Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:

Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2021

Ἡ ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας καί τά ἄτακτα πάθη Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου .Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης




Βρισκόμενοι στήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους, μελετᾶμε τά Πνευματικά Γυμνάσματα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τά ὁποῖα ἔχουν μεταξύ τῶν ἄλλων καί κάποιες μελέτες πού βοηθᾶνε στήν αὐτοεξέταση, ἡ ὁποία πρέπει νά γίνεται συνεχῶς ἀπό τόν πιστό, ἔτσι ὥστε νά διαπιστώνει ἄν βαδίζει σωστά, σέ τί ὑστερεῖ, ἄν μετανοεῖ καί ἄν ὄντως κάνει σωστή ἐξομολόγηση. Πολλές φορές χρειάζεται ὁ χριστιανός νά κάνει, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν μία καλή γενική ἐξομολόγηση, γιατί πολλές φορές ξεφεύγουν πράγματα. Ἀλλά καί μέ τή βοήθεια αὐτῆς τῆς ἐξομολόγησης, πού ὁ Ἅγιος Πορφύριος τήν ὀνόμαζε «θεία ψυχανάλυση», βαθαίνει πιό πολύ τό αἴσθημα τῆς μετανοίας, τό ὁποῖο πρέπει νά ἔχουμε συνεχῶς. 

Σήμερα, λοιπόν, θά δοῦμε μία ἐξέταση, πού ἔχει ὁ Ἅγιος στά Πνευματικά Γυμνάσματα, ἐπάνω εἰς τήν «ἐπιθυμία πού ἔχεις γιά νά σώσεις τήν ψυχή σου»[1], ὅπως τό ἐπιγράφει. Δηλαδή, κατά πόσο ὄντως θέλουμε νά σωθοῦμε. Θά πεῖ κανείς, «Αὐτό δέν θέλουμε; Τί ἄλλο θέλουμε;..». Ἀλλά λέει ὁ Ἅγιος, νά τό ἐξετάσεις αὐτό, εἶναι ὄντως ἐπιθυμία μεγάλη, ἔντονη, ὁλοκληρωμένη, ἀληθινή μέσα σου αὐτή ἡ ἐπιθυμία νά σωθεῖς; Ἤ μήπως ἁπλῶς τό λές «μακάρι νά σωθοῦμε!». 

«Πρῶτον, ἐξέτασε ἀδελφέ, τήν ἐπιθυμία ὅπου ἔχεις γιά τή σωτηρία σου, ἐπειδή στίς μεγάλες καί δύσκολες πράξεις, πρέπει νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος καί μία μεγάλη ἐπιθυμία» καί ἡ πιό δύσκολη καί μεγάλη πράξη βεβαίως εἶναι ἡ σωτηρία μας. Θά πρέπει, λοιπόν, ἀνάλογα μέ τό μέγεθος τῆς πράξεως νά εἶναι καί ἡ ἐπιθυμία μας. Καί ἄν εἶναι ὄντως μεγάλη ἡ ἐπιθυμία μας, τότε θά ἔχουμε, λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος, «εὐτυχές καί τό τέλος, διότι διαφορετικά δέν νικᾶ ὁ ἄνθρωπος τά ἐμπόδια πού τοῦ ἀντιστέκονται στό νά ἐπιτύχει τό τέλος πού ἐπιθυμεῖ»[2]. Γιατί, ὅσο πιό δύσκολο εἶναι τό κατόρθωμα, τόσο πιό μεγάλα εἶναι τά ἐμπόδια καί γιά νά ὑπερνικηθοῦν χρειάζεται καί μεγάλη ἐπιθυμία. Δές λοιπόν, πόσο μεγάλη ἐπιθυμία ἔχεις γιά τή σωτηρία σου; 

«Δεύτερον, ἐξέτασε τήν ἐπιθυμία πού ἔχεις γιά τή σωτηρία σου: α) ἐάν εἶναι τόσο δυνατή πού νά σέ παρακινεῖ στά καλά ἔργα∙ διότι μία ἐπιθυμία καί θέλησις πού δέν κάμνει ἔργο καί ἀποτέλεσμα εἶναι νεκρά∙ καί τέτοια ἐπιθυμία εὑρίσκετο σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς ἀπό τούς ὁποίους εἶναι γεμάτος ὁ ἅδης»[3]. Μία ἐπιθυμία δηλαδή πού δέν συνοδευόταν μέ ἔργα, μία ἐπιθυμία θεωρητική, νεκρή θά λέγαμε, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος καί γιά τήν «πίστη», ἡ ὁποία λέει, ὅτι «χωρίς ἔργα εἶναι νεκρά»[4]. Πολλές φορές ἔχουμε ἐπιθυμίες, καλές ἐπιθυμίες, καλές προθέσεις, ἀλλά ἀνενέργητες, δέν τίς βάζουμε σέ πράξη. Δέν τίς κάνουμε πράξη καί αὐτό βεβαίως μετά μᾶς στερεῖ ἀπό τό ἀγαθό ἀποτέλεσμα πού θέλουμε. Τελικά δέν γίνεται τίποτε. Καί ὁ δρόμος γιά τήν κόλαση, ὅπως λένε κάποιοι, εἶναι στρωμένος μέ καλές προθέσεις! Ὅλοι ἔχουν καλές προθέσεις, ἀλλά δυστυχῶς δέν προχωροῦν πολλοί στήν πραγματοποίηση αὐτῶν τῶν προθέσεων. 

«Δεύτερον, ἐξέτασε τήν ἐπιθυμία πού ἔχεις γιά τή σωτηρία σου, ὄχι μόνο ἄν εἶναι τόσο δυνατή, ὥστε νά σέ παρακινεῖ νά κάνεις καί τά ἀνάλογα ἔργα, ἀλλά «ἄν εἶναι καί ἄκρα καί ὑπερβολική∙ διότι κατά ἀλήθεια εἶναι μεγάλη ντροπή νά ἐπιθυμεῖς μέν μέ τόση χαυνότητα καί ψυχρότητα τό αἰώνιο ἔργο τῆς σωτηρίας σου, αὐτό πού εἶναι ἀναγκαιότερο ἀπό ὅλα, ἀντίθετα δέ νά ἐπιθυμεῖς μέ τόση θερμότητα τά προσωρινά καλά, ὅπου δέν σοῦ χρησιμεύουν τίποτε»[5]. Εἶναι πράγματι ντροπή νά ἔχεις τόση μεγάλη ἐπιθυμία γιά τόσο μάταια πράγματα, πρόσκαιρα, πού δέν ἔχουν καμιά ἀξία, καί νά μήν ἐπιθυμεῖς τά αἰώνια ἀγαθά, γιά τά ὁποῖα θά ἔπρεπε νά κάνεις τό πᾶν. 

«Τρίτον, ἐξέτασε ἐάν ἡ ἐπιθυμία σου αὐτή εἶναι μοναχή», μόνη της, «δηλαδή ἐάν ἐπιθυμεῖς μόνη καί μόνη τή σωτηρία σου. Ὅλα δέ τά ἄλλα πράγματα τόσο νά τά ἐπιθυμεῖς ὅσο συμβάλλουν στή σωτηρία σου. Ὅσα δέ εἶναι ἀντίθετα στή σωτηρία σου, νά τά μισεῖς καί νά τά ἀποστρέφεσαι»[6]. Δηλαδή δέν πρέπει μόνο νά θέλεις μέ δύναμη, νά θέλεις μέ ἀκρότητα θά λέγαμε, καί μέ ὑπερβολή, ἀλλά νά εἶναι καί ἡ μόνη σου ἐπιθυμία, ἡ μόνη σου θέληση ἡ βασική καί οὐσιαστική αὐτή, τό νά θέλεις δηλαδή νά σωθεῖς, καί τίποτε ἄλλο νά μή θέλεις ἀπό τά πράγματα καί τά πρόσωπα. Τίποτε παρά μόνο αὐτά πού συμβάλλουν στή σωτηρία σου. Καί ὅσα εἶναι ἀντίθετα σ’ αὐτήν, καταστάσεις, πράγματα κ.λ.π. νά τά μισεῖς καί νά τά ἀποστρέφεσαι. 

«Τρίτον, ἐξέτασε τήν ἀρχή τῆς ψυχρότητος ὅπου ἔχεις στήν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας σου, ἡ ὁποία εἶναι..», γιατί ἔχεις ψυχρότητα, εἶσαι ἀδιάφορος ὡς πρός τό θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς σου; «Γιατί νομίζεις ὅτι ἡ σωτηρία σου εἶναι μία πραγματεία πολύ εὐκολοκατόρθωτη». Νομίζεις ὅτι εἶναι κάτι πολύ εὔκολο. «Καί αὐτό ζητάει μέ πολλή φροντίδα ὁ διάβολος». Αὐτό θέλει, νά πιστεύεις ὅτι εἶναι κάτι πολύ εὔκολο. Ὅλο αὐτό πού θέλεις ὅτι θά τό καταφέρεις πολύ εὔκολα, γιατί αὐτό θέλει νά ριζώσει στόν νοῦ σου, ὅτι δέν εἶναι τίποτα… ὅλοι θά σωθοῦμε… εὔκολα πράγματα… «Ἀπό αὐτό σοῦ προξενεῖ τήν ὀκνηρία καί ὅλα τά ἐπίλοιπα πάθη. Ἀλλά τά λόγια καί ἡ ζωή τῶν Ἁγίων, καί πολύ περισσότερο ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἀναγκάζουν νά θεωροῦμε τή σωτηρία μας πάρα πολύ δύσκολη»[7]. 

Καί λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος: Ποιά εἶναι τά αἴτια πού δυσκολεύουν τή σωτηρία μας; Καί ἔχει μία ὡραία ὑποσημείωση καί λέει εἶναι τά ἑξῆς: «α) εἶναι ἡ προπατορική ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἔφθειρε τήν φύση μας καί γι’ αὐτό κλίνουμε ἐσωτερικά στήν ἁμαρτία. β) Εἶναι ἡ κατάσταση στήν ὁποία γενώμεθα, κατά τήν ὁποία τά ἄλογα πάθη προλαμβάνουν τοῦ λογικοῦ καί ἕως ὅτου θά ἔλθωμεν εἰς τήν ἕξη καί διάκριση τοῦ λογικοῦ, ζῶμεν μέ μόνας τάς ἀλόγους αἰσθήσεις, οἱ ὁποῖες ὡς κύριον καλόν κρίνουν πώς εἶναι τό ἡδονικόν σ’ αὐτές καί ὡς κύριον κακόν αὐτό πού εἶναι ἀηδές (ἀηδιαστικό) στίς αἰσθήσεις». Προλαβαίνουν τά ἄλογα πάθη, τό λογικό, τό ὁποῖο ὅταν εἴμαστε μικροί, μικρά παιδιά, δέν ἔχει αὐτή τήν διάκριση καί αὐτή τήν ἕξη, ὥστε νά μπορεῖ νά διακρίνει σωστά τά πράγματα καί ποιό εἶναι ἀληθινά καλό καί ποιό εἶναι ἀληθινά κακό, καί ταυτίζουμε τό καλό μέ τό ἡδονικό, μέ αὐτό πού δίνει εὐχαρίστηση στίς αἰσθήσεις καί τό κακό μέ αὐτό πού εἶναι ἀηδιαστικό στίς αἰσθήσεις. Δυστυχῶς, ἔτσι λειτουργεῖ ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχή τῆς ζωῆς του. Καί τρίτον, πού μᾶς δυσκολεύει πολύ στή σωτηρία, «εἶναι οἱ προαιρετικές ἁμαρτίες στίς ὁποῖες πίτπουμε μετά τό Ἅγιο Βάπτισμα καί τό γεγονός ὅτι συνηθίζουμε σέ αὐτές»[8]. Τίς κάνουμε πολλές φορές, ὁπότε γίνονται συνήθεια, γίνονται πάθη, καί αὐτά τά πάθη, αὐτές οἱ κακές συνήθειες πάρα πολύ μᾶς δυσκολεύουν στή σωτηρία μας. 

Ὑπάρχουν καί ἄλλα πράγματα πού γίνονται ἐμπόδια στή σωτηρία μας. «δ) Εἶναι ἡ φυσική ἀσθένεια καί τό βάρος καί ἡ χρεία τοῦ μοχθηροῦ τούτου σώματος. ε) Οἱ περιστατικές ἀρρώστιες καί τά νοσήματα καί τά γηρατειά τοῦ ἰδίου σώματος. στ) Ὁ ἄωρος (ὁ πρόωρος) θάνατος. ζ) Ὁ παντοτινός καί δυνατός πόλεμος πού μᾶς κάνουν οἱ δαίμονες διά τῶν λογισμῶν καί τῶν παθῶν καί τῶν προλήψεων. η) Οἱ καταδρομές τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων. θ) Οἱ περιστατικές ἀνωμαλίες τῶν καιρῶν. ι) Ἡ ἔλλειψη τῶν καλῶν παραδειγμάτων καί διδασκάλων τῆς ἀρετῆς καί ἡ ἔλλειψη τῆς γνώσεως καί τῆς διακρίσεως. ια) Ἡ αὔξηση τῶν παραδειγμάτων τῆς κακίας καί τῆς ἀγνωσίας καί τῆς ἀδιακρισίας, ιβ) καί πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ τρεπτότης καί ἀλλοίωσις τῆς προαιρέσεώς μας, κατά τήν ὁποία σέ μιά στιγμή εἴμαστε στόν παράδεισο καί σέ μιά ἄλλη στιγμή μποροῦμε νά χάσουμε τόν παράδεισο καί νά καταντήσουμε στόν ἅδη»[9]. Πολύ εὔκολα τρεπόμεθα, ἀνατρεπόμεθα. Ἐκεῖ πού πᾶμε καλά, πλέον δέν πᾶμε καλά. Γι’ αὐτό χρειάζεται μεγάλη-μεγάλη προσπάθεια γιά νά ξεπεράσουμε ὅλα αὐτά τά πάθη. 

«Ὅλα αὐτά», λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, «μπορεῖ νά τά νικήσει μιά προθυμία ψυχῆς καί μιά προσοχή τοῦ νοός καί μιά ἀνδρεία προαίρεσις», ὅταν θέλει ὁ ἄνθρωπος μέ ἀνδρεία καί προχωράει μέ ἀνδρεία στόν πνευματικό ἀγώνα. «Γι’ αὐτό εἶναι πάντοτε ἀνάγκη νά προσέχουμε, νά βιάζουμε τόν ἑαυτό μας», νά εἴμαστε πρόθυμοι στόν πνευματικό ἀγώνα, «καί μόλις καί μετά βίας ἔτσι θά ἐπιτύχουμε τή σωτηρία μας μέ τή Χάρη τοῦ Χριστοῦ». Βλέπουμε λοιπόν ἀπό τά λόγια καί τή ζωή τῶν Ἁγίων μας ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι πολύ δύσκολη καί «γι’ αὐτό πρέπει νά σπουδάζουμε», δηλαδή μέ προθυμία νά ὁρμοῦμε, νά τρέχουμε πρός αὐτήν καί γι’ αὐτήν, «μέ πολλή ἐπιμέλεια, συλλογιζόμενοι πάντοτε ὅλα τά ἐπίλοιπα ὡς οὐδέν»[10], ὅλα τά ἄλλα ὅτι εἶναι ἕνα τίποτα. Πάνω ἀπό ὅλα καί πρῶτα ἀπό ὅλα καί θά λέγαμε μόνο αὐτό θά πρέπει νά κοιτᾶμε, τήν σωτηρία μας. Καί ὅλα τά ἄλλα μέ γνώμονα αὐτό, ἄν μᾶς βοηθᾶνε στή σωτηρία ἤ ὄχι. 

«Τέταρτον, ἐξέτασε ποιά μέτρα μεταχειρίζεσαι γιά νά σωθεῖς∙ ποιά ἔργα προκοπῆς προσθέτεις γιά νά βάλεις σέ περισσότερη ἀσφάλεια τήν σωτηρία σου καί ἄν φυλάττεις ὅλα αὐτά εἰς τό ἐρχόμενον», δηλαδή τά κρατᾶς συνεχῶς, «καί μάλιστα ὅταν βρίσκεις δυσκολία στό νά κάνεις τό καλό γιά τήν συνήθεια καί τήν ἕξη πού ἔλαβες εἰς τό κακό∙ ἤ ἄν συμπεραίνεις γιά νά κάνεις τά καλά προσμένοντας νά τά κάνεις τήν ὥρα τοῦ θανάτου σου». Δηλαδή δέν ἀσχολεῖσαι τώρα. Λές, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα, στό τέλος τῆς ζωῆς μου, στήν ὥρα τοῦ θανάτου θά τά κάνω καί θά σωθῶ. Ἀλλά εἶναι τόσο ἀβέβαιη ἡ ὥρα τοῦ θανάτου καί ἔχει τόσα ἐμπόδια, πού δέν πρέπει νά τό σκέφτεσαι αὐτό. Μήν ἀφήνεις ποτέ γιά μετά, καί μάλιστα γιά τήν ὥρα τοῦ θανάτου σου, τήν μετάνοια καί τά πνευματικά γιά τή σωτηρία σου. Πέμπτον, «ἐξέτασε σέ ποιούς κινδύνους βρίσκεσαι νά χάσεις τή ζωή σου. 

Δεύτερον, ἀνίσως καί πηγαίνεις γυρεύοντας μόνος σου τίς ἀφορμές νά χάσεις τόν παράδεισο, ἐκεῖ ὅπου πρέπει νά τά ἀποφεύγεις ὡς ἀπό πυρός». Δηλαδή βάζεις μόνος σου τόν ἑαυτό σου σέ πειρασμό. Δέν ἐμποδίζεις, δέν ἀποφεύγεις τά αἴτια τῆς ἁμαρτίας. Πηγαίνεις γυρεύοντας γιά νά κολαστεῖς. «Τρίτον, ἀνίσως καί σοῦ φαίνεται πώς εἶσαι σέ ἀσφάλεια ὅταν βρίσκεσαι πολύ καιρό σέ καμιά θανάσιμη ἁμαρτία ἀνεξομολόγητος, ἐκεῖ ὅπου πρέπει νά τρέμεις ὅλος πηγαίνοντας μία καί μόνο φορά νά κοιμηθεῖς ἔτσι ἀνεξομολόγητος μέ αὐτή τήν ἄθλια κατάσταση καί ζῶντας ἀμέριμνος, ὡσάν νά ἦταν ἡ ψυχή σου ψυχή ἑνός ἀλόγου ζώου ἤ ἑνός θανατηφόρου ἐχθροῦ σου»[11]. Ἐξέτασέ το καί αὐτό, μήπως ἁμαρτάνεις καί δέν τρέχεις ἀμέσως νά ἐξομολογηθεῖς. Τό ἀφήνεις, κοιμᾶσαι σάν νά μή συμβαίνει τίποτα, τήν στιγμή πού θά ἔπρεπε, λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, οὔτε μία νύχτα νά μήν ἀντέχεις νά κοιμηθεῖς ἔχοντας αὐτή τή θανάσιμη ἁμαρτία ἀνεξομολόγητη. Καλύτερα νά τρέξεις μέσα στή νύχτα νά ἐξομολογηθεῖς εἰ δυνατόν, παρά νά κοιμᾶσαι μέ αὐτή τήν ἐνοχή τῆς βαριᾶς ἁμαρτίας, σάν νά εἶσαι, λέει ὁ Ἅγιος, ἕνα ἄλογο ζῶο ἤ ἕνας θανατηφόρος ἐχθρός νά εἶναι ὁ ἑαυτός σου, ἡ ψυχή σου. 

Ἕκτον, «ἐξέτασε ἀνίσως καί βγάλεις ἀπό τό μέσον ὅλα ὅσα μποροῦν νά γίνουν ἐμπόδια στή σωτηρία σου». Τό κάνεις αὐτό; Ὅ,τι στέκεται ἐμπόδιο, τό ἀποφεύγεις, τό ἀφαιρεῖς, τό κόβεις ἀπό τή ζωή σου; Ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, «ἄν σέ σκανδαλίζει τό δεξί σου χέρι, τό δεξί σου μάτι κ.λ.π. πρέπει νά τό κόψεις, νά τό βγάλεις. Καλύτερα χωρίς αὐτό στόν παράδεισο, παρά μαζί μέ αὐτό στήν κόλαση»[12]. Κοίταξε λοιπόν, ἄν ἀποφεύγεις, ἄν κόβεις ἀπό τή ζωή σου ὅλα ὅσα σέ ἐμποδίζουν στή σωτηρία σου. Καί ποιά εἶναι αὐτά; Εἶναι «οἱ φιλίες καί οἱ ἀρέσκειες τῶν ἀνθρώπων», τί ἀρέσει στούς ἀνθρώπους. Μά, ἅμα κάνεις ὅ,τι ἀρέσει στούς ἀνθρώπους.. οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι ἀρέσκονται στό πονηρό, στό κακό. «Ὁ κόσμος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[13]. Ἄν προσπαθεῖς νά κρατήσεις φίλους, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι ἀντίθετοι μέ τόν Θεό, μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἠθική κ.λ.π. αὐτά ὅλα γίνονται ἐμπόδια στή σωτηρία σου. Θά πρέπει νά τά κόψεις, φιλίες, ἀνθρωπαρέσκειες, «οἱ φιλοπλουτίες», οἱ ἀγάπες γιά τόν πλοῦτο, «καί μάλιστα οἱ φιλοδοξίες καί οἱ φιληδονίες»[14], ν’ ἀγαπᾶς τή δόξα καί τίς ἡδονές. Ὅλα αὐτά πρέπει νά τά κόψεις, ἄν θέλεις νά σωθεῖς. Εἶναι ἐμπόδια, ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι φιλόπλουτος, εἶναι φιλήδονος, εἶναι φιλόδοξος, κολλάει στή γῆ, στό χῶμα, στή γνώμη τῶν ἀνθρώπων καί δέν μπορεῖ νά πετάξει, νά πάει στόν Θεό. 

«Ἄν θέλουμε νά μιλήσουμε καθολικῶς (γενικῶς)», λέει ὁ Ἅγιος, «δύο εἶναι τά μεγάλα ἐμπόδια στή σωτηρία: ἡ ὑπερηφάνεια -πρῶτον- καί ἡ ζωή πού εἶναι δοσμένη στίς ἡδονές», πού ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται μόνο πῶς θά εὐχαριστηθεῖ σαρκικά-σωματικά, καί πῶς θά ἱκανοποιήσει τήν ὑπερηφάνειά του. «Ἡ ὑπερηφάνεια ἐμποδίζει αὐτή τήν ἴδια τή Θεία Χάρη», γιατί ὅπως λέει ὁ Κύριος, «ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται»[15]. Εἶσαι ὑπερήφανος; Δέν πρόκειται νά πάρεις Χάρη! «Ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[16]. «Ἡ τρυφηλή ζωή», ἡ φιλήδονη ζωή, «μᾶς ἐμποδίζει τήν συνέργεια»[17], δέν μᾶς ἀφήνει νά συνεργαστοῦμε μέ τόν Θεό, ἔτσι ὥστε νά λάβουμε τή Θεία Χάρη. Γιατί δέν σέ ἀφήνει; Γιατί σέ κολλάει στή γῆ, στό χῶμα, στή σάρκα, σοῦ δένει τά χέρια, τήν προθυμία γιά τό καλό, γιά τόν Θεό, γιά τήν προσευχή, γιά τήν ἀκολουθία. Ὁ φιλήδονος, ὁ φιλόζωος, ὁ φιλόσαρκος, ὁ φιλόδοξος, πολύ δύσκολα θά νηστέψει, θά ἐκκλησιαστεῖ, θά προσευχηθεῖ, θά κάνει αὐτά πού χρειάζονται γιά τή σωτηρία του. Δέν συνεργάζεται δηλαδή μέ τή Θεία Χάρη, τήν ὁποία μπορεῖ νά πάρει μέσα στήν ἁγία μας Ἐκκλησία μέ τό Ἅγιο Βάφτισμα, μέ τό Ἅγιο Χρίσμα, μέ τήν ἁγία ἐξομολόγηση, μέ τήν Θεία Κοινωνία. Μπορεῖ νά εἶναι βαφτισμένος, ἀλλά τήν ἔχει τή Χάρη αὐτή ἀπενεργοποιήσει. Ἡ φιληδονία, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλαυτία γενικά, λειτουργεῖ ὡς μπάζα, λειτουργεῖ ὡς ἕνα μέγα ἐμπόδιο, ἕνα ὑλικό τό ὁποῖο καλύπτει αὐτή τήν φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἄναψε μέ τό Ἅγιο Βάφτισμα μέσα μας. 

«Καθώς αὐτά τά δύο», τήν ὑπερηφάνεια δηλαδή καί τήν φιληδονία, τήν τρυφηλή ζωή, «τά εἶχαν καί ἐκεῖνοι οἱ ταλαίπωροι οἱ Σοδομῖται» καί ἔγιναν μέγιστο ἐμπόδιο στή σωτηρία τους, «καί τό μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός διά τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ». Λέει στό δέκατο ἕκτο κεφάλαιο, τεσσαρακοστό ἔνατο στίχο: «ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος…. τοῦτο τό ἀνόμημα Σοδόμων τῆς ἀδελφῆς σου», αὐτό ἦταν ἡ ἁμαρτία τῶν Σοδομιτῶν, «ἡ ὑπερηφανία -πρῶτον καί- ἐν πλησμονῇ ἄρτων καί ἐν εὐθηνίᾳ οἴνου ἐσπατάλων»[18]. Καί τό δεύτερο, σπαταλοῦσαν τρώγοντας ἄφθονα φαγητά. Ἐν πλησμονῇ ἄρτων, ὄχι μόνο ψωμί. Καλοπερνοῦσαν, τρώγανε ἀπό ὅλα ἄφθονα, ὑπερβολικά, γαστρίμαργα καί λαίμαργα. Καί σπαταλοῦσαν κιόλας, πετοῦσαν κιόλας! Τά δύο μέγιστα ἐμπόδια λοιπόν τά διώχνεις ἀπό τή ζωή σου; Ἐξέτασέ το. Τήν ὑπερηφάνεια καί τήν τρυφηλή ζωή, τήν φιληδονία. 

Ἕβδομο: «ἐξέτασε ἐάν ἔχεις καμία γνώμη ὁλοτελῶς ἐναντία στή σωτηρία σου». Καί ἐδῶ εἶναι κάτι πολύ σπουδαῖο. Μᾶς εἶπε προηγουμένως γιά τήν ὑπερηφάνεια καί τήν φιληδονία. Πρέπει νά φύγουν αὐτά καί νά ἔχουμε τά ἀντίθετα, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀσκητική ζωή, τήν ἐγκράτεια. Τώρα μᾶς λέει, πρόσεξε, μήπως ἔχεις κάποιες ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες πάρα πολύ κυκλοφοροῦν στόν κόσμο καί οἱ ὁποῖες γίνονται μέγα ἐμπόδιο στή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ποιές εἶναι αὐτές; Μιά πρώτη ἀντίληψη εἶναι «νά λογαριάζεις», νά σκέφτεσαι, «ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός καί ἑπομένως μπορεῖς ἐσύ νά ἁμαρτάνεις χωρίς φόβο, ἐπειδή καί ἡ ἀγαθότητα καί ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν θά Τόν ἀφήσουν νά σέ κολάσει»[19]. Πόσοι ἄνθρωποι τό λένε αὐτό; Ὁ Θεός εἶναι καλός, δέν πρόκειται νά κολάσει κανέναν!.. τί μᾶς λές τώρα;.. θά μᾶς σώσει ὅλους!… Πλάνη, μεγάλη πλάνη! Ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός βεβαίως, ἀλλά εἶναι καί δίκαιος. Εἶναι ἀγάπη ἀλλά εἶναι καί δικαιοσύνη καί θά ἀποδώσει στόν καθένα κατά τά ἔργα του. 

Ἄλλη ἀντίληψη: «Ὅτι μπορεῖς νά ζεῖς κατά τήν ὄρεξή σου καί φτάνει μόνο ἐάν μετά ἀπό αὐτά ὅλα ἐξομολογηθεῖς», καί τελείωσαν ὅλα, εἶσαι ἐντάξει ἀφοῦ ἐξομολογήθηκες! Ὄχι, θά πρέπει καί νά διορθωθεῖς. Νά κάνεις καί καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας. Πηγαίνανε στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί ἐξομολογοῦνταν καί τούς ἔλεγε, «γεννήματα ἐχιδνῶν»[20]! Γεννήματα ὀχιῶν, τί ἤρθατε νά πεῖτε; «Ποιῆστε καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας»[21]. Δεῖξτε τήν μετάνοιά σας ὄχι μέ τά λόγια μόνο, ἀλλά καί μέ τούς καρπούς, μέ τά ἔργα, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ἀνεξικακία, μέ τήν συγχωρητικότητα, μέ τήν ταπεινοφροσύνη, μέ τήν πραότητα, μέ τήν ἀγάπη. 

Ἄλλη ἀντίληψη: «ἄν δέν κάνεις ἐκδίκηση στόν ἐχθρό σου, οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι σέ καταφρονοῦν», σέ κοροϊδεύουν, σοῦ λένε ὅτι δέν ξέρεις νά μιλήσεις, σέ λένε ὅτι εἶσαι ἀνόητος «καί σέ θεωροῦν γιά ἕνα τίποτα», γιά ἕνα σκουπίδι. Ἄλλη ἀντίληψη: «ὅτι ὁ Θεός θέλει τόν ἄνθρωπο νά εἶναι ἁμαρτωλός, ὅμως νά εἶναι ταπεινός»[22]. Πολύ δαιμονική αὐτή ἡ ἀντίληψη. Καί δυστυχῶς τό λένε καί κάποιοι ἱερεῖς αὐτό κιόλας, καί ἀρχιερεῖς.. λέει «καλύτερα νά εἶσαι στήν ἁμαρτία, γιά νά εἶσαι ταπεινός, παρά νά μήν κάνεις ἁμαρτία καί νά ἔχεις ὑπερηφάνεια..»! Ἄν εἶναι δυνατόν! Δηλαδή, ἄν δέν κάνουμε ἁμαρτία, ὁπωσδήποτε θά εἴμαστε ὑπερήφανοι; Θά προσέξεις, δέν θά κάνεις ἁμαρτία καί δέν θά εἶσαι καί ὑπερήφανος. Πολύ δαιμονική αὐτή ἡ ἰδέα.. ἄφησε νά εἶσαι στήν ἁμαρτία, ἄφησε τόν ἑαυτό σου, τά ἔνστικτά σου.. γιά νά εἶσαι καί ταπεινός… Ἄν εἶναι δυνατόν! Κι ὅμως κυκλοφοροῦν αὐτά πάρα πολύ. 

«Καί ἀκόμα, πώς πρέπει νά ξεφαντώνεις», ἄλλη ἰδέα πού ἐμποδίζει στή σωτηρία, ὅπως καί οἱ προηγούμενες, «πώς πρέπει νά ξεφαντώνεις καί νά χαρεῖς τώρα πού εἶσαι νέος καί ὕστερα μετανιώνεις καί σώζεσαι», ὅταν γεράσεις καί εἶσαι στά τελευταῖα σου.. Ζῆσε τή ζωή σου τώρα! «Καί ἄλλες ἀκόμα παρόμοιες γνῶμες ἀντίθετες τοῦ Εὐαγγελίου καί ἑπομένως ἀπατηλές καί πεπλανημένες, πού τίς σπέρνει ὁ διάβολος στόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου γιά νά τόν ὁδηγήσει στήν ἀπώλεια». Πάρα πολλές τέτοιες ἰδέες κυκλοφοροῦν. «Ἐσύ ὅμως, πρέπει νά τίς φοβᾶσαι αὐτές τίς ἰδέες, ὅπως φοβᾶσαι καί τόν ἴδιο τόν διάβολο. Διότι, ἀνίσως καί ἡ θέληση μονάχα διαφθαρεῖ, μπορεῖ ὁ νοῦς ὡς ἀνώτερος νά τήν διορθώσει μέ τόν ὀρθό λογαριασμό»[23]. Ἔχουμε τρεῖς δυνάμεις. Ἔχουμε λογιστικό, θυμικό, ἐπιθυμητικό. Ἄν ἐσύ τώρα διαφθαρεῖς κατά τήν ἐπιθυμία, κατά τή θέληση, κατά τήν βούληση, καί ρέπει ἡ θέλησή σου στό κακό, λειτουργεῖ ὅμως σωστά ὁ νοῦς σου, μπορεῖς νά βάλεις ἕνα φρένο στή θέληση, στήν ἐπιθυμία καί στόν θυμό καί νά πεῖς, στάσου, δέν εἶναι σωστό αὐτό. Νά λειτουργήσει ὁ νοῦς ὡς κυβερνήτης, πού πρέπει νά εἶναι κυβερνήτης, ἐπειδή σκέφτεται σωστά, ὅταν σκέφτεται σωστά, καί νά χαλιναγωγήσει τήν διεφθαρμένη βούληση, τήν διεφθαρμένη θέληση. 

