὰ τὶς δίνετε μὲ καλό τρόπο σ΄ αὐτές ποὺ ἔρχονται μὲ παντελόνι πρώτη φορά καὶ δὲν ξέρουν ἤ σ΄ αὐτές ποὺ φοροῦν κοντά.[…]»[108].

Παρατίθεται και η κάτωθι απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού π. Αθανασίου Μυτιληναίου σχετικά το ζήτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας:

«Και μια τελευταία, που έχουμε κάτι πολύ λίγα λεπτά, όχι και πολύ λίγα. Λέει “Γιατί τα κορίτσια πρέπει να φορούν φόρεμα και όχι παντελόνι;”. Αχ αυτό το διαβόητο και περιλάλητο θέμα. Λοιπόν, παιδιά προσέξτε. Τα’ χουμε ξαναπεί. Τα ξαναλέμε. Όταν βγάλαμε τις ποδιές, οι κοπέλες βγάλαν τις ποδιές από το σχολείο, τις έβγαλαν εν ονόματι της δημοκρατίας, αλλά ακριβώς έτσι καταργήθηκε η δημοκρατία. Διότι, η πλούσια βάζει κάθε μέρα καινούριο φόρεμα και η φτωχιά εμπυρίζεται η καημένη, παίρνει φωτιά η φτωχιά κοπέλα. Και πάει στη μάνα της και λέει “θέλω κι εγώ φουστάνι, διότι η τάδε φιλενάδα μου αλλάζει κάθε μέρα φουστάνι.”. Που η δημοκρατία λοιπόν; Βλέπετε ότι μερικά πράγματα εν ονόματι της δημοκρατίας γίνονται και μόνο δημοκρατία δεν είναι. Ενώ εκείνη η ωραία ποδιά, η σεμνή ποδιά ισοπέδωνε όλες τις κοπέλες, πλούσιες και φτωχές. Ωραία ποδιά, κάποτε φορούσαμε κι εμείς ως αγόρια πηλήκιο. Τώρα, πρώτα και το πηλήκιο καταργήθηκε και μετά οι ποδιές και δεν ξέρω που θα πάμε παρακάτω. Και έτσι σήμερα εμφανίζονται και τα αγόρια και τα κορίτσια με ό,τι είδους ενδυμασία θέλετε, εκεί στο σχολείο. Και φροντίδα πια βεβαίως δεν είναι του μαθητού, παρά πως να εμφανιστεί στο σχολείο. Εάν τώρα το κορίτσι πρέπει να βάλει ανδρικά ρούχα ή το αγόρι να βάλει γυναικεία ρούχα, κατά το unisex, δηλαδή ομοιομορφία των φύλων, αυτό παιδιά το λέγει ο ίδιος ο Θεός. Θ’ απαντήσω όχι εκείνο το οποίο θα θέλαμε να πούμε, εκείνο που λέει ο Θεός. Δεν ευρεσιλογούμε, όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Ακούστε, λοιπόν τι λέγει ο Θεός, εις το Δευτερονόμιο 22,5 “Οὐκ ἔσται σκεύη ἀνδρὸς ἐπὶ γυναικί, οὐδὲ μὴ ἐνδύσηται ἀνὴρ στολὴν γυναικείαν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα.”. Πριν εξηγήσω θα μου πείτε “Μα αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη”. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν και οι δέκα εντολές, αλλά ποιος σας είπε ότι καταργήθηκαν; Μόνο ο τελετουργικός νόμος κατηργήθη, γιατί ήρθε το αντίτυπον, ήρθε το πρωτότυπον, είχε, είχαμε το αντίτυπον και το πρωτότυπον είναι ο Ιησούς Χριστός. Εκεί είχαμε τα αντίτυπα των θυσιών, αυτά δεν χρειάζονται πια. Ο ηθικός νόμος; Ο ηθικός νόμος όχι μόνον υπάρχει αλλά και έχει βελτιωθεί και έχει γίνει ανώτερος της Παλαιάς Διαθήκης. Συνεπώς, θα λέγαμε ακόμη περισσότερο, πρέπει να τονίσομε αυτό το οποίο λέγει ο Θεός εις το Δευτερονόμιο. Τι λέγει; Δεν πρέπει να υπάρχουν στη γυναίκα, λέει, σκεύη ανδρός, σκεύη, ούτε να ντυθεί ο άνδρας γυναικεία στολή, γιατί αυτό είναι βδέλυγμα στο Θεό σου, όταν κάνει τέτοια πράγματα. Γιατί είναι βδέλυγμα; Θα λέγαμε, το λέει ο Θεός. Αλλά θα σας εξηγήσω μερικά πράγματα παιδιά. Ξέρετε, υπάρχει η παροιμία ότι δεν κάνουν τα ράσα τον παπά. Ναι, αλλά μέχρις ενός βαθμού κάνουν τα ράσα τον παπά. Όπως και η στολή κάνει τον αξιωματικό και τα στρατιωτικά ρούχα κάνουν τον στρατιώτη. Σήμερα οι στρατιώτες, βγάζοντας τα ρούχα τους, αυτό είναι, μη σας φανεί υπερβολή ο χαρακτηρισμός, είναι συμφορά. Γιατί δεν έχει συνείδηση στρατιώτου ο στρατιώτης. Και γω άμα θα βγάλω τα ράσα μου, δεν θα έχω συνείδηση ιερέως. Θα πηγαίνω στο παρτάκι μου, θα πηγαίνω στον κινηματογράφο μου, θα έχω και την φιλενάδα μου, με συμπαθείτε που τα λέω έτσι, τι; Ποιος θα με εμποδίσει; Έβγαλα τα ρούχα μου, δεν με βλέπει κανείς. Τώρα κάτι με κρατάει. Και αν υποτίθεται δεν πιστεύω κάτι, κάτι με κρατάει. Συνεπώς, κάνουν και τα ράσα τον παπά. Ο Paul Tournier στο βιβλίο “Προσωπείο και Προσωπικότις” λέγει “Και η στολή κάνει τον αξιωματικό και τα ράσα κάνουν τον παπά”. Και η στολή η σεμνή και η ποδιά κάνουν τον μαθητή. Και η γυναικεία στολή κάνει την γυναίκα και η ανδρική στολή κάνει τον άνδρα. Διότι, διότι, όταν ο άνδρας βάλει γυναικεία ρούχα, αρχίζει να αποκτάει μια ψυχολογία γυναικεία. Και όταν η γυναίκα βάλει ανδρικά ρούχα αρχίζει να αποκτάει μια ψυχολογία ανδρική. Και αυτό λέγεται, αφού η γυναίκα, για να αποκτάει ανδρική ψυχολογία κάτι γίνεται, αυτό λέγεται στην ψυχολογία “ψυχολογικός ερμαφροδιτισμός”, να το πω έτσι, “ψυχολογικός αρσενικοθηλυκισμός”. Και αυτό το πράγμα είναι μεγάλη ζημία. Γι’ αυτό στην εποχή μας έχομε πολλές διάστροφες αμαρτίες, επειδή εξισώσαμε τα φύλα από πλευράς πλέον στολής. Και κάτι ακόμα. Λέγει “σκεύη ανδρός”, σκεύη δεν είναι η στολή μόνο. Είναι και ο οπλισμός. Και πρέπει να σας πω ότι αυτός, αυτή η εντολή του Θεού υπαινίσσεται ότι η γυναίκα δεν πρέπει να χρησιμοποιεί επαγγέλματα που έχει ο άνδρας, όπως είναι το στρατιωτικό επάγγελμα. Δεν μπορούν να γίνονται χωροφυλακίνα, δεν μπορεί να γίνεται στρατιωτικός και ούτε καθεξής. Ή να έχει όπλα ή να πηγαίνει στον πόλεμο. Λέει δε, λέει δε ο Κανών 62 της έκτης Οικουμενικής Συνόδου, για εκείνους που θα λέγανε ότι αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη, “μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀνδράσιν ἁρμόδιον”. Δεν θα βάλει ο ένας τα ρούχα τ’ αλλουνού. Και, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, “βούλομαι τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ”, να φορούν στολές σεμνές, “μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς”, να στολίζουν με σωφροσύνη τον εαυτό τους, “ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν”, όπως πρέπει σε γυναίκες που υπόσχονται θεοσέβεια.»[109].

Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίζει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στο σύγγραμμά του Χρηστοήθεια, τους καλλωπισμούς και τα φτιασίδια, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, τα οποία είναι πρόξενα της αμαρτίας και δη των σαρκικών παθών. Ιδιαίτερα αναφέρεται στις γυναίκες που καλλωπίζουν τα μαλλιά τους, μαυρίζουν τα φρύδια τους και βάζουν ψιμμύθι (=καλλυντικό προσώπου, μακιγιάζ) και σουλαμά (=βαφή) στα πρόσωπά τους, για να φαίνονται ωραίες και όμορφες. Ωστόσο, κατά τον Άγιο, ο πραγματικός καλλωπισμός είναι αυτός της ψυχής με στολίδια που δεν φθείρονται και είναι αιώνια και αυτά είναι οι αρετές και τα θεία χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όπως η αγάπη, η καθαρότητα, η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη[110].

Οι Απόστολοι στις Διαταγές τους σχετικά με τον καλλωπισμό των γυναικών λέγουν τα εξής:

«[…]. Μεμαθήκατε, ὁποῖα ἐγκώμια γυνὴ σώφρων καὶ φίλανδρος λαμβάνει ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ. Eἰ πιστὴ καὶ ἀρεστὴ Κυρίῳ βούλει εἶναι, ὦ γύναι, μὴ καλλωπίζου ἐπὶ τῷ ἀρέσκειν σε ἀλλοτρίοις ἀνδράσιν, μηδὲ τὰ τῆς ἑταιριζομένης ἐμπλέγματα ἢ ἐνδύματα ἢ ὑποδέσεις μιμοῦ φορεῖν ἐπὶ τὸ ὑπάγεσθαι σε τοὺς εἰς τὰ τοιαῦτα παγιδευομένους. Καὶ γὰρ εἰ σὺ οὐκ ἐπὶ τὸ ἁμαρτάνειν ταῦτα ποιεῖς τὰ μύση, ἐπὶ δὲ τὸ μόνον καλλωπίζεσθαι, οὐδ' οὕτως ἐκφεύξῃ τὴν δίκην εἰς τὰ μετὰ ταῦτα, ἀναγκάσασα ἐπενεχθῆναί σοί τινα εἰς τὸ ἐπιθυμῆσαί σου, καὶ μὴ ἑαυτὴν φυλάξασα ἐπὶ τὸ μήτε σὲ ὑποπεσεῖν ἁμαρτίᾳ μήτε μὴν ἑτέρους σκανδάλῳ. […]. Μὴ καταζωγράφει σου τὸ ὑπὸ Θεοῦ σοὶ πεποιημένον πρόσωπον· οὐδὲν γὰρ ἐν σοί, ὃ κοσμήσεως δέεται, ἐπείπερ· «Πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς, καλὰ λίανή· ἀσελγὴς δὲ ἐν καλῷ ἐπικόσμησις τεχνίτου χάριν ἐνυβρίζει. Κάτω βλέπουσα τὴν ὁδοιπορίαν σου ποιοῦ περικαλύπτουσα ἑαυτήν, καθὼς πρέπει γυναιξίν.»[111]. Οι Απόστολοι προτρέπουν την γυναίκα που θέλει να είναι πραγματική Χριστιανή, να είναι πιστή και να αρέσει στον Κύριο, να μην καλλωπίζεται και να μην μετέρχεται υπερβολικούς στολισμούς, χτενίσματα και ενδύματα, για να μην γίνει, μεταξύ άλλων, και υπαίτια σκανδαλισμού. Δεν πρέπει να ζωγραφίζει το πρόσωπό της, το οποίο ο Θεός έφτιαξε λίαν καλό, ενώ οφείλει να ντύνεται σεμνά και να καλύπτει το σώμα της.

Σχετικά με τα βαψίματα στο πρόσωπο, έχουμε και το παράδειγμα της Αγίας Θεοδώρας, το οποίο μας καταθέτει ο όσιος Γρηγόριος, μαθητής και πνευματικό τέκνο του Αγίου Βασιλείου του νέου. Η γερόντισσα Θεοδώρα ήταν μια ευλαβής γυναίκα που διακονούσε τον Άγιο Βασίλειο και κάποια στιγμή πέθανε. Ο όσιος Γρηγόριος επιθυμώντας να μάθει εάν η Θεοδώρα σώθηκε, ρωτούσε επιμόνως τον πνευματικό του πατέρα γι’ αυτό, ώσπου κάποια νύχτα, κοιμώμενος, είδε ένα όραμα. Είδε την Θεοδώρα σεσωσμένη, η οποία και του διηγήθηκε τον κίνδυνο και τον φόβο που υπέμεινε όταν ήταν να χωρισθεί η ψυχή της από το σώμα, καθότι πέρασε από τα τελώνια, δηλαδή τα πονηρά πνεύματα του αέρος. Ένα από αυτά ήταν και το τελώνιο των χρωματοπροσώπων, το οποίο εξετάζει τους άνδρες και τις γυναίκες που βάζουν φτιασίδια και στολίζουν τα πρόσωπά τους με διάφορα χρώματα, καταφρονώντας έτσι την μορφή που τους έδωσε ο Θεός. Δυσκολεύτηκε, μάλιστα, η ψυχή της Θεοδώρας να περάσει, καθότι είχε και η ίδια βαφτεί δύο φορές στη ζωή της και τα πονηρά πνεύματα την κατηγορούσαν, ωστόσο με πολύ κόπο και με τη βοήθεια των Αγγέλων που παρουσίαζαν στους δαίμονες τις καλές της πράξεις, κατάφερε να περάσει[112].

Συνεπώς, ο Θεός δεν θέλει να βλέπει τον άνδρα με φούστα/φόρεμα, το οποίο δεν συνηθίζεται, και την γυναίκα με παντελόνι ή άσεμνη ή εξεζητημένη ενδυμασία (π.χ. κοντές φούστες, αμάνικες μπλούζες, πολυτελή ενδύματα, τακούνια) το οποίο δυστυχώς συνηθίζεται και μάλιστα και μέσα στον ιερό ναό, καθότι αυτό το θέαμα είναι αποκρουστικό για τον Κύριο και συμβάλλει και αυτό στην απαξίωση της ιερότητας του χώρου. Επίσης, ο Κύριος δεν θέλει να βλέπει καλλωπισμούς και βαψίματα στα πρόσωπα, κατά κανόνα, των γυναικών, καθότι το βάψιμο αποτελεί αλλοίωση του κατ’ εικόνα και συνεπώς σοβαρότατη αμαρτία, για την οποία, εάν δεν μετανοήσει ειλικρινά ο άνθρωπος, πρόκειται να δυσκολευτεί πάρα πολύ κατά την ώρα του θανάτου, όπως μας διδάσκει και το παραπάνω βίωμα της Αγίας Θεοδώρας.

