Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκ φύσεως εἶναι ἐπινοητικοί, γιατί ἀπὸ φυσικοῦ τους ξέρουν μὲ τὴ λογική τους νὰ ξεχωρίζουν τὰ πράγματα καὶ νὰ εἶναι συνετοί. Καθένας ἀπ’ αὐτοὺς ἀφοσιώνεται στὴν καλλιέργεια τῆς γῆς, στὶς δουλειὲς τῶν μεταφορῶν, σὲ κάποια τέχνη, μὲ κάποια ἐλπίδα. Ὅλοι μὲ τὴν προσδοκία κάποιων ἀγαθῶν, ποὺ θὰ ἀποχτήσουν, ὑποφέρουν μὲ προθυμία κόπους, ἱδρῶτες, κινδύνους καὶ στενοχώριες.
Ὁ γεωργὸς ἀπὸ τὴν πολλὴ σωματικὴ καταπόνηση καμπουριάζει καὶ κρατώντας στὰ χέρια ὅπλο καὶ ἀλέτρι ὑποφέρει πρόθυμα τοὺς πάγους τοῦ χειμώνα καὶ τὰ τραύματα ἀπὸ τὰ χώματα καὶ τὰ ἀγκάθια, μὲ τὴν παρηγοριὰ ὅτι οἱ πόνοι αὐτοὶ θὰ τοῦ ἀποφέρουν καρποὺς ἀργότερα.
Αὐτὸς ποὺ ἀσχολεῖται μὲ τὶς χερσαῖες μεταφορές, διαβαίνοντας ἀπὸ δύσβατα καὶ ἀπόκρημνα δρομολόγια, σὲ σκληρὰ ἐδάφη, ματώνοντας τὰ πόδια του, ὑπομένει γενναία τὸν ἱδρώτα ποὺ τὸν λούζει ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὡς τὰ νύχια, φλεγόμενος ἀπὸ τὸν καύσωνα, μὲ δίψα καὶ πείνα, γιατί ἐλπίζει στὸ κέρδος ποὺ θὰ ἀποκομίσει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁδοιπορία.
Οἱ γιατροὶ μὲ τὸ ποὺ τρυπᾶνε τὰ πρησμένα καὶ μολυσμένα τραύματα ἀνέχονται τὴ δυσωδία καὶ πιάνοντας μὲ τὰ χέρια τους τὶς ἀκαθαρσίες καὶ τὰ ὑγρά τῆς κοιλιᾶς καὶ τῶν ἐντέρων δὲν δυσανασχετοῦν, γιατί αὐτὸ τὸ ὑφίστανται χάριν τῆς ὑγείας τῶν ἀσθενῶν καὶ τοῦ δικοῦ τους ὀφέλους.
Οἱ ναυτικοί, ἐγκαταλείποντας τὴ στεριὰ καὶ σχίζοντας τὰ γαλανὰ καὶ ἁλμυρὰ νερὰ τῆς θάλασσας μὲ ὑπομονὴ ἀντιμετωπίζουν τὴ σφοδρότητα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων καὶ τὴν ἀφάνταστη θαλασσοταραχή, τὸ τέντωμα τῶν σκοινιῶν καὶ τοὺς φοβεροὺς τριγμοὺς τῶν καταρτιῶν καὶ τὰ μανιασμένα ὁρμητικὰ κύματα, ποὺ χτυπᾶνε καὶ χαλάει ὁ κόσμος ἀπὸ τὴ βουή, καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν ἐλπίδα γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ τὸν πλοῦτο ποὺ προσδοκοῦνε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταξίδι.
Ὅλοι οἱ παραπάνω ποὺ ἀνέφερα καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὑπομένουν κόπους καὶ κινδύνους μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπιτύχουν ἕνα προσωρινὸ ὄφελος.