«Ἐάν ὅμως διαφθαρεῖ ὁ νοῦς», ἐδῶ εἶναι τό μέγα δυστύχημα, «ἐπειδή εἶναι ἀνώτερος ἀπό ὅλα καί ἔχει τέτοιες προλήψεις», ἀπό τίς ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἶναι ἀνώτερος ὁ νοῦς καί εἶναι ὁ κυβερνήτης, ἄν λοιπόν διαφθαρεῖ ὁ κυβερνήτης μέ αὐτές τίς πλανημένες ἰδέες, πού εἴπαμε προηγουμένως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι καλός, θά μᾶς σώσει ὅλους, ὅτι μπορεῖς νά ζεῖς κατά τήν ὄρεξή σου καί μετά φτάνει μόνο νά ἐξομολογηθεῖς καί εἶσαι ἐντάξει, ὅτι ἄν δέν ἐκδικεῖσαι τόν ἐχθρό σου, θά σέ κοροϊδεύει ὁ κόσμος, ὅτι νά εἶσαι ἁμαρτωλός, ἀλλά νά εἶσαι ταπεινός καί εἶσαι ἐντάξει, ὅτι νά χαρεῖς τή ζωή σου τώρα πού εἶσαι νέος καί μετά ὅταν γεράσεις, τότε νά μετανιώσεις καί πολλές ἄλλες παρόμοιες.. ἄν λοιπόν ἔχει διαφθαρεῖ ὁ νοῦς μέ ὅλα αὐτά, «τότε, ποιός θά βρεθεῖ νά διορθώσει τόν ἄνθρωπο; Ἤ ποιά μπορεῖ νά εἶναι ἡ -θεραπεία του- ἡ ἰατρεία του; «Εἰ τό φῶς τό ἐν σοί σκότος», πῶς λέει ὁ Κύριος, «τό σκότος πόσον;»[24]»[25]. Πόσο σκοτάδι θά ἔχει ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι σκοτισμένος ὁ νοῦς του πού εἶναι τό φῶς του; Εἶναι τό μάτι τῆς ψυχῆς ὁ νοῦς. Ὅταν λοιπόν τό μάτι βλαφτεῖ, τυφλωθεῖ, ὅλος ὁ ἄνθρωπος εἶναι τυφλός. «Ἐάν σταθεῖ ὁ πρῶτος τροχός τοῦ ὡρολογίου, ποιός ἄλλος τροχός μπορεῖ πλέον νά κινηθεῖ;»[26]. Ὁ πρῶτος τροχός εἶναι ὁ νοῦς. Ἄν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου διαφθαρεῖ, τότε διαφθείρεται ὅλος ὁ ἄνθρωπος, διαφθείρεται καί ἡ βούληση καί ἡ θέληση καί ἡ ἐπιθυμία, ὅλη ἡ ψυχή. Καί συνάμα μέ τήν ψυχή καί τό σῶμα. 

«Ἄν τό μάτι τυφλωθεῖ, πού εἶναι τό ἀνώτερο μέλος τοῦ σώματος, ποιό πλέον θά ὁδηγήσει ὀρθῶς τά κατώτερα μέλη τοῦ σώματος;». Ὅλο τό σῶμα σκοντάφτει, πέφτει, συντρίβεται. «Λοιπόν, ἐξέτασε μέ ἀκρίβεια καί μάθε τά ἐλαττώματά σου σέ μία ὑπόθεση τόσο μεγάλη καθώς εἶναι ἡ σωτηρία σου». Δές ἀληθινά: Θέλεις τή σωτηρία σου; Κι ἄν τό θέλεις πραγματικά, θά τό ἀποδείξεις ἀπαντώντας σέ ὅλες αὐτές τίς ἐρωτήσεις, ἐξετάζοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο τόν ἑαυτό σου, πού εἴπαμε προηγουμένως. «Συλλογίσου τίς ἀφορμές οἱ ὁποῖες σέ παρακινοῦν ἤ μᾶλλον σέ ἀναγκάζουν νά διορθωθεῖς, καί καθώς στίς προλαβοῦσες μελέτες σοῦ φανερώσαμε. Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί ὁ Θεός ἔκανε τόσα γιά νά σέ σώσει, παρακάλεσέ Τον θερμά νά σοῦ δώσει τή χάρη Του καί νά σέ φωτίσει νά μήν ἐμποδίσεις ἐκ μέρους σου τή σωτηρία σου, ἀλλά νά συνεργήσεις μέ ὅλη τήν προθυμία γιά νά σώσεις μιά ψυχή, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἄλλου, ἀλλά εἶναι ἡ δική σου ψυχή, ἡ ὁποία δέν εἶναι δύο, ἀλλά μία μονάχα∙ καί ἡ ὁποία δέν εἶναι θνητή καί προσωρινή, ἀλλά παντοτινή καί ἀθάνατη. «Σῴζων σῷζε τήν σεαυτοῦ ψυχήν»[27]»[28]. 

Ἐξέτασε λοιπόν -ἔτσι κάνουμε μία σύντομη ἀνακεφαλαίωση- τήν ἐπιθυμία πού ἔχεις γιά τή σωτηρία σου, ἡ ὁποία θά πρέπει νά εἶναι πολύ μεγάλη, ὅσο μεγάλο εἶναι καί τό ἔργο πού εἶναι ἡ σωτηρία μας, τό μέγιστο ἔργο, ἀλλά καί τό δυσκολότερο ἔργο ἀπό ὅλα. Ἄν εἶναι δυνατή, τόσο δυνατή πού νά σέ κάνει νά ἐνεργεῖς. Νά μήν εἶναι ἁπλῶς θεωρητική. Νά σέ παρακινεῖ νά κάνεις τά σωστά, τά καλά ἔργα, γιά νά σωθεῖς. Ἄν εἶναι ἄκρα καί ὑπερβολική καί νά ξεπερνάει κάθε ἄλλη ἐπιθυμία. Τρίτον, νά εἶναι μόνη αὐτή ἐπιθυμία. Νά μή θέλεις τίποτα ἄλλο δηλαδή, παρά μόνο τή σωτηρία σου. Δές, ἐπίσης, γιατί εἶσαι ψυχρός ἀπέναντι στό θέμα αὐτό πού λέγεται σωτηρία. Μήπως ὁ διάβολος σοῦ ἔχει ρίξει τήν ἰδέα ὅτι εἶναι εὔκολη ἡ σωτηρία σου; Δέν εἶναι καθόλου εὔκολη. Ὑπάρχουν πάρα πολλά τά ὁποῖα ἐμποδίζουν τή σωτηρία μας, ὅπως εἶναι ἡ προπατορική ἁμαρτία, ἡ διεφθαρμένη κατάσταση πού κληρονομήσαμε λόγω τῆς πτώσης τοῦ Ἀδάμ. Εἶναι ἡ κατάσταση πού ἔχουμε ὅταν γεννιόμαστε, ὅπου δέν ἔχει ἀκόμα ἀναπτυχθεῖ ὁ νοῦς, ἡ λογική, καί λειτουργοῦμε μέ βάση τίς αἰσθήσεις καί θεωροῦμε καλό ὅ,τι δίνει εὐχαρίστηση στίς αἰσθήσεις καί κακό ὅ,τι εἶναι ἀηδιαστικό στίς αἰσθήσεις. Ἄλλο ἐμπόδιο εἶναι οἱ ἁμαρτίες πού κάνουμε μέ τήν προαίρεσή μας καί τά πάθη πού ἀναπτύσσονται, ὅταν οἱ ἁμαρτίες ἐπαναλαμβάνονται. Τέταρτον εἶναι ἡ φυσική ἀσθένεια καί τό βάρος καί ἡ χρεία τοῦ σώματος. Πέμπτον εἶναι οἱ περιστατικές ἀρρώστιες, τά νοσήματα, τά γηρατειά. Ἕκτο εἶναι ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται πολλές φορές σέ μικρή ἡλικία. Δέν ἔχεις πολύ χρόνο δηλαδή γιά νά διορθωθεῖς. Ἕβδομον εἶναι ὁ πόλεμος πού μᾶς κάνουν οἱ δαίμονες μέ τούς λογισμούς, μέ τά πάθη, μέ τίς προλήψεις, δηλαδή τίς προηγούμενες ἁμαρτίες. Ὄγδοον εἶναι οἱ καταδρομές τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων. Ἔνατον εἶναι οἱ ἀνωμαλίες οἱ καιρικές, πού καί αὐτές ἐπηρεάζουν τόν ἄνθρωπο, τήν ψυχή καί τό σῶμα. Δέκατο εἶναι ἡ ἀπουσία καλῶν παραδειγμάτων, διδασκάλων ἀρετῆς, διακριτικῶν ὁδηγῶν. Ἐνδέκατο εἶναι τά πολλά παραδείγματα τῆς κακίας, τῆς ἀγνωσίας, τῆς ἀδιακρισίας, πού βλέπουμε συνεχῶς γύρω μας. Καί δωδέκατο, πάνω ἀπ’ ὅλα, εἶναι ἡ δική μας ἡ τρεπτότητα, ἡ ἀλλοίωση τῆς προαίρεσής μας, τό πόσο εὔκολα ἀνατρεπώμεθα, φεύγουμε ἀπό τό καλό καί πέφτουμε στό κακό. Γι’ αὐτό δές ἄν ἔχεις ἀνδρεία ψυχῆς, ἄν ἔχεις προθυμία, ἄν ἔχεις πραγματικά μεγάλη ἐπιθυμία γιά νά σωθεῖς. Ἐξέτασε καί ποιά μέσα μεταχειρίζεσαι γιά νά σωθεῖς. Ἐξέτασε καί ποιούς κινδύνους ἀντιμετωπίζεις, μήπως πηγαίνεις μόνος σου στίς ἀφορμές τῆς ἁμαρτίας, ρίχνεις μόνος σου τόν ἑαυτό σου σέ πειρασμό. Ἐξέτασε ἐπίσης ἄν δέν ἀφαιρεῖς, ἄν δέν ἀπομακρύνεις ἀπό τήν ζωή σου κάθε ἐμπόδιο. Καί τό κατεξοχήν ἐμπόδιο εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια πρῶτον, καί ἡ τρυφηλή, ἡ φιλήδονη ζωή, ὅπως αὐτά μᾶς τά λέει καί ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅτι τά εἶχαν οἱ Σοδομῖτες, «ὑπερηφάνεια καί ἐσπατάλων ἐν πλησμονῇ ἄρτων καί ἐν εὐθηνίᾳ»[29]. 

