Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε καὶ κυρίως οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν Νηπτικὴ Πατερικὴ διδασκαλία, ὁρᾶ τὸν Δημιουργό του Θεό. Εἶναι ἡ ἐνέργεια ἐκείνη τῆς ψυχῆς, μέσῳ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς Θεανθρώπινης πορείας καὶ ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἐμπειρία διατυπώνεται καὶ ἐκφράζεται μέσῳ τῆς λογικῆς. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μᾶς τὸ λέει καθαρά: «Ὥσπερ γὰρ ὀφθαλμὸς ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς» (Ἔκδ. ἀκρ. ὀρθ. πίστ., 26,48). Ὁ δὲ Ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ «τὸν ἡγεμόνα νοῦν τὸν ὁρῶντα τὸν Θεόν» (Ὁμ. Κ´, 54).
Αὐτός, λοιπόν, ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς μολύνεται ἀπὸ τὰ μικρόβια τῆς ἁμαρτίας, τῆς παρακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐνῶ σκοπός του εἶναι νὰ κρατᾶ τὴ ἡνία τῶν λογισμῶν, ἀμαυροῦται καὶ γίνεται δέσμιος τῆς ἁμαρτίας, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ πλέον νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο στὸ νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Δημιουργό του Θεὸ καὶ νὰ μνημονεύῃ συνεχῶς τὸ Ὄνομά Του, παντοῦ καὶ πάντοτε.
Συνεπῶς, γίνεται φανερὸ ὅτι μὲ ἕνα νοῦ κολλημένο στὰ ἁμαρτωλὰ καὶ αἰσθητὰ ἐπίγεια, στὶς παρακοὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴν ἁμαρτία, ὁ ἄνθρωπος δὲν ἠμπορεῖ νὰ προσευχηθῇ ὀντολογικὰ καὶ ἄρα δὲν δύναται νὰ ἀγαπήσῃ τὸν Δημιουργό του Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Σιγὰ σιγὰ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, μὲ αἰχμαλωτισμένο τὸν νοῦ του στὰ πάθη, δένεται μὲ τὰ γήινα, μορφώνεται σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ τελικῶς κοσμικοποιεῖται καὶ ἀλλοτριώνεται. Ὡς ἀποτέλεσμα τῶν ἀνωτέρω δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ψυχὴ μὲ ἕναν τέτοιο νοῦ νὰ ἀτενίσῃ τὸν Δημιουργό της καὶ ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ ὁδηγεῖται στὸν πνευματικὸ θάνατο.