δ. Χρήση μασκών – Θεία μετάληψη με πολλά κουταλάκια

Μετά από όλη την παραπάνω εκτιθέμενη διδασκαλία της Εκκλησίας μας σχετικά με τον άγιο χαρακτήρα όσων αφιερώθηκαν στον Θεό, όπως είναι ο ορθόδοξος Ναός και τα ιερά σκεύη, συμπεραίνουμε αβίαστα τον βλάσφημο χαρακτήρα των μέτρων που ελήφθησαν την περίοδο της λεγομένης πανδημίας του κορωνοϊού εις βάρος της Λατρείας μας. Ποτέ άλλοτε δεν κατηγορήθηκε τόσο ο ορθόδοξος ιερός Ναός ως εστία μολύνσεως και επικίνδυνος χώρος μεταδόσεως ασθενειών, όσο τις ήμερες αυτές. Αμφισβητήθηκε η παντοδυναμία του Αγίου Τριαδικού Θεού και η θαυματουργική Άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος που θεραπεύει κάθε νόσημα και κάθε πάθος μέσω των Αγίων, των Εικόνων και των Ιερών Λειψάνων. Το κλείσιμο των ιερών ναών και η απαγόρευση της τέλεσης των ιερών μυστηρίων ισοδυναμούσε, στην πραγματικότητα, με το κλείσιμο των πνευματικών νοσοκομείων και ιατρείων, καθότι η Εκκλησία είναι νοσοκομείο και θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων[113]. Μάλιστα, η ψυχική υγεία, η πνευματική υγεία είναι ασυγκρίτως ανώτερη από την σωματική, καθότι η ψυχή είναι αθάνατη και αιώνια. Μπροστά στην υγεία της ψυχής, άλλως μπροστά στη σωτηρία της ψυχής δεν αξίζει ολόκληρος ο κόσμος, κατά τα λεγόμενα του Κυρίου μας[114].

Στην ουσία επρόκειτο για μια σύγχρονη εικονομαχία που στόχευε στην απαράδεκτη αμφισβήτηση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και του τρόπου μεταδόσεως της Θείας Κοινωνίας διά της Αγίας Λαβίδος, ως δήθεν μέσου διασποράς του ιού. Εκείνοι όμως που δεν προσκυνούν τις Άγιες εικόνες ή τις προσκυνούν με την μάσκα – φίμωτρο καταστρατηγούν την απόφαση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, για την οποία έγινε λόγος και παραπάνω, που ορίζει ότι ο κάθε Χριστιανός οφείλει να ασπάζεται και να προσκυνά με ευλάβεια τις Άγιες Εικόνες. Όποιος δεν το πράττει αυτό είναι αναθεματισμένος, εκτός Εκκλησίας και άρα εκτός σωτηρίας. Μέσα στον ιερό ναό είναι όλα καθιερωμένα, αφιερωμένα εις τον Θεό και χαριτωμένα εξαιτίας της επικλήσεως του Παναγίου Τριαδικού Θεού, που έγινε εις τα εγκαίνια του ναού, αλλά και εις τις διάφορες προσευχές, τελετές και μυστήρια, που γίνονται μέσα στους ιερούς ναούς.

Συνεπώς, τα διάφορα μέτρα που ελήφθησαν την περίοδο του κορωνοϊού, με αφετηρία τον επιστημονισμό και την λογικοκρατία-ορθολογισμό, όπως αποστάσεις μεταξύ των πιστών, μάσκες – φίμωτρα, αντίδωρο σε νάιλον σακκουλάκια, πολλά κουταλάκια αντί της Αγίας Λαβίδος για την Θεία Μετάληψη, απαγόρευση προσκύνησης των Αγίων εικόνων, απαγόρευση ακόμη και της Θείας Κοινωνίας και τέλος, κλείσιμο των ιερών ναών, ήταν όλα μέτρα βλάσφημα[115]. Είναι δυνατόν να φοράμε μάσκες και φίμωτρα μέσα στον καθαρότατο, ιερότατο και φωτεινότατο από άρρητη θεία Χάρη ιερό Ναό μας; Είναι δυνατόν να φοβόμαστε μήπως ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο «ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν» κατά τα λειτουργικά λόγια, μας μεταδώσει ασθένεια μέσω της Θείας Μεταλήψεως;

ε. Λοιπές αταξίες και προσβολές της ιερότητας του χώρου (π.χ. προβολή προσώπων με βαθιά αντιεκκλησιαστικό φρόνημα, αταξία κατά την θεία μετάληψη, χρήση κινητών, ομιλίες)

Εκτός των ανωτέρω, ακόμη μια απαράδεκτη πράξη που παρατηρείται σε Μητροπόλεις της πατρίδας μας είναι αυτή της προβολής, και μάλιστα εντός των Ιερών μας Ναών προσώπων με βαθιά αντιεκκλησιαστικό φρόνημα. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι και ο βλάσφημος Νίκος Καζαντζάκης[116]. Παρατίθενται ορισμένες μαρτυρίες σύγχρονων αγίων και γερόντων για τον Νίκο Καζαντζάκη. Ο μακαριστός π. Αθανάσιος Μυτιληναίος μας λέγει τα εξής:

«Έχομε και ένα δεύτερο. Είναι εκείνο που βέβαια ζημιώνει την ψυχήν, η απιστία. Απιστία σημαίνει χωρισμό από τον Θεό, σημαίνει αποστασία. Και η εποχή μας είναι εποχή αποστασίας. Και δεν είναι απλώς εποχή αποστασίας, αλλά και στροφή κατά του Θεού, εναντίον του Θεού. Πόλεμο κατά του Θεού, με κάθε τρόπο και κάθε ύβριν. Η λέξις «ύβρις» με την αρχαιοελληνικήν έννοια του όρου. Και στην περίπτωση αυτή φοβούμαι ότι δεν υπάρχει, αγαπητοί μου, πλέον μετάνοια. Είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, που ο Κύριος μάς είπε ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν υπάρχει μετάνοια. Όσο μετενόησε ο Καζαντζάκης, άλλο τόσο θα μετανοήσουν και αυτοί. Διότι ο Καζαντζάκης έπεσε εις την ύβριν κατά του Ιησού Χριστού. Το πώς έπεσε, όλοι το ξέρετε. Και για να δείτε ότι δεν υπάρχει εδώ μετάνοια, δηλαδή, δεν υπάρχει, όχι δεν συγχωρεί ο Θεός, αλλά δεν μπορεί ο άνθρωπος που έφθασε εις την ύβριν, να μετανοήσει. Δεν μπορεί!»[117].

Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης αποστρεφόταν τον Καζαντζάκη. Όπως μας πληροφορεί ὁ βιογράφος του ιερομόναχος Ισαάκ «ὁ π. Παΐσιος ἀποστρεφόταν τόν Καζαντζάκη, λόγῳ τῆς ἀθεΐας καὶ τῶν βλασφημιῶν του καὶ δὲν ἤθελε οὔτε νὰ βλέπῃ οὔτε νὰ ἀκούει τὸ ὄνομά του». Είναι παραδειγματική και διδακτική η συμπεριφορά του Όσιου Παϊσίου, όταν κατέβηκε ὁ ίδιος στη Θεσσαλονίκη (1988) και πρωτοστάτησε σε διαδήλωση μπροστά σε αίθουσα κινηματογράφου, προκειμένου να ματαιωθεί, όπως και έγινε, η προβολή της βλάσφημης ταινίας του Σκορτσέζε «Ὁ τελευταῖος πειρασμός», η οποία βασιζόταν στο ομώνυμο έργο του Καζαντζάκη. «Ἡ παρουσία τοῦ Πρωτεπιστάτου, τῶν περισσοτέρων ἀντιπροσώπων ἡγουμένων καὶ ἑκατὸ Ἁγιορειτῶν ἔφεραν ἐνθουσιασμό καὶ συγκίνηση στὸ συγκεντρωμένο πλῆθος. Ἰδιαίτερη αἴσθηση προκάλεσε ἡ παρουσία τοῦ Γέροντα. Καθ᾽ ὅλην τὴν διάρκεια τῆς ἐκδηλώσεως στεκόταν ὄρθιος παρὰ τὰ σοβαρὰ προβλήματα τῆς ὑγείας του. Στὸ τέλος κινδύνευσε νὰ συνθλιβῆ ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις εὐλαβείας τοῦ πλήθους. Ἀκόμη ἔλαβαν μέρος μοναχοὶ καὶ μοναχὲς ἀπὸ μοναστήρια τοῦ κόσμου καὶ πλῆθος λαοῦ. Ἡ συντονισμένη ἐνέργεια καὶ οἱ προσευχὲς ὅλων καὶ τοῦ Γέροντα ἔφεραν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Ἡ Πολιτεία ἀπαγόρευσε τὴν προβολὴ τοῦ βλάσφημου ἔργου. Ἔτσι ἀποσοβήθηκε ὁ “τελευταῖος πειρασμός”. Εἴθε νὰ ἦταν ὁ τελευταῖος»[118].

Επίσης, όταν ασκήτευε στο Σινά ο Όσιος Παΐσιος, ανέβηκε στην κορυφή της Αγίας Αικατερίνης, με δύο Σιναΐτες Πατέρες για να τελέσουν την Θεία Λειτουργία. Όταν κατέβαιναν από την κορυφή, ο Όσιος διέλαθε για λίγο της προσοχής των άλλων πατέρων, ένας απὸ τους οποίους μάλιστα ήταν Κρητικός, και με ένα κοπίδι που είχε φέρει μαζί του πήγε στο βράχο που είχε γράψει το όνομά του ο Καζαντζάκης και έσβησε το όνομα του δεδηλωμένου αθέου. Θεωρούσε αταίριαστο σ᾽ εκείνο τον άγιο τόπο οι προσκυνητές να βλέπουν το όνομα ενὸς βλασφήμου, το «βδέλυγμα τῆς ἀθεΐας ἐν τόπῳ ἁγίῳ»[119].

Ο άγιος Αμφιλόχιος της Πάτμου γράφει σε ιδιόχειρες επιστολές του, το 1957 τα εξής:

«Ἀκόμη σᾶς εὐχαριστῶ καὶ γιὰ τὰ φυλάδια ποὺ σοῦ ἐστείλαμεν. Πρέπει νὰ διαφωτισθῆ ὁ κόσμος ὅτι ὁ Καζαντζάκης εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Σατανᾶ, καὶ ὅτι ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸν καὶ εἶναι Χριστιανὸς πρέπει νὰ διαφωτίση πολὺ τοὺς ἄλλους. Μὲ λύπη βλέπω ὅτι καὶ μαθήτριες τοῦ Γυμνασίου σας ἐγκωμίαζαν τὸν μέγα βλασφημον τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ καὶ λυπήθηκα πολύ».

«Ὅσον γιὰ τὰ βιβλία [κατά] τοῦ Καζαντζάκη πρέπει νὰ διαδωθοῦν. Ἐγὼ , χάριν τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ τόσον διαβολικῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐβλασφήμησε, ὅσον οὐδεὶς τῶν θνητῶν, ἀνέλαβα τόσον κόπον, καθὼς καὶ ὁ π. Παῦλος. Διότι ὁ Καζαντζάκης εἶναι αὐτὸς ὁ Σατανᾶς ἐνσαρκωμένος ὡς Καζαντζάκης, καὶ πρέπει ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ τὸν ἀποκηρύξουν».

«Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὸν κόπον ποὺ κάματε γιὰ τὴν διάδοσιν τοῦ μικροῦ βιβλίου. Λυποὺμαι ποὺ καὶ πνευματικὰ πρόσωπα θαυμάζουν καὶ ἐκτιμοῦν τὸν ἐνσαρκωμένον διάβολον ποὺ λέγετε Καζαντζάκης, διότι οὐδεὶς τῶν θνητῶν ἐβλασφήμησε τὸν Κύριον μας καὶ Θεόν μας Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς ὁ Ἀντίχριστος Καζαντζάκης. Ἐγὼ καὶ ὁ π. Παῦλος ἐκαμαμεν αὐτὴν τὴν θυσίαν πρὸς δόξαν Χριστοῦ»[120].

Τέλος, ο μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, συγγραφέας, θεολόγος, κανονολόγος και απολογητής μας γράφει τα εξής: «Κατά ποιά λογική είναι άξιος για ουρανομήκες εγκώμιο και μάλιστα και για βραβείο … Νόμπελ (!!!) ο συγγραφέας του παράφρονος και τερατώδους “Τελευταίου Πειρασμού”; Από πού έλαβε το δικαίωμα ο Καζαντζάκης να διαστρεβλώνει με φρικώδη τρόπο τα ιερά κείμενα και να λέει, ότι ο Κύριος γεννήθηκε όχι στη Βηθλεέμ, αλλά στη Ναζαρέτ; Ότι η εμφάνιση αγγέλων κατά τη Γέννηση ήταν … όνειρο της Μητρός Του; Ότι ο Συμεών Τον είδε όχι νήπιο 40 ημερών, αλλά άνδρα τέλειο; Ότι ο Κύριος δεν είχε από την αρχή συνείδηση ότι ήταν ο Μεσσίας, αλλά την διαμόρφωσε σταδιακά υπό τήν επήρεια ποικίλων παραγόντων; Ότι στην ηλικία των 20 ετών ήταν υποψήφιος γαμπρός της Μαγδαληνής; Ότι ο Ιούδας ήταν ο άριστος και ο πιο ευπειθής από τους Μαθητές Του, αλλά Τον πρόδωσε μόνο και μόνο γιατί … έλαβε τέτοια διαταγή από Αυτόν, την οποίαν ο Διδάσκαλος [Χριστός] δεν ανακαλούσε παρ’ όλες τις παρακλήσεις και τις διαμαρτυρίες του … αφοσιωμένου σε Αυτόν Ιούδα; Ότι ο Κύριος ονειρευόταν επί του Σταυρού (άκουσον, άκουσον) σπίτια και εργαστήρια και ερωτικές περιπτύξεις και συζύγους και γιούς και εγγόνια; Από πού άντλησε όλα αυτά ο Καζαντζάκης, κύριε Αθηναίε; Από τα Ευαγγέλια ή από τον οχετό της αισχρής φαντασίας του και της εκπορνευμένης σκέψης του; … εγκώμια προς αυτόν που είπε ή μάλλον εξέμεσε όλες αυτές τις κακούργες ηλιθιότητες. Ιδού, παροιμιώδης λογική και ηθική συνέπεια!»[121].

Εκτός της ανωτέρω απαράδεκτης συνήθειας, στην έννοια της προβολής προσώπων με βαθιά αντιεκκλησιαστικό φρόνημα μπορούμε να εντάξουμε και την έλλειψη αυστηρού ελέγχου, εκ μέρους κυρίως των Επισκόπων, σε κοσμικούς άρχοντες, ήτοι σε πολιτικούς, δημάρχους κ.α., οι οποίοι είτε με τον δημόσιο βίο τους, είτε με λόγια, είτε με έργα[122] καταπατούν το Ιερό Ευαγγέλιο, πολεμούν την Εκκλησία και βλασφημούν τον Άγιο Τριαδικό Θεό. Ο έλεγχος[123] βέβαια αυτός είναι αναγκαίος σε κάθε περίπτωση, πολύ περισσότερο όμως επιβάλλεται όταν τα πρόσωπα αυτά, παρά τον ασεβή βίο τους και την ταυτόχρονη αμετανοησία τους, τολμούν και εισέρχονται στον ιερό ναό, ωσάν να ήταν ο ιερός ναός κοινός/κοσμικός τόπος. Όπως, όμως, αναδείξαμε ανωτέρω, κατά τους θείους Πατέρες ο ναός είναι ο Οίκος του Θεού και οι προϋποθέσεις για την είσοδό μας είναι πρωτίστως η έμπρακτη μετάνοια, δηλαδή η διόρθωση του βίου, η αποκοπή και αποξένωση από κάθε αμαρτία και πράξη που αποστρέφεται ο Κύριος, η συναίσθηση της μηδαμινότητας και αναξιότητάς μας και της μεγαλειότητας του Θεού, η καθαρότητα του βίου μας, των λόγων και των έργων μας, η συγχώρεση, η αμνησικακία, η ταπεινοφροσύνη, η ανυπόκριτη αγάπη και κάθε αρετή και θεάρεστο έργο.

Τέλος, σχετικά με λοιπές αταξίες που λαμβάνουν χώρα εντός του Ναού και δη κατά την φρικτή ώρα της θείας Μεταλήψεως, όπως ομιλίες ή χρήση κινητών, αναφερόμαστε και πάλι στον Άγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, κατά τον οποίο οι πιστοί οφείλουν να στέκονται στο Ναό με τάξη, όπως τάξη επικρατεί και στον Ουρανό, και να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων με βαθιά ευλάβεια και συστολή, όπως και τα Χερουβίμ ευλαβούνται και συστέλλονται. Πρέπει ο πιστός να προσκυνάει (π.χ. κάνοντας το σταυρό του και μια μικρή μετάνοια) τον ζωντανό Άρτο και Αίμα που είναι στο Ποτήριο, όταν πρόκειται να λάβει τα Τίμια Δώρα[124].

Ο θείος Χρυσόστομος τονίζει τη σημασία της σιωπής, της τάξης και της ευλάβειας κατά τη διάρκεια της θείας λατρείας και των μυστηρίων, «Ταῦτα λέγω, οὐχ ἵνα ἐπαινῆτε μόνον, οὐδ' ἵνα θορυβῆτε καὶ κράζητε, ἀλλ' ἵνα ἐπὶ τοῦ καιροῦ τούτων μεμνημένοι τῶν ῥημάτων, τὴν προσήκουσαν εὐταξίαν ἐπιδείξησθε. Μυστήρια καὶ λέγεται, καὶ ἔστιν· ἔνθα δὲ μυστήρια, πολλὴ σιγή. Μετὰ πολλῆς τοίνυν τῆς σιγῆς, μετὰ πολλῆς τῆς εὐταξίας, μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας, τῆς ἱερᾶς ταύτης ἁπτώμεθα θυσίας, ἵνα εἰς πλείονα τὴν εὔνοιαν τὸν Θεὸν ἐπισπασώμεθα, καὶ τὴν ψυχὴν ἐκκαθάρωμεν, καὶ τῶν αἰωνίων ἐπιτύχωμεν ἀγαθῶν·[…]»[125].

Μέσα στον ιερό ναό δεν ομιλούμε, ενώ αυτονόητα έχουμε φροντίσει και για την απενεργοποίηση του κινητού μας.

IV. Συμπεράσματα – Επίλογος

Εν κατακλείδι, στις έσχατες ημέρες μας είναι ίσως, όσο ποτέ άλλοτε, επίκαιρη η φωνή του Προφήτου Ιεζεκιήλ, που, με ελεγκτικό πνεύμα, προβαίνει σε αυστηρότατο λόγο για την πτώση του ιερατείου και την αταξία και ασέβεια του ισραηλιτικού λαού, λέγοντας: «καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἠθέτησαν νόμον μου καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου· ἀναμέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστελλον καὶ ἀναμέσον ἀκαθάρτου καὶ τοῦ καθαροῦ οὐ διέστελλον καὶ ἀπὸ τῶν σαββάτων μου παρεκάλυπτον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, καὶ ἐβεβηλούμην ἐν μέσῳ αὐτῶν.» (Ιεζ. 22, 26). Το ίδιο συμβαίνει και στις ημέρες μας, καθότι κλήρος και λαός δεν φαίνεται να διακρίνουν ανάμεσα στο άγιο/ιερό και στο κοινό/κοινόχρηστο, ούτε να αντιλαμβάνονται την ξεχωριστή θέση του Ιερού Ναού, αλλά και τον ιερό χαρακτήρα όλων όσων εμπεριέχονται σε αυτόν κατά την Ορθόδοξη Παράδοση. Ο Ναός είναι Οίκος του Αγίου Τριαδικού Θεού, στον οποίο ο Θεός πραγματικά κατοικεί και δεν αποτελεί χώρο κοινό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάθε είδους κοσμική δραστηριότητα, ούτε απλώς ένα κτίσμα λατρευτικής σύναξης. Εντός αυτού διαχέονται οι άκτιστες θείες ενέργειες και οι πιστοί κοινωνούν των ακτίστων θείων ενεργειών, συμμετέχουν σ’ αυτές και έτσι αγιάζονται. Το θλιβερό αυτό φαινόμενο της αποϊεροποίησης - βεβήλωσης των Ναών, με το ψευδοεπιχείρημα της πολιτιστικής προόδου, αποτελεί στην πραγματικότητα πνευματική πτώση και σήψη και πηγάζει από το πνεύμα του κόσμου, το οποίο είναι απόλυτα εχθρικό απέναντι στον Κύριο μας Ιησού Χριστό (Α’ Ιωάν. 5, 19) και οδηγεί στην απαξίωση και κατάργηση καθετί αγίου και ιερού.