Ἐξέτασε μήπως ἔχει διαφθαρεῖ ὁ νοῦς σου μέ ἰδέες κοσμικές, ἀντιλήψεις πλανεμένες.. πού κυκλοφοροῦν πάρα πολύ στόν κόσμο, ὅπως τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι καλός καί ὅλους θά τούς σώσει, ὅπως ὅτι πρέπει νά εἶσαι ἐκδικητικός, γιατί ἀλλιῶς θά σέ κοροϊδεύουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι πρέπει νά εἶσαι ἁμαρτωλός γιά νά εἶσαι ταπεινός, ὅτι ἀκόμα νά ξεφαντώνεις τώρα πού εἶσαι νέος γιά νά χαρεῖς τή ζωή σου καί νά ἀφήσεις τήν μετάνοια γιά τά γεράματα. Μήπως ἔχεις τέτοιες διαφθαρμένες ἰδέες καί ἑπομένως τό «μάτι» τῆς ψυχῆς ἔχει βλαφτεῖ; Μήπως εἶσαι τυφλός κατά τόν νοῦ, ὁπότε καί ὅλες σου οἱ δυνάμεις, καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, δέν μποροῦν νά κατευθυνθοῦν σωστά; «Σῴζων σῷζε τήν σεαυτοῦ ψυχήν»[30]. Πάρα πολλές λοιπόν εἶναι οἱ δυσκολίες, τά ἐμπόδια, καί πολλή προσοχή χρειάζεται. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἀπόστολος, «ἐν φόβῳ καί τρόμῳ τήν σωτηρία μας νά κατεργαζόμεθα»[31]. Νά ἀσκοῦμε ὅ,τι χρειάζεται, νά κάνουμε κάθε προσπάθεια μέ φόβο καί τρόμο, γιατί εἶναι τό σπουδαιότερο καί τό μεγαλύτερο ἔργο καί τό δυσκολότερο. 

Ἄς δοῦμε καί κάτι ἀκόμα. «Ἐξέτασις δευτέρα: Περί τῶν ἀτάκτων παθῶν. Ἐξέτασε τήν κατάσταση τῶν παθῶν σου, δηλαδή τίς ἄτακτες κινήσεις», λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, «τῆς αἰσθητικῆς σου ὀρέξεως, οἱ ὁποῖες προξενοῦν κάθε κακό στήν ψυχή, καθώς ἡ δυσκρασία τῶν χυμῶν προκαλεῖ κάθε ἀρρώστια στό κορμί. Δές, πρῶτον, ποιά πάθη βρίσκονται σέ σένα καί ποιά δύναμη ἔχουν. Δεύτερον, ἐξέτασε μήπως εἶναι κανένα πάθος ἀπό αὐτά πού νά σέ κυριεύει, νά σέ αἰχμαλωτίζει καί ὡς πόσον». Πόσο σέ κυριεύει; «Τρίτον, ἐξέτασε σέ ποιές ἁμαρτίες σέ φέρνει τόσο ἐκεῖνο τό πάθος, ὅσο καί τά ἄλλα». Δηλαδή, νά ἐντοπίσεις τό κύριο πάθος τό ὁποῖο σέ ὁδηγεῖ συνήθως στήν ἁμαρτία. «Τέταρτον, ἐρεύνησε τί λογῆς ἀντίσταση καί πόλεμο κάνεις σ’ αὐτά καί ποιά γνώμη ἔχεις γιά νά τά νικήσεις». Θέλεις νά τά νικήσεις ἤ μήπως τά ἀγαπᾶς καί τά καλλιεργεῖς; «Ἑπομένως, βάλε ὅλη σου τήν προθυμία καί τόν ἀγῶνα γιά νά τά πολεμήσεις καί νά τά νικήσεις μέ τήν συνέργεια τῆς Θείας Χάρης, καί μάλιστα ἐκεῖνα τά πάθη πού περισσότερο σέ πολεμοῦν καί σέ κυριεύουν»[32]. Ὁ καθένας λίγο-πολύ γνωρίζει ἀπό ποιά πάθη κυριεύεται. Σ’ αὐτά θά πρέπει νά δώσει τό κύριο βάρος, νά κατευθύνει τόν ἀγῶνα του. Καί βεβαίως καί τά ὑπόλοιπα θά τά πολεμάει, ἀλλά τήν κύρια προσπάθεια, τόν κύριο ἀγῶνα, θά τόν κάνει ἐναντίον αὐτῶν πού τόν ταλαιπωροῦν περισσότερο. 

«Πέμπτον, ἰδέ -δές- ἀνίσως καί φοβῆσαι τό κακό καί τήν ἀπώλεια πού μπορεῖ νά σοῦ προξενήσουν ὅλα αὐτά τά πάθη∙ καί μάλιστα, ἄν φοβᾶσαι ὅτι καί ἕνα μόνο πάθος εἶναι δυνατόν νά σέ φέρει στήν ἀπώλεια». Τό ἔχεις καταλάβει αὐτό; «Ὅπως συνέβη στόν Ἰούδα, ὅπου μόνο ἀπό φιλαργυρία χάθηκε. Καί σέ ἄλλους ἀναρίθμητους»[33]. Δέν χρειάζεται νά ἔχεις πολλά πάθη γιά νά κολαστεῖς, νά εἶσαι ἁμαρτωλός. Καί λίγο ἁμαρτωλός, καί ἕνα πάθος νά ἔχεις, ἄν δέν τό ἐλέγξεις, ἄν δέν μετανοήσεις καί δέν τό ἐξαλείψεις, κινδυνεύεις νά ἀπωλεσθεῖς, ὅπως συνέβη μέ τόν Ἰούδα καί πολλούς ἄλλους. 

«Δεύτερον», ἀφοῦ ἐξετάσεις τήν κατάσταση τῶν παθῶν σου, «ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου διά τά πάθη πού ἔχεις μερικῶς καί α) γιά τά πάθη πού ἀναφέρονται στό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς, τά ὁποῖα ἔχουν συνήθεια νά φαίνονται κατά κάποιο τρόπο δικαιότερα ἀπό τά ἄλλα καί γι’ αὐτό τρέφονται περισσότερο». Πολλοί λένε, θύμωσα ἀλλά εἶχα δίκαιο! Σοῦ φαίνεται δίκαιο αὐτό τό πάθος. Γι’ αὐτό καί περισσότερο καλλιεργοῦνται καί τρέφονται περισσότερο. «Ἐρεύνησε λοιπόν, ἄν εὔκολα κινεῖσαι στόν θυμό. β) Ἄν καί μέ αἰτίες μικρές θυμώνεις καί ταράσσεσαι ἐσωτερικῶς καί ἕως πόσο». Ἐξέτασέ του κι αὐτό «καί γ) ἐάν διαφυλάττεις πολύ καιρό αὐτόν τόν θυμό καί ἄν κρατᾶς πολύ καιρό τήν ἐνθύμηση τῶν ἀδικιῶν πού νομίζεις ὅτι σοῦ ἔκαναν», εἶσαι δηλαδή μνησίκακος. «Καί ἄν ἀπό τόν θυμό σου λέγεις λόγια ἄπρεπα», δηλαδή εἶσαι βωμολόχος, εἶσαι ὑβριστής, εἶσαι λοίδορος. «δ) Ἐάν κάμεις κανένα κακό γιά νά κάνεις ἐκδίκηση, μή συλλογιζόμενος τό μεγαλύτερο κακό ὅπου κάμεις στόν ἑαυτό σου, ἐπειδή ὁ Θεός μισεῖ ἐκεῖνον πού μισεῖ τόν πλησίον του καί δέν συγχωρεῖ ἐκεῖνον πού δέν συγχωρεῖ τόν ἀδελφό του. Ὅπως τό λέει ὁ Ἴδιος: «ἐάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν»[34]»[35]. Οἱ ἄνθρωποι λένε, θά πάρω ἐκδίκηση, θά τοῦ κάνω κακό, χωρίς νά σκέφτονται τό μεγαλύτερο κακό πού τό κάνουν στόν ἑαυτό τους, γιατί ἄν ἐκδικεῖσαι καί δέν συγχωρεῖς, δέν θά συγχωρεθεῖς ἀπό τόν Θεό γιά τά δικά σου πού εἶναι πολύ μεγαλύτερα σφάλματα. 

«ε) Ἐξέτασε ἐάν εἶσαι μικρόψυχος στό νά κάμεις τό καλό καί ἄν ἀφήνεις τό καλό γιά κάθε μικρή ἐναντιότητα ἤ καί γιά φόβο νά μή σέ κατηγορήσει ὁ κόσμος». Εἶσαι μικρόψυχος στό νά κάνεις τό καλό, τά παρατᾶς εὔκολα. Μέ τό παραμικρό ἐμπόδιο σταματᾶς νά κάνεις τό καλό. Ἤ δέν τό κάνεις, «γιατί ὁ κόσμος θά σέ κατηγορήσει», ὅτι εἶσαι τάχατες τοῦ κατηχητικοῦ, τῆς ἐκκλησίας ἤ δέν ξέρω τί ἄλλο θά πεῖ.. «καί δέν στοχάστηκες ὅτι ἐσύ στό Ἅγιο Βάπτισμα ἀπαρνήθηκες καί ἀπετάχθης τόν κόσμο καί τόν κοσμοκράτορα»[36]. Ἀποτάσσομαι, εἴχαμε πεῖ διά τοῦ ἀναδόχου, διά τοῦ νονοῦ μας, τόν σατανᾶ καί ὅλη τήν πομπή αὐτοῦ, καθετί πού ἔχει σχέση μέ τόν κόσμο, ὁ ὁποῖος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»[37]. Μήπως λοιπόν εἶσαι μικρόψυχος στό νά κάνεις τό καλό; Σέ ἐνοχλεῖ, ἄν σέ κοροϊδεύουν οἱ ἄνθρωποι; Τά παρατᾶς μέ τό παραμικρό ἐμπόδιο; Ἐξέτασέ τα ὅλα αὐτά. 

