Άγιος Νήφων, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Κατά το έτος 1916, αδελφέ Λάζαρε [διήγηση του μοναχού Βησσαρίωνα Διονυσιάτη στον π. Λάζαρο Διονυσιάτη], όταν διωρίσθηκα οικονόμος στον μύλο των Μαριανών (μετόχιον εν Χαλκιδική), έφθασα στην Δάφνη μ’ ένα βαποράκι της συγκοινωνίας, νομίζω πως το έλεγαν «Ελένη».
Μετά από εκεί με άλλο πλοιάριο, αφού εφθάσαμε στο ακρωτήριο της Συκιάς, στα Καρτάλια, όπου σταυρώνονται όλοι οι αέρηδες, αχ αδελφέ μου! εκινδυνεύσαμε να πνιγούμε από την μεγάλη φουρτούνα.
Έβλεπες το καϋμένο το βαποράκι και το χόρευε η θάλασσα, σαν ένα καρυδόφλουδο. Έβλεπες την πλώρην του μια στο βάθος και μια στο ύψος, στον αέρα τριζοκοπούσε ολόκληρο και έλεγες τώρα να σπάση και να κομματιασθή.
Όλοι οι επιβάτες τα χρειάσθηκαν, όλοι έβλεπαν τον κίνδυνον, τον θάνατον να πω, που μας εκύκλωνε.
Άκουες φωνές, παρακάλια στην Παναγία. Κάτι γυναίκες με τα μικρά τους άρχισαν να κλαίνε, να φωνάζουν, να παρακαλούν τον Χριστό, την Παναγία… ως και αυτοί οι καπεταναίοι εφοβήθησαν.
Τότε και εγώ φοβήθηκα και προσηυχόμην όρθιος, με τα χέρια σηκωμένα προς τον ουρανόν, και φωνάζω με πίστην πολλήν μεγαλοφώνως:
– Άγιε Πατήρ ημών Νήφων, πρόφθασε και σώσε μας. Άγιε Πατήρ ημών Νήφων, πρόφθασε και σώσε μας. Άγιε Νήφων, γλύτωσέ μας. Άγιε Νήφων, πνιγόμαστε, σώσε μας!
Γυναίκες, άνδρες, καπεταναίοι, όλοι με ακούγανε εκστατικοί.