Η ιερότητα του χώρου του Ναού πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο και με την ευθύνη κλήρου και λαού. Ο Ναός δεν πρέπει να μετατραπεί σε τόπο καλλιτεχνικής επίδειξης ή κοσμικής υποκρισίας ή σε τόπο προβολής ανθρώπων με βαθιά αντιεκκλησιαστικό φρόνημα (π.χ. Νίκος Καζαντζάκης). Συναυλίες κοσμικής (π.χ. κλασσικής) ή και βυζαντινής ακόμη μουσικής, μουσικά όργανα (π.χ. πιάνο, βιολιά), γυναικείες χορωδίες, αγοραπωλησίες, κατανάλωση ποτών και τροφίμων, κάπνισμα (!), θεατρικές παραστάσεις, άσεμνη ενδυμασία, εμβολιασμοί ή άλλες ιατρικές πράξεις, χοροί και πανηγύρια στους ιερούς περιβόλους (προαύλια), έστω και υπό την επίκληση (στην πραγματικότητα όμως πρόσχημα) του «θρησκευτικού συναισθήματος» ή του «θρησκευτικού πολιτιστικού δρωμένου» πρέπει να εκλείψουν, λόγω της αποκλειστικής χρήσης του Ναού για τη Θεία Λατρεία. Άλλωστε, σε αντίθεση με τον αιρετικό χριστιανισμό της Δύσεως, σκοπός της ορθόδοξης λατρείας δεν είναι η τέρψη και η συναισθηματική διέγερση των πιστών, αλλά ο αγιασμός, η καλλιέργεια της προσευχής με την συγκέντρωση του νου και η μυστική ένωση του κτιστού ανθρώπου με τον άκτιστο Θεό. Όλα τα παραπάνω αντικανονικά δρώμενα όχι μόνο δεν υπηρετούν αυτούς τους αγίους σκοπούς της Ορθόδοξης πίστης, και με λίγα λόγια τον αγιασμό του ανθρώπου, αλλά κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, υποθάλπουν δηλαδή και εξεγείρουν τα πάθη, τις αρρώστιες της ανθρώπινης ψυχής. Πως δύναται ένας χριστιανός να προσευχηθεί με νήψη, προσοχή στα λόγια της προσευχής και κατάνυξη, όταν ταυτόχρονα ακούγονται οι φωνές των τενόρο, των σοπράνο και των διαφόρων άλλων κοσμικών τραγουδιστών;

Οι προσπάθειες που γίνονται για τον αισθητικό εξωραϊσμό της λατρείας, με κοσμικές επεμβάσεις στην εκκλησιαστική της μουσική, οδηγούν, κατά τους Πατέρες. στη θεατρικοποίηση της λατρείας και στην αποκοπή και αποξένωσή της από το ορθόδοξο ήθος και ύφος της ψαλμωδίας της. Έτσι οι εν λόγω προσπάθειες, όχι μόνον δεν ανανεώνουν τη λατρεία, άλλα οδηγούν στην εκκοσμίκευση, δηλαδή στην απομάκρυνση από τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της και στην ουσία σε μια αλλοτριωμένη και νοθευμένη λειτουργική ζωή. Αυτό το οποίον όμως αναζητεί η ψυχή του σημερινού ανθρώπου είναι η γνήσια και αυθεντική λειτουργική ζωή της ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία απορρέει από την Ιερά μας Παράδοση, όπως το περιεχόμενό της αναλύθηκε ανωτέρω, απορρέει από την τάξη, την διδασκαλία και τους Κανόνες των θείων Πατέρων και που δεν πραγματοποιείται με τη θεατροποίηση και ωραιοποίηση της λατρείας μας (όπως για παράδειγμα μέσω της χρήσης μουσικών οργάνων).

Πρέπει, τέλος, ιδιαίτερα να τονιστεί για ακόμη μια φορά, η αυστηρότητα που επιδεικνύει ο Θεός εν σχέση με τα θέματα της Λατρείας και της χρήσης των πραγμάτων που αφιερώθηκαν σε Αυτόν, είτε πρόκειται για κάποιον Ιερό Ναό είτε για κάποιο ιερό σκεύος. Ας λάβουν, επομένως, υπόψη, πρωτίστως οι Επίσκοποι, ως κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι, και μετά και το ποίμνιο, και ας συναισθανθούν με δέος την αγιότητα του χώρου εντός του οποίου βρίσκονται, ενός χώρου, όπου κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας το πυρ της θεότητος κυκλώνει το άγιο θυσιαστήριο και αοράτως παρίσταται πάνω από το θυσιαστήριο στρατιά αγγέλων, με βαθιά ευλάβεια. Πολλοί άγιοι έβλεπαν, κατά παραχώρηση Θεού, με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος, τις καταστάσεις αυτές. Η σημερινή σιωπή του Κυρίου, με την έννοια ότι δεν ρίχνει πυρ να κατακάψει τους παραβάτες των Ιερών Κανόνων που προστατεύουν την αγιότητα των Ιερών Ναών, όπως έπραττε στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, δεν σημαίνει και ατιμωρησία. Αντίθετα, μάλιστα. Η μακροθυμία του Κυρίου όσο σιωπά τόσο μεγαλύτερη οργή επισωρεύει, όπως χαρακτηριστικά λέγει ο Απόστολος Παύλος «κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ», δηλαδή «σύμφωνα δε με την σκληρότητά σου και την αμετανόητη καρδιά σου, που δεν συγκινείται από την τόση καλοσύνη του Θεού, μαζεύεις εναντίον του εαυτού σου θησαυρούς οργής, που θα εξαπολυθούν εναντίον σου την ημέρα, που θα ξεσπάσει η θεία οργή και θα φανερωθεί η δίκαιη κρίση του Θεού».

*Νομικός

ΤΕΛΟΣ

ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ


[1] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, 2026, σελ. 12.

[2] Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτσ, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, 2025, σελ. 180-181.

[3] Γεν. 4,4 «καὶ Ἄβελ ἤνεγκε καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῶν πρωτοτόκων τῶν προβάτων αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τῶν στεάτων αὐτῶν.».

[4] Γεν. 8, 20 «καὶ ᾠκοδόμησε Νῶε θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔλαβεν ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀπὸ πάντων τῶν πετεινῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἀνήνεγκεν εἰς ὁλοκάρπωσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον.».

[5] Γεν. 22, 9-10 «ἦλθον ἐπὶ τὸν τόπον, ὃν εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός. καὶ ᾠκοδόμησεν ἐκεῖ Ἁβραὰμ τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐπέθηκε τὰ ξύλα, καὶ συμποδίσας Ἰσαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, ἐπέθηκεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον ἐπάνω τῶν ξύλων. καὶ ἐξέτεινεν Ἁβραὰμ τὴν χεῖρα αὐτοῦ λαβεῖν τὴν μάχαιραν σφάξαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ.».

[6] Γεν. 28, 17-19 «καὶ ἐφοβήθη καὶ εἶπεν· ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος· οὐκ ἔστι τοῦτο ἀλλ᾿ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. καὶ ἀνέστη Ἰακὼβ τὸ πρωΐ καὶ ἔλαβε τὸν λίθον, ὃν ὑπέθηκεν ἐκεῖ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ, καὶ ἔστησεν αὐτὸν στήλην καὶ ἐπέχεεν ἔλαιον ἐπὶ τὸ ἄκρον αὐτῆς. καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου Οἶκος Θεοῦ· καὶ Οὐλαμλοὺζ ἦν ὄνομα τῇ πόλει τὸ πρότερον.».

[7] Εξ. 3, 3-5 «εἶπε δὲ Μωυσῆς· παρελθὼν ὄψομαι τὸ ὅραμα τὸ μέγα τοῦτο, ὅτι οὐ κατακαίεται ὁ βάτος. ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.».

[8] Έξ. 25-28 και 35-40.

[9] Β’ Κορ. 3, 7-11 «Εἰ δὲ ἡ διακονία τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν καταργουμένην, πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἡ διακονία τοῦ πνεύματος ἔσται ἐν δόξῃ; εἰ γὰρ ἡ διακονία τῆς κατακρίσεως δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης ἐν δόξῃ. καὶ γὰρ οὐδὲ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ τῷ μέρει ἕνεκεν τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης. εἰ γὰρ τὸ καταργούμενον διὰ δόξης, πολλῷ μᾶλλον τὸ μένον ἐν δόξῃ.».

[10] Εξ. 25, 2.

[11] Εξ. 35, 5.

[12] Εξ. 35, 25.

[13] Εξ. 35, 26.

[14] Εξ. 31, 1-11.

[15] Εξ. 16, 33.

[16] Εξ. 31, 18.

[17] Αρ. 17, 23.

[18] Εξ. 30, 22-33.

[19] Εξ. 40, 1-9.

[20] Εξ. 30, 22-38.

[21] Εξ. 40, 28.

[22] Λευιτ. 8, 1-13.

[23] Λευιτ. 10, 1-7.

[24] Παν. Τ. Τρεμπέλας, Η Σκηνή του Μαρτυρίου, 2013, σελ. 103-114.

[25] Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Τα Άπαντα, Λόγος περί του θείου ναού, τι εικονίζει αυτός και όσα περιέχονται σε αυτόν, 2022, σελ. 200.

[26] Βασ. Γ’ 8, 10-11.

[27] Βασ. Γ’ 8, 27.

[28] Βασ. Γ’ 8, 29-35.

[29] Βασ. Γ΄ 8, 53α και 9, 2-3, Παραλειπομένων Β΄, κεφ. 5-7.

[30] Βασ. Β’ 6, 1-7.

[31] Βασ. Α’ 2, 12-17 και 22-36.

[32] Δαν. 5, 1-31.

[33] Ησ. 56, 7.

[34] Ιεζ. 8, 16 και 22, 26.

[35] Ματθ. 21, 12-13.

[36] Ιω. 2, 14 -16.

[37] Α’ Κορ. 11, 22.

[38] Ματθ. 9, 23-25.

[39] Βλ. και τον Κανόνα ΚΗ´ (28ο) της εν Λαοδικείᾳ Τοπικής Συνόδου που ορίζει: «Ὅτι οὐ δεῖ ἐν τοῖς Κυριακοῖς, ἢ ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, τὰς λεγομένας ἀγάπας ποιεῖν, ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ ἐσθίειν, καὶ ἀκούβιτα στρωννύειν.».

[40] Μεγάλου Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος, ερωτ. Μ’, PG 31, 1020-1021.

[41] Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα, Τόμος Δ’, Λόγος περί της κοινής αναστάσεως και μετανοίας και αγάπης. Και εις την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, σελ. 51-53.

[42] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Εκκλησία και Κορωνοϊός, προσβολή των δογμάτων και της ιερότητας των ναών, 2021, σελ. 100.

[43] Β. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’ Αθήνα 1994, σελ. 791-792.

[44] Πηδάλιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, σελ. 286, όπου δίδεται η ερμηνεία του εν λόγω Κανόνα.

[45] Κανών ΙΕ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδου, Ράλλη-Ποτλή τόμ. Γ, σελ. 184-185.

[46] Διαταγές των Αποστόλων, Βιβλίο Η’.

[47] Αναφορικά με αυτόν τον Κανόνα, πρέπει να τονιστεί η απάντηση που δίνει, στην Χρηστοήθεια (σελ. 54), ο Άγιος Νικόδημος σ’ αυτούς που προφασίζονται, ότι με βάση τον εν λόγω Κανόνα επιτρέπεται να παίζουν στους γάμους και στα δείπνα. Δηλαδή λόγω της σκληροκαρδίας και απείθειας ορισμένων Χριστιανών υποχώρησε η Σύνοδος και είπε αυτό, κατ’ οικονομία και συγκατάβαση, με επόμενό της θέλημα και όχι με ακρίβεια και με προηγούμενο θέλημα και σκοπό. Ο προηγούμενος Κανόνας, ήτοι ο ΝΓ’ είναι αυτός που φανερώνει το προηγούμενο θέλημα της Συνόδου και τον πρώτο σκοπό της, δηλαδή να μην παίζουν και να μην χορεύουν οι Χριστιανοί στους γάμους τους, αλλά με σεμνότητα να δειπνούν.

[48] Τιμ. Α’ 3, 14-15.

[49] Αγίου Συμεών, ό.π., σελ. 198-200.

[50]Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ο εκκλησιασμός, από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής, σελ. 9 και 15.

[51] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις τας Πράξεις των Αποστόλων, υπόμνημα, ομιλία Λ’, κεφ. 13-14.

[52] Μ. Βασιλείου, Ηθικά, Όρος Λʹ, «Ὅτι οὐ δεῖ τὰ ἅγια τῇ ἐπιμιξίᾳ τῶν πρὸς τὴν κοινὴν χρείαν καθυβρίζειν.», PG 31, 749.

[53] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, ό.π., σελ. 361.

[54] Επισκ. Αλεξάνδρου Σεμενώφ, Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής, 1997, σελ. 77 και 160-163.

[55] Γεν. 4, 21.

[56] Ματθ. 19, 8.

[57] Εξ. 33, 5.

[58] Αγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, ερμηνεία εις τον ΡΝʹ ψαλμό, PG 55, 497-498.

[59] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις το· «Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου.

[60] Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις τον ΚΘ΄ Ψαλμόν, PG 29, 307-313.

[61] Μ. Βασιλείου, Ερμηνεία εις τον ΛΒʹ Ψαλμόν, PG 29, 328.

[62] Κλήμη Αλεξανδρέα, Παιδαγωγός, «Πῶς χρὴ περὶ τὰς ἐστιάσεις ἀνίεσθαι».

[63] Μ. Αθανασίου, Προς Μαρκελλίνον εις την ερμηνείαν των Ψαλμών, PG 27, 40-44.

[64] Αγίου Νικοδήμου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, ό. π., σελ. 56-57.

[65] Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Εις την Πεντηκοστή, Λόγος 41 όπου αναφέρεται: «Περὶ τῆς ἑορτῆς βραχέα φιλοσοφήσωμεν, ἵνα πνευματικῶς ἑορτάσωμεν. Ἄλλη μὲν γὰρ ἄλλῳ πανήγυρις· τῷ δὲ θεραπευτῇ τοῦ Λόγου λόγος, καὶ λόγων ὁ τῷ καιρῷ προσφορώτατος. Καὶ οὐδὲν οὕτως εὐφραίνει καλὸν τῶν φιλοκάλων οὐδένα, ὡς τὸ πανηγυρίζειν πνευματικῶς τὸν φιλέορτον. Σκοπῶμεν δὲ οὕτως· Ἑορτάζει καὶ Ἰουδαῖος, ἀλλὰ κατὰ τὸ γράμμα· τὸν γὰρ σωματικὸν διώκων νόμον, εἰς τὸν πνευματικὸν νόμον οὐκ ἔφθασεν. Ἑορτάζει καὶ Ἕλλην, ἀλλὰ κατὰ τὸ σῶμα, καὶ τοὺς ἑαυτοῦ θεούς τε καὶ δαίμονας· ὧν οἱ μὲν εἰσὶ παθῶν δημιουργοὶ κατ᾿ αὐτοὺς ἐκείνους, οἱ δὲ ἐκ παθῶν ἐτιμήθησαν. Διὰ τοῦτο ἐμπαθὲς αὐτῶν καὶ τὸ ἑορτάζειν· ἵν᾿ ᾖ τιμὴ Θεοῦ τὸ ἁμαρτάνειν, πρὸς ὃν καταφεύγει τὸ πάθος, ὡς σεμνολόγημα. Ἑορτάζομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ᾿ ὡς δοκεῖ τῷ Πνεύματι. Δοκεῖ δὲ, ἢ λέγοντάς τι τῶν δεόντων, ἢ πράττοντας. Καὶ τοῦτό ἐστι τὸ ἑορτάζειν ἡμῶν, ψυχῇ τι θησαυρίσαι τῶν ἑστώτων καὶ κρατουμένων, ἀλλὰ μὴ τῶν ὑποχωρούντων καὶ λυομένων, καὶ μικρὰ σαινόντων τὴν αἴσθησιν, τὰ πλείω δὲ, λυμαινομένων τε καὶ βλαπτόντων, κατά γε τὸν ἐμὸν λόγον.».

[66] Βλ. Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Αθανασίου Μυτιληναίου με τίτλο «Γιατί δεν χρησιμοποιούμε μουσικά όργανα στη Θεία Λειτουργία;» διαθέσιμη στο youtube.

[67] Ψαλμ. 5, 8.

[68] Ψαλμ. 99, 4.

[69] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περὶ μετανοίας, Λόγος Θ', PG 49, 346.

[70] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Α΄ Κορινθίους, PG 61, 314.

[71] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Β’ Κορινθίους, PG 62, 484-485.

[72] Αυτόθι.

[73] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων, καὶ εἰς τὸ ἅγιον καὶ σωτήριον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ περὶ τῶν ἀναξίως κοινωνούντων, καὶ ὅτι οἱ ἀτέλεστον καταλιμπάνοντες τὴν θείαν λειτουργίαν, καὶ πρὸ τῆς τελευταίας εὐχῆς ἐξερχόμενοι, τὸν Ἰούδαν μιμοῦνται, PG 49, 371-372.

[74] Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Χρηστοήθεια, ο.π., σελ. 362, 381-382.

[75] Μ. Βασιλείου, Ομιλία εις τον ΚΗ΄ Ψαλμόν, PG 29, 301-304.

[76] Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, 2005, σελ. 250-251.

[77] Αποστόλου Παύλου, Α΄ Κορ. 11, 22 και 34.

[78] Αγίου Συμεών, ό.π., Περί της ιεράς τελετής της καθιερώσεως, σελ. 189-190.

[79] Βλ. Ακολουθία – Τάξις Εγκαινίων Ναού, εκδ. 2010, Αποστολική Διακονία.

[80] Ιερομονάχου Σάββα Αγιορείτου, Τι είναι η Θεία Λειτουργία και πως θα την ζήσουμε, 2014, σελ. 27 και 30-31.

[81] Αγίου Νικολάου του Καβάσιλα, Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.

[82] Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Εις την Θεία Λειτουργία, Κεφ. ΚΖʹ, «Περὶ τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν δώρων καὶ τῆς πρὸ τούτου εὐχαριστίας».

[83] Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Εις την Θεία Λειτουργία, Κεφ. ΚΗʹ, «Πόθεν ἀσφαλῶς πιστεύομεν τὸ μυστήριον».

[84] Βλ. Θεία Λειτουργία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου.

[85] Ψαλμ. 5,8.

[86] Ψαλμ. 10, 4.

[87] Ψαλμ. 23, 3.

[88] Ψαλμ. 25, 8.

[89] Ψαλμ. 26, 4.

[90] Ψαλμ. 27, 2.

[91] Ψαλμ. 28, 9.

[92] Ψαλμ. 134, 2.

[93] Ψαλμ. 137, 2.

[94] Ένας ασκητής Επίσκοπος, Όσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής, 2023, σελ. 73, 211-216.

[95] Ο Άγιος Γαβριήλ ο δια Χριστόν σαλός και ομολογητής, 2013, σελ. 304 και 334-335.

[96] Ν. Μπαλδιμτσή Ιατρού, Αρχ. Σάββα Αγιορείτου, Βίος και Πολιτεία οσίου Ιακώβου, 2023, σελ. 196, 299-301, 313-315 και 355.

[97] Μικρός Ευεργετινός, 1999, σελ. 538-540.


[98] Βλ. Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων διαθέσιμο στην ιστοσελίδα https://e-thessalonikiculture.gr/ekdhlwseis/kathgories/latreftiki-evdomada-2026/.





[103] Βλ Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Αθανασίου Μυτιληναίου με τίτλο «Επιτρέπεται να ψάλλουν οι γυναίκες κατά τη Θεία Λειτουργία;» διαθέσιμη στο youtube.

[104] Βλ Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του ιεροκήρυκα Δημητρίου Παναγόπουλου με τίτλο «Ποιοι πρέπει να ψέλνουν; Επιτρέπεται στις γυναίκες;» διαθέσιμη στο youtube.

[105] Δευτ. 22, 5.

[106] Α’ Τιμ. 2, 9-10.

[107] Α’ Κορ. 11, 3-16.

[108] Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, Λόγοι Α’, «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», σελ. 286-288.

[109] Βλ. Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Αθανασίου Μυτιληναίου με τίτλο «Πως πρέπει να είναι η ενδυμασία των αγοριών και των κοριτσιών» διαθέσιμη στο youtube.

[110] Αγ. Νικοδήμου, Χρηστοήθεια, ό. π., σελ. 89-90.

[111] Διαταγές των Αποστόλων, Βιβλίο Α’.

[112] Γρηγορίου Μοναχού, Ο τελωνισμός των ψυχών κατά την ώραν του θανάτου, εκδ. Απόστολος Βαρνάβας, σελ. 15.

[113] Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, Εκκλησία και Κορωνοϊός, ό. π., σελ. 6 και 56.

[114] Ματθ. 16, 26 «τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».

[115] Ν. Μπαλδιμτσή Ιατρού, Αρχ. Σάββα Αγιορείτου, Βίος και Πολιτεία οσίου Ιακώβου, ό.π., σελ. 301.

[116] Στα πλαίσια της «Λατρευτικής Εβδομάδας» 2026 διαβάστηκαν στον Ιερό Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης κείμενα του Καζαντζάκη.

[117] Βλ. Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου, με θέμα: «Η ζημία της ψυχής» [εκφωνήθηκε στην Ι.Μ. Κομνηνείου Στομίου Λαρίσης στις 21-9-1997].

[118] Ιερομονάχου Ισαακ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος, 2004, σελ. 304-305.

[119] Αυτόθι, σελ. 173.

[120] Οι χειρόγραφες επιστολές του Αγίου δημοσιεύθηκαν στο διαδίκτυο, στο άρθρο του Γ. Τζανάκη με τίτλο: «Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Μακρῆς περὶ Καζαντζάκη», δημοσιευμένο ενδεικτικά στην ιστοσελίδα https://orthodoxostypos.gr/ κ.α..

[121] Επ. Θεοδωρόπουλου, Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί, τόμ. Α΄, 2019, σελ. 392.

[122] Από το πλήθος των αντίθεων νομοθετημάτων που έχουν ψηφιστεί από κοσμικούς άρχοντες επισημαίνουμε ενδεικτικά τον νόμο περί εκτρώσεων (ν. 1609/1986), τον λεγόμενο πολιτικό «γάμο» (ν. 1250/1982), την λεγόμενη αναγνώριση της ταυτότητας φύλου (ν. 4491/2017) και τον λεγόμενο πολιτικό «γάμο» των ομοφυλοφίλων (ν. 5089/2024).

[123] Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος ήλεγχε τον τότε ασεβή άρχοντα της εποχής του, Ηρώδη, με την γνωστή ευαγγελική φράση «οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μαρκ. 6, 18.) και πλήρωσε το τίμημα για αυτόν τον έλεγχο, δηλαδή συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε.

[124] Αγίου Συμεών, Τα Άπαντα, ό.π., σελ. 177-178 και 209.

[125] Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος πρὸς τοὺς ἀπολιμπανομένους τῶν θείων συνάξεων […], ό.π., PG 49, 372.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία:
Kyria.theotokos@gmail.com .
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό
Kyria.theotokos@gmail.com .
Home of the Greek Bible