«Τρίτον, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τά πάθη τοῦ ἐπιθυμητικοῦ». Ἀφοῦ μᾶς εἶπε γιά τά πάθη τοῦ θυμικοῦ, τόν θυμό, τήν μνησικακία κ.λ.π. τήν μικροψυχία ἐπίσης, τήν ἐκδίκηση, τώρα μᾶς λέει γιά τά πάθη τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. «α) Διά τόν ἄτακτον ἔρωτα τῆς ὑπεροχῆς πού ὀνομάζεται ὑπερηφάνεια». Μήπως ἔχεις ἐπιθυμία νά ἄρχεις, νά διοικεῖς, νά ἐξουσιάζεις τούς ἄλλους, νά κάνεις κουμάντο ὅπως λέμε λαϊκά; Μήπως ἔχεις ὑπερηφάνεια, θέλεις νά φαίνεσαι ὑπέρ (πάνω) ἀπό τούς ἄλλους; «Ὑπερηφανεύεσαι γιά ἐκεῖνο τό καλό πού ἔχεις σάν νά μήν τό ἔχεις λάβει ἀπό τόν Θεό; β) Ἐάν νομίζεις ὅτι ἔχεις περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔχεις», ἔχεις μία μεγάλη ἰδέα δηλαδή γιά τόν ἑαυτό σου. «γ) Ἐξέτασε ἐάν ὑπερηφανεύεσαι γι’ ἐκεῖνα τά πράγματα ὅπου εἶναι καθ’ αὐτό κακά, ὠσάν νά σέ ἐστόλιζαν οἱ ἁμαρτίες καί νά μή σέ ἔκαναν βδελυκτό ὡσάν ἕναν δαίμονα»[38]. Οἱ ἄνθρωποι καυχῶνται γιά πράγματα σιχαμερά, κατορθώματα ἀνηθικότητας καί νομίζουν ὅτι αὐτό εἶναι στολισμός τους. 

«δ) Ἐξέτασε ἐάν ἐπιθυμεῖς νά ἀρέσεις στούς ἄλλους ἤ νά ἐπαινεῖσαι ἀπό αὐτούς ἤ νά ἐξουσιάζεις ἄλλους καί νά τά θεωρεῖς ὅλα αὐτά, σάν νά ἦταν μεγάλο καλό καί ὅλα σου τά ἔργα νά τά κάνεις γιά τό τέλος αὐτό», γιά αὐτόν τόν σκοπό, γιά νά ἀρέσεις στούς ἄλλους, νά ἐντυπωσιάσεις τούς ἄλλους καί νά τούς ἐξουσιάζεις. «ε) Ἐάν λογιάζεις γιά τόν ἑαυτό σου μεγάλα πράγματα»[39], εἶσαι μεγαλομανής, ἔχεις μεγαλοϊδεατισμό, ὅτι εἶσαι γιά μεγάλα πράγματα, ὅτι εἶσαι πολύ σπουδαῖος καί ἀξίζεις πολλά πράγματα καί πολύ. 

«στ) Ἐξέτασε ἐάν ὑποκρίνεσαι πώς ἔχεις καλή γνώμη σκεπάζοντας τίς κακίες σου μέ μιά προσποιητή καλοσύνη». Εἶσαι ὑποκριτής δηλαδή καί θέλεις νά φαίνεσαι ἔξω καλός. «ζ) Ἐάν εἶσαι αὐθάδης στή γνώμη σου καί δέν θέλεις νά ὑπακούσεις στούς ἄλλους καί μάλιστα στούς προεστῶτες»[40]. Ὅλα αὐτά εἶναι μέσα σ’ αὐτό πού λέει, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τήν ὑπερηφάνεια. Μήπως ἔχεις αὐθάδεια, ἔχεις ἀνυπακοή; Ὅταν βεβαίως αὐτά πού σοῦ λένε νά κάνεις εἶναι σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. 

«η) Ἐάν καταφρονεῖς τούς ἄλλους, ἤ μικρότερους ἤ ἴσους ἤ καί μεγαλυτέρους σου». Μήπως τούς καταφρονεῖς, τούς βλέπεις σάν μυρμήγκια, σάν σκουλήκια; «θ) Ἐάν σέ ὅλες αὐτές τίς ἀταξίες φοβᾶσαι λίγο καί δέν συλλογίζεσαι ὅτι ἄν ὁ Θεός δέν ὑπέφερε τήν ὑπερηφάνεια οὔτε στόν πλουσιότερο ἀπό ὅλους τούς Ἀγγέλους πού ἦταν στόν οὐρανό, κατά πολύ λιγότερο δέν θά ὑποφέρει τήν ὑπερηφάνεια σέ σένα πού εἶσαι ἕνα σκουλήκι ἐπάνω στή γῆ»[41]. Τό σκέφτεσαι αὐτό; Πρέπει νά φοβᾶσαι ὄχι λίγο, ἀλλά πολύ τήν ὑπερηφάνεια καί νά σκέφτεσαι ὅτι ἄν ὁ Θεός δέν λυπήθηκε τόν ἑωσφόρο ὁ ὁποῖος ἤτανε ὁ ἀρχηγός τῶν Ἀγγέλων, πολύ περισσότερο δέν θα ἀνεχθεῖ ἐσένα νά πέσεις στό ἴδιο σφάλμα πού ἔπεσε ὁ ἑωσφόρος, δηλαδή στήν ὑπερηφάνεια, ἐσένα πού εἶσαι ἕνα σκουλήκι ἐπάνω στή γῆ. 

«Τέταρτο, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου, μήπως εὑρίσκεται εἰς τόν ἄτακτο ἔρωτα τοῦ πλούτου, δηλαδή στή φιλαργυρία». Μήπως ἔχεις φιλαργυρία, πού εἶναι τό ἄλλο φοβερό πάθος τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, μετά τήν ὑπερηφάνεια, τήν φιλαρχία, τόν ἔρωτα τῆς ὑπεροχῆς. Ἔχουμε τόν ἔρωτα τῆς ὕλης. Ἐξέτασε λοιπόν «α) ἐάν ἐπιθυμήσες νά ἔχεις ὅ,τι ἔχουν οἱ ἄλλοι ἤ μέ τρόπο ἄδικο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀντίθετος στήν δέκατη ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού λέει, «οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστίν»[42], ἤ τό ἐπιθύμησες χωρίς ἀδικία μέν, ἀλλά ὅμως μέ πολλή ἐπιθυμία τυπώνοντας σχεδόν στή φαντασία σου ἕνα εἴδωλο ἀπό τό χρυσίον πού ἐπεθύμησες»[43], καί ἀντί νά λατρεύεις τόν Θεό καί νά βλέπεις συνεχῶς πρός τόν Θεό καί νά ἐπιθυμεῖς μόνο τόν Θεό, ἐσύ βλέπεις πρός αὐτό τό εἴδωλο πού ἔχεις τυπώσει μέσα σου, πού ἐπιθυμεῖς. 

«β) Ἐξέτασε ἄν κάνεις τά καλά ἔργα γιά κάποιο κέρδος», γιά κάποιο ὑλικό κέρδος. Μπορεῖ νά κάνεις κάτι καλό, ἀλλά νά ἀποσκοπεῖς καί στό ἴδιον ὄφελος. «γ) Ἐάν λογιάζεις πολύ εὐτυχισμένο ἐκεῖνον πού ἔχει πολλά χρήματα καί εἶναι πλούσιος ἀπό αὐτά τά προσωρινά καλά, ἀντίθετα μέ ἐκεῖνο πού λέγει ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο· «οὐαί ὑμῖν τοῖς πλουσίοις»[44]. Ἐσύ θεωρεῖς ὅτι εἶναι εὐτυχία ὁ πλοῦτος καί δυστυχία νά μήν εἶσαι πλούσιος ἤ μειονοξία τό νά μήν μπορεῖς νά γίνεις πλούσιος. «Ἐξέτασε, (δ), ἐάν δίδεσαι περισσότερο ἀπό τό πρέπον στίς πραγματεῖες», στά ἐμπόρια, καί γίνεσαι αὐτό πού λέμε μπίζνεσμαν καί δέν ἔχεις δευτερόλεπτο, «ξοδεύοντας σ’ αὐτές τίς δραστηριότητες ὅλο σου τόν καιρό, ἀκόμα καί γιορτές». Δέν ἔχει γιά σένα Κυριακή καί γιορτή. Ἄν εἶναι δυνατόν αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά πιστεύει στόν Θεό πού δέν σέβεται τήν Κυριακή καί τίς μεγάλες ἑορτές! Μήπως εἶσαι ἀπορροφημένος λοιπόν ἀπό αὐτό τό κυνήγι τοῦ πλούτου μέσω τοῦ ἐμπορίου ξοδεύοντας σχεδόν ὅλο σου τόν καιρό σ’ αὐτά, «καί λησμονώντας τήν ψυχή σου καί τό ἀληθινό κέρδος πού θά μποροῦσες νά κάμεις γιά τήν αἰώνια ζωή; ε) Ἐξέτασε, ἀνίσως γιά νά κερδίσεις, λές ψέματα». Γιά νά κερδίσεις ὑλικά ἀγαθά, χρήματα κ.λ.π. «μήπως λές ψέματα; Μήπως κάνεις ὅρκους; Μήπως καταφρονεῖς τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ; Μήπως δυναστεύεις τούς φτωχούς; Μήπως μάχεσαι καί φιλονικεῖς γιά ζητήματα ἄδικα; Μήπως ἐχθρεύεσαι ἀκόμα καί τούς οἰκιακούς σου καί τούς φίλους σου καί πέφτεις καί σέ ἄλλα παρόμοια ἐλαττώματα τῶν ὁποίων ἡ ρίζα εἶναι ἡ φιλαργυρία; Ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία»[45]. 

στ) Ἐξέτασε ἐάν λυπᾶσαι πολύ, ὅταν χάσεις κάτι ἀπό τό δικό σου ἤ ὅταν ζημιωθεῖς καί μάχεσαι σχεδόν μέ τόν Θεό γι΄ αὐτό»[46]. Χάσεις κάτι καί τά βάζεις μέ τόν Θεό, τσακώνεσαι μέ τόν Θεό γιατί σοῦ συνέβη αὐτό. Ἤ, ἄν λυπᾶσαι πάρα πολύ ὅταν χάσεις κάτι, παθαίνεις κατάθλιψη, ἀπελπισία, μπορεῖ νά φτάσεις καί στήν αὐτοκτονία. Ὅπως τό εἴδαμε σέ καιρούς πτώχευσης πόσοι ἄνθρωποι φτάνανε μέχρι ἐκεῖ.. τό ὁποῖο εἶναι ἕνα δαιμονικό πάθος. 

«Ἐξέτασε, (ζ), ἐάν ἀναβάλλεις τόν καιρό γιά νά δώσεις τό ξένο πράγμα πού ἔχεις στά χέρια σου καί νομίζεις πώς φτάνει μόνο ὅτι ἔχεις τή γνώμη νά τό δώσεις ἀργότερα∙ ἐάν δέ τό κρατεῖς στό μεταξύ, δέν ἔχεις ἁμαρτία». Ἔτσι νομίζεις. Ὄχι! Ἐκεῖ πού μπορεῖς, τήν ὥρα πού μπορεῖς, ἐκείνη ἀκριβῶς τήν ὥρα νά τό δώσεις πίσω αὐτό πού δανείστηκες τό ξένο πράγμα. «Σέ καιρό πού ὁ Θεός ὄχι μόνο ἐμποδίζει νά παίρνει κάποιος τό ξένο πράγμα, ἀλλά καί νά τό κρατᾶ». Ἀπαγορεύεται ἀπό τόν Θεό. Λέει στό Λευϊτικό: «οὐκ ἀδικήσεις τόν πλησίον καί οὐχ ἁρπᾷ· καί οὐ κοιμηθήσεται ὁ μισθός τοῦ μισθωτοῦ σου παρά σοί ἕως πρωί»[47]»[48]. Δέν θά ἀδικήσεις τόν πλησίον σου, δέν θά ἁρπάξεις καί δέν θά κοιμηθεῖ ὁ μισθός τοῦ μισθωτοῦ σου, τοῦ ὑπαλλήλου σου, μέχρι τό πρωί. Τό βράδυ πρέπει νά τοῦ τό δώσεις, πού τέλειωσε τήν ἡμέρα. Τό μεροκάματό του ὁ ἄνθρωπος.. νά τό δώσει τό βράδυ, μήν τοῦ πεῖς, «τό πρωί θά σοῦ τό δώσω». Γιά νά μπορέσει καί αὐτός νά πάει στό σπίτι του νά φάει μέ αὐτό πού θά τοῦ δώσεις. Νά πάρει τρόφιμα καί γιά τήν οἰκογένειά του καί γι’ αὐτόν. Μήν κρατᾶς λοιπόν τίποτε ξένο, μήν ἀναβάλλεις τόν καιρό πού πρέπει νά τοῦ τό ἀποδώσεις. 

«η) Νά ἐξετάσεις ἐάν γιά νά περισσεύεις τά χρήματά σου καί νά τά αὐξάνεις, δέν δίνεις ἐλεημοσύνη ὅπως πρέπει καί ὅπως τό καλεῖ ἡ ἀνάγκη, σέ καιρό πού ἡ ἀγάπη καί ἡ φιλανθρωπία σέ προστάζει νά δίνεις πλουσιοπάροχα∙ καί ἐσύ ἀκριβεύεσαι (τσιγγουνεύεσαι) μή στοχαζόμενος ὅτι ὁ Θεός κλείει ἔξω ἀπό τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ὄχι μόνο τούς κλέπτες, ἀλλά ἀκόμα καί τούς φιλάργυρους∙ δηλαδή ὄχι μόνο ἐκείνους πού παίρνουν τά ξένα, ἀλλά καί ἐκείνους ἀκόμα πού κρατοῦν τά δικά τους μέ ἀκρίβεια καί φειδωλία»[49], μέ τσιγγουνιά. Καί ἔτσι ὁλοκληρώνεται καί ἡ ἐξέταση ὅσον ἀφορᾶ τήν φιλαργυρία. 

«Ἐξέτασε, πέμπτον, τόν ἑαυτό σου γιά τόν ἄτακτο ἔρωτα πού ἔχεις στίς σαρκικές ἡδονές. Νά γνωρίζεις ὅμως ὅτι τά αἰσχρά ἔργα τῆς σαρκός δέν χρειάζονται ἔρευνα, ἀλλά μετάνοια». Ἡ φιληδονία δηλαδή. «Διότι εἶναι πολύ φανερά -τά ἔργα αὐτά- ἀπό λόγου των μέ τήν δυσωδία τους∙ καί διότι καί μονάχα ἡ ἐνθύμησή τους, καί μόνο αὐτή, βλάπτει τήν ψυχή. Λοιπόν, ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου γιά τήν ἐπιθυμία πού ἔχεις νά δίδεσαι στίς τρυφές, στά φαγοπότια καί στά ξεφαντώματα, τά ὁποῖα κατά πρώτη φορά φαίνονται συγγνωστά, συγκεχωρημένα, ἀλλά μέ τήν πολυκαιρία τελειώνουν πολλές φορές σέ μεγάλες ἁμαρτίες». Ὅταν τά κάνεις τρόπο ζωῆς τήν καλοπέραση, τά ξεφαντώματα, τότε ἔχεις πολύ ἄσχημα τελικά ἀποτελέσματα, μεγάλες ἁμαρτίες, «γι’ αὐτό καί θά πρέπει νά τά λιγοστεύεις ὅσο μπορεῖς», τήν κοσμική καλοπέραση τοῦ σώματος, «θυμούμενος ἐκεῖνο πού λέει ὁ Κύριος, «οὐαί ὑμίν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε»[50]»[51]. Ἀλλοίμονο σέ σᾶς τούς χορτάτους, γιατί θά πεινάσετε, λέει στό ἕκτο κεφάλαιο τοῦ κατά Λουκᾶν ὁ Κύριος. 

«Ἐκεῖνες οἱ μύγες πού γεύονται τό μέλι περαστικά, δέν δοκιμάζουν καμιά βλάβη, ἀλλά ἐκεῖνες πού θά καθίσουν σ’ αὐτό, πιάνονται καί χάνουν τή ζωή τους. Ἔτσι καί ἐκεῖνοι πού καμιά φορά χορτάσουν καί ἐμπλησθοῦν ἀπό φαγοπότι, δέν βλάπτονται τόσο», λέει ὁ Ἅγιος, «ὅσο βλάπτονται ἐκεῖνοι πού καταγίνονται καί ἐξακολουθοῦν πίσω σ’ αὐτά»[52], δηλαδή τά κάνουν συνεχῶς. Ὅπως στήν παραβολή ἐκεῖ τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου, ὁ πλούσιος λέει, «ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον καί ἠφραίνετο κάθ’ ἡμέραν λαμπρῶς»[53]. Κάθε μέρα φαγοπότια καί γλέντια. 

«Γι’ αὐτό καί ὁ σοφός Σολομών ταλανίζοντας αὐτούς, λέει: «Τίνι οὐαί; Τίνι θόρυβος;... Οὐχί τῶν ἰχνευόντων ποῦ πότοι γίνονται;»[54]», στίς Παροιμίες, στό εἴκοστό τρίτο κεφάλαιο. Σέ ποιόν τό οὐαί; Ὄχι σ’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἐξιχνιάζουν, δηλαδή ψάχνουν, ἐρευνοῦν συνεχῶς γιά νά μάθουν ποῦ γίνονται συμπόσια (πότοι), πού γίνονται μέθες, κραιπάλες, γιά νά πᾶνε, νά συμμετάσχουν; Σ’ αὐτούς ἀνήκουν τά οὐαί! «Ὅθεν στήν ὑπόθεση τῶν τοιούτων φαγοποτίων πολύ δύσκολο εἶναι νά κρατηθεῖ τινάς στά ὅρια τῶν συγγνωστῶν ἁμαρτιῶν καί νά μήν περάσει καί στίς θανάσιμες ἁμαρτίες. Ξεχωριστά δέ ἀπό τοῦτο τό νά περνᾶ τινάς τή ζωή του σ’ αὐτόν τόν κόσμο μέ φαγοπότια, μέ χαρές καί γέλια, εἶναι σημεῖο ἀπωλείας. Τό εἶπε ὁ Κύριος: «οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε»[55]». Ἀλλοίμονο σέ σᾶς πού γελᾶτε τώρα, διότι ἐσεῖς θά πενθήσετε. Εἶναι στό ἕκτο κεφάλαιο τοῦ κατά Λουκᾶν, εἴκοστός ἕκτος στίχος. «Οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες»[56], πού περνᾶτε τή ζωή σας μέ φαγοπότια καί χαρές καί γέλια. «Καί κατ’ ἀλήθειαν εἶναι μία φοβερά ἀταξία τό νά ζητᾶμε μία αἰώνια εὐδαιμονία», πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, «καί στό μεταξύ νά μήν ἐπιθυμοῦμε ἄλλο πάρεξ πῶς νά θεραπεύσουμε τό σῶμα μας, τό ὁποῖο εἶναι ἐχθρός μας, καί νά μήν ἀφιερώνουμε σέ ἄλλο τίς φροντίδες καί τούς διαλογισμούς μας παρά στίς τρυφές τῆς σάρκας, οἱ ὁποῖες βάζουν σέ ἀμφιβολία τόν σέ σωτηρία προορισμό μας. Ἐπειδή αὐτές μᾶς κάνουν νά φαινόμαστε ἀνόμοιοι μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό». Οἱ τρυφές, ἡ καλοπέραση τῆς σάρκας, μᾶς κάνουνε τελείως διαφορετικούς ἀπό τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «πέρασε τή ζωή Του -ὁ Χριστός μας- νηστεύοντας, πενθώντας καί σκυθρωπάζοντας καί ὅστις εἶναι τό παράδειγμα ὅλων τῶν προορισμένων». Ὁ Κύριος εἶναι τό πρότυπό μας. Θά πρέπει αὐτή τή ζωή νά μιμηθοῦμε. «Οὕς προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ»[57]»[58]. Εἴμαστε καί ἐμεῖς προορισμένοι, ὀφείλουμε γιά νά σωθοῦμε, νά Τόν μιμηθοῦμε, γιατί ἔχουμε πλαστεῖ κατ’ εἰκόνα Του. 

