Κάποια φορά, που ο Πατερούλης Ευμένιος Σαριδάκης είχε μοιράσει όλα τα κεράσματα που είχε και δεν απέμενε τίποτε για να προσφέρει στον επόμενο επισκέπτη, μία κυρία τον παρατήρησε με κάποια αυθάδεια:
– Τώρα, που μοίρασες ό,τι είχες για κέρασμα, έτσι και έρθει ένας άνθρωπος, τι θα του δώσεις;
Ο Παππούλης δεν της απάντησε, απλώς χαμογέλασε.
Εκείνη την στιγμή, χτυπάει την πόρτα κι ένας νεαρός και ρωτά:
– Γέροντα, μπορώ να μπω;
Ο Γέροντας απαντά:
– Να ‘ναι ευλογημένο, έλα, έλα μέσα.
– Μισό λεπτό, απαντά ο νεαρός , φέρνοντας ένα τεράστιο κουτί, που έπιασε όλο το τραπέζι του Παππούλη.
– Τα στέλνει ο τάδε, του λέει.
Πήρε την ευχή του το παλληκάρι και έφυγε.
Άρχισε τότε η κυρία να του λέει:












