Του Γεωργίου Ἐ. Κουτάντου
Τὴ Γερόντισσα Γαλακτία τὴ γνώρισα στὰ μέσα τοῦ 2017, ὅταν πλέον ἤτανε κατάκοιτη. Τὴν ἐπισκεφθήκαμε μαζὶ μὲ τὴ σύζυγό μου Πηνελόπη, κι ἕνα φιλικὸ ζευγάρι. Βλέποντάς την ἔνοιωσα αὐτὸ ποὺ ψάλει περιχαρὴς ἡ Ἐκκλησία μας «θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ».
Τί νὰ περιγράψω; Τὴ γλυκύτητα καὶ τὴ ζωντάνια τῆς ἔκφρασης τοῦ προσώπου της; Τὴν ἀνερμήνευτη ἀκτινοβολία τῆς θωριᾶς της, τὴ διεισδυτικότητα τῶν ὀφθαλμῶν της, τὴν ἀπροσμέτρητη ἀγάπη ποὺ γέμιζε τὴν ψυχή σου μὲ μιὰ πρωτοφανὴ ἠρεμία καὶ ἀταραξία, τὴν παροιμιώδη ταπείνωσή της, τὸ θυσιαστικὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη ποὺ ἐνεργοῦσε στὴν ἀκοὴ καὶ ἀντίληψή της, ἐνῶ δὲν λειτουργοῦσε ὁ ἐγκέφαλος καὶ τὸ ἀκουστικό της σύστημα λόγω γήρατος καὶ ἀσθένειας. Κυριολεκτικὰ «πετοῦσε» ἡ γιαγιά! Καθόλου δὲν σοῦ ἔφερνε στὸ νοῦν ἕνα ἄνθρωπο βουλιαγμένο ψυχολογικά, μὲ ἀνοϊκὸ ἀπλανὲς βλέμμα καὶ ἐγκεφαλικὴ δυσκολία. Ἀλήθεια τί να περιγράψω; Τὴν ἀποτελεσματικὴ προσευχή της ποὺ προκαλοῦσε τὴν καλὴ ἀλλοίωση σὲ κάθε ἕνα ποὺ βρισκόταν κοντά της, τὴ θαυματουργική της δύναμη ποὺ θεράπευε ψυχικὰ καὶ σωματικὰ νοσημάτα, τὴ διόραση καὶ προόρασή της ποὺ τὴν ἔκαναν νὰ ὑπερβαίνει τοὺς γήινους φραγμοὺς καὶ τὴ μετέφεραν χαρισματικὰ στὸ ἄπλετο, ὅπως ἡ ἴδια ἔλεγε, καὶ στὸ ἄχρονο τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴ Γερόντισσα ὅλα ἦταν ἕνα, παρόντα, παρελθόντα καὶ μέλλοντα… Ὅλα ἦσαν διάφανα. Δὲν ὑπῆρχαν σκιές… Μπροστά της ἤσουν ἀνοιχτὸ βιβλίο… Ἦταν πνευματικὸς μαγνητικὸς τομογράφος! Δὲν μποροῦσες νὰ κρυφτεῖς…
Γεύτηκα τὴ δύναμη τοῦ διορατικοῦ καὶ προορατικοῦ της χαρίσματος, σὲ θέματα προσωπικὰ καὶ οἰκογενειακά, κι ἔχω καταγράψει μερικὲς (ὄχι ὅλα γιατὶ εἶναι ἀρκετὰ τὰ συγκλονιστηκά μου βιώματα), ἀπὸ τὶς καθοριστικὲς γιὰ μένα ἐμπειρίες ποὺ ἔζησα μαζί της. Θὰ προσπαθήσω στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν να καταθέσω κάποιες ἀπὸ αὐτὲς χωρὶς νὰ ἀναφέρομαι σὲ λεπτομέρειες, ποὺ ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι ἀχρειάστες.Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω: Μοῦ ὑπέδειξε πῶς νὰ διαχειριστῶ ἕνα γεγονὸς ποὺ μοῦ εἶχε συμβεῖ πρὸ ἑπταετίας καὶ τὸ εἶχα λησμονήσει, ποὺ εἶχε ὅμως βαθύτερη πνευματικὴ σημασία καὶ ἔπρεπε νὰ τακτοποιηθεῖ. Ὑπῆρχε κάποιος μοναχικὸς ἡλικιωμένος σὲ μιὰ περιοχὴ ποὺ σύχναζα, τὸν ὁποῖο, λόγω δυστροπίας τὸν ἀπέφευγα. Ὁπότε κάποια μέρα ἡ Γερόντισσα ἀφοῦ μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά του, ἕνα πολὺ σπάνιο ὄνομα, συνέχισε λέγοντάς μου ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν περιβάλω μὲ ἀγάπη καὶ νὰ τοῦ ἐξασφαλίζω τροφή, ἀναφέροντας καὶ ἕνα πολὺ σημαντικὸ λόγο, πέρα ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνω αὐτό…
Σὲ κάποια ἄλλη περίπτωση μοῦ εἶπε νὰ ὑπερβῶ τὴ δυσκολία ποὺ εἶχα νὰ σχετιστῶ μὲ κάποιους συγκεκριμένους ἀνθρώπους, γιατὶ ὅπως μοῦ ἐξήγησε μᾶς συνέδεε τὸ ἅγιο μύρο.