«Λοιπόν ἐσύ ἀδελφέ, γνώρισε ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ὅλα τά πάθη στά ὁποῖα βρίσκεσαι καί βδελύξου τα ἀπό καρδίας καί μίσησέ τα καί ὅσο τό δυνατόν ἀγωνίζου γιά νά τά πολεμᾶς καί νά τά νεκρώνεις». Πῶς θά γίνει τώρα αὐτό; «Τά μέν πάθη τοῦ θυμικοῦ», τόν θυμό δηλαδή κ.λ.π. τήν μνησικακία, πῶς νεκρώνονται αὐτά τά πάθη; «Μέ τήν πρός τόν πλησίον ἀγάπη. Τά δέ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ», ἡ φιληδονία, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ φιλαργυρία, ἡ φιλοδοξία, «μέ τήν παντοτινή καί σύμμετρο νηστεία καί τήν ἐγκράτεια», γενικότερη ἐγκράτεια. «Καί τό μέν πάθος τῆς φιλοδοξίας καί τῆς ὑπερηφανείας νά τό ἀπονεκρώνεις μέ τήν εὐτέλεια καί τήν ταπείνωση». Νά εἶναι τά ροῦχα σου εὐτελῆ, τό φαγητό σου εὐτελές, τό σπίτι σου εὐτελές, ἡ ζωή σου ἁπλή, νά μήν κάνει θόρυβο, ὅλα αὐτά βοηθᾶνε στό νά ἀπονεκρωθεῖ τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς φιλοδοξίας. «Τό δέ πάθος τῆς φιλαργυρίας μέ τήν πτωχεία καί τήν ὀλιγάρκεια. Διότι ἤξευρε, ὅτι τοῦ κάθε χριστιανοῦ εἶναι ἴδιον ἔργο», τό κύριο ἔργο, «τό νά σταυρώνει καί νά νικᾶ ὅλα τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες τοῦ σώματος. Καί αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός χριστιανός, ὅπως δίνει τόν ὁρισμό του ὁ θεῖος Παῦλος λέγοντας: «οἱ δέ τοῦ Χριστοῦ, τήν σάρκαν ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθἡμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις»[59]». Ἄν θέλεις νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά σταυρώσεις τήν σάρκα, μέ τά πάθη τῆς σάρκας καί τίς ἐπιθυμίες τίς σαρκικές. «Ἐπειδή ὅμως νικητής καί νεκρωτής τοῦ κόσμου καί τῶν ἐν κόσμῳ παθῶν ἐστάθη μόνος ὁ Ἰησοῦς Χριστός διά τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ θανάτου Του», ὅπως εἶπε ὁ Ἴδιος: «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε, ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον»[60]. «Πρόστρεχε λοιπόν κι ἐσύ, ἀδελφέ, καθημερινῶς σ’ Αὐτόν καί στόν Σταυρό Του καί παρακάλα Τον νά γιατρεύσει τά πάθη σου μέ τά πάθη Του καί μέ τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ Του νά σταυρώσει τήν σάρκα σου καί τίς ἐπιθυμίες σου, γιά νά μπορεῖς νά λές καί ἐσύ ἐκεῖνο πού ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ παρρησία: «ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὖ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται, καγώ τῷ κόσμῳ»[61]»[62]. Γιά μένα νά μή γίνει νά καυχηθῶ γιά τίποτα ἄλλο παρά μόνο γιά τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ γιά μένα, εἶναι νεκρός γιά μένα, καγώ γιά τόν κόσμο, εἶμαι νεκρός γιά τόν κόσμο, δηλαδή γιά τά πάθη τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιλοδοξίας, τῆς ὑπερηφάνειας, γιά ὅλα τά πάθη. 

Αὐτά γιά σήμερα ἤθελα νά πῶ στήν ἀγάπη σας καί ἀκούω, ἄν ὑπάρχουνε κάποιες ἐρωτήσεις. 

Βλέπει κανείς τόν πλοῦτο καί τήν ἁγιότητα καί τήν ἐμβάθυνση καί τήν λεπτομέρεια καί τήν ἀνάλυση τήν θαυμαστή πού κάνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος καί πόσο ὠφέλιμα εἶναι ὅλα αὐτά καί πόσο κανείς ἀξίζει νά τά μελετάει συνεχῶς, γιά νά καθαρίζεται ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί νά πετύχει τή σωτηρία του. 

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 

Ἐρ. : Εὐλογεῖτε π. Σάββα. Τά ὑλικά ἀγαθά μᾶς δόθηκαν ἀπό τόν Θεό πρός χρήση, ὅπως ἐπίσης καί ἡ ἴδια ἡ φύση, ἡ χαρά, τά πουλιά, ὅλα αὐτά.. ἡ θάλασσα ἐπίσης. Κάποια πράγματα ἔχουν δοθεῖ στόν ἄνθρωπο γιά νά μᾶς προσφέρουν καί μιά ξεκούραση, ἄν μοῦ ἐπιτρέπετε, μιά χαρά. Ἐμένα ἄλλο μέ προβληματίζει. Εἴπατε καί γιά τά εὐτελῆ ροῦχα κ.λ.π. ὅσον ἀφορᾶ τήν ὑπερηφάνειά μας. Δέν ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τήν ἴδια οἰκονομική κατάσταση. Σ’ αὐτό τό σημεῖο τώρα, θά τό κάνει μέ τή βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ του; Καταλαβαίνετε τί θέλω νά πῶ, πῶς μπορεῖ κανείς νά τό χειριστεῖ αὐτό, γιά νά δεῖ, ἄν πραγματικά χρησιμοποιεῖ αὐτό τό δῶρο πού τοῦ δόθηκε, σέ τί βαθμό τό χρησιμοποιεῖ σωστά, ἀνάλογα καί μέ τήν δυνατότητα πού τοῦ παρέχεται. Εὐχαριστῶ πολύ. 

Ἀπ. : Ὅπως τό εἴπατε, μέ τή βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ θά βροῦμε τήν χρυσή τομή, γιά νά βοηθηθεῖ ἡ ψυχή, ἀνάλογα καί στό πνευματικό στάδιο πού βρίσκεται. Γιατί ἀνάλογα μέ τήν ἀγάπη πού ἔχει κανείς στόν Χριστό, ἀπελευθερώνεται σιγά-σιγά ἀπό ὅλα αὐτά, καί ἀπό τήν κενοδοξία καί ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί ἀπό τήν ἐπιθυμία νά ἔχει ὡραῖα ροῦχα κ.λ.π. Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα εἶναι ματαιότητα. Ἀλλά χρειάζεται μιά διάκριση, πού βοηθάει σ’ αὐτό πολύ ὁ πνευματικός, γιά νά μήν κολλᾶμε στά πάθη, ἀλλά σιγά-σιγά νά ξεκολλᾶμε, νά ἐλευθερωνόμαστε. 

Ἐρ. : Εὐλογεῖτε. Ὅταν ζητάει κάποιος νά συγχωρεθεῖ καί τήν τελευταῖα στιγμή τῆς ζωῆς του ζητήσει συγχώρηση ἀπό τόν Κύριο, ἀκόμα καί ἥμαρτον νά πεῖ, ἐάν ὁ Κύριος δεῖ ὅτι δέν ἔχει σωστή μετάνοια, δέν θά τόν συγχωρέσει τόν ἄνθρωπο καί δέν θά περάσει μαζί του, γιατί ὁ Κύριος βλέπει τήν καρδία τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τά λόγια πού δέν ἔχουν σωστή μετάνοια. 

Ἀπ. : Ὁ Θεός μᾶς ἔχει συγχωρέσει -πῶς νά ποῦμε;- a priori! Ἀλλά ἐμεῖς δέν παίρνουμε τήν συγχώρηση, ὅταν δέν μετανοοῦμε σωστά. Δέν εἴμαστε ἱκανοί νά συγχωρεθοῦμε, νά πάρουμε τήν συγχώρηση. Ἤ καί ἄν τήν πάρουμε, ἀμέσως μετά τήν χάνουμε. Πολλοί πᾶνε καί ἐξομολογοῦνται, ἀλλά ἐπειδή δέν ἔχουνε μετάνοια, δέν ἔχουνε διορθωθεῖ δηλαδή, μέ τό πού θά βγοῦνε ἀπό τό ἐξομολογητήριο, πάλι θά ἁμαρτήσουν. Καί πρίν μποῦνε στό ἐξομολογητήριο, περιμένοντας, πάλι ἁμαρτάνουν. Ἅμα ἀργήσει κανένας λίγο παραπάνω, ἀρχίζουν νά κατακρίνουν, ἐνῶ περιμένουν νά ἐξομολογηθοῦνε! Αὐτό τί δείχνει; Ὅτι δέν ὑπάρχει μετάνοια, πραγματική μετάνοια, συντριβή δηλαδή, κατάνυξη, δάκρυα, διάθεση γιά κανόνα, γιά νηστεία, γιά κακοπάθεια. Ὅλα αὐτά εἶναι δείγματα ὅτι δέν ἔχουμε μετανοήσει. Δέν εἶναι ἁπλῶς νά τό ποῦμε, Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Ὁ Θεός a priori μᾶς ἔχει ὅλους συγχωρήσει μέ τήν σταυρική Του θυσία, μᾶς ἔχει δώσει δηλαδή τήν δυνατότητα τῆς αἰώνιας συγχώρησης καί αἰώνιας ζωῆς. Ἀλλά πόσοι πᾶνε νά πάρουν αὐτή τήν συγχώρηση πραγματικά, δηλαδή σωστά; Δηλαδή μέ ἀληθινή μετάνοια, πού σημαίνει ἀποβολή τῶν παθῶν, σταμάτημα τοῦ κακοῦ καί ἐγκόλπωση τοῦ ἀγαθοῦ. Ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο πρόβλημα.. 

Ἐρ. : Εὐχαριστῶ καί πάλι. Τό ἄλλο τώρα εἶναι, θά πρέπει νά ἑστιάζει κανείς στό πῶς νά ἀγαπήσει περισσότερο τόν Χριστό, γιατί καί μέσα ἀπό τούς Ἅγιους Πατέρες γνωρίζουμε ὅτι τό νά κοιτάει κανείς ἐπίμονα ἕνα πάθος πού ἔχει, δέν τόν ὠφελεῖ ἰδιαίτερα. Μᾶς συμβουλεύουνε νά κοιτάξουμε ν’ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό, νά βάλουμε τό καλό δηλαδή μέσα μας καί ἔτσι μέ αὐτό τόν τρόπο θά φύγουνε, θά ἀποχωρήσουν καί ὅλα τά ὑπόλοιπα, θά κοιμηθοῦν. 

Ἀπ. : Ὁ Ἅγιος Πορφύριος τό λέει πολύ ὡραῖα. Ἔχεις, λέει, ἕνα σκοτεινό δωμάτιο πού εἶναι ἡ ψυχή σου. Τί Κάνεις; Παίρνεις ἕνα σκουπόξυλο καί κυνηγᾶς τό σκοτάδι; Ὄχι. Ἀνοίγεις μιά τρύπα, μιά ὀπή καί μπαίνει τό φῶς καί διαλύεται τό σκοτάδι. Ἀντί νά κυνηγᾶμε τά πάθη καθεαυτά, ἀνοίγουμε μιά ὀπή στό φῶς, στόν Χριστό, προσπαθοῦμε νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό καί φεύγει τό σκοτάδι. 

Αὐτό βέβαια δέν ἀναιρεῖ αὐτά πού λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος, πού εἶναι πάρα πολύ χρήσιμα, ἔ; Χρειάζεται νά ὑπάρχει καί ἡ διάγνωση. Γιατί πολλοί σοῦ λένε, γιατί νά ἀγαπήσω τόν Χριστό; Δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα.. εἶμαι πολύ καλά.. πολύ καλός ἄνθρωπος, δέν τρέχει τίποτα.. Δέν ἔχουν δεῖ κἄν ὅτι εἶναι σκοτάδι ἡ ψυχή τους, ὅτι εἶναι σκοτεινή ἡ ψυχή τους. Ὁπότε ὅλα αὐτά πού μᾶς λέει ἐδῶ ὁ Ἅγιος, βοηθᾶνε στό νά διαπιστώσουμε ὅτι εἴμαστε σκοτεινοί, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ὁπότε νά χρειαστεῖ νά νιώσουμε ὡς ἀνάγκη πλέον τό ἄνοιγμά μας στό φῶς, στόν Χριστό. 

Ἐρ. : Κάποια κυρία εἶχε πεῖ, ἐγώ γιατί νά ἔρθω στήν ἐκκλησία;.. δέν ἔχω κακία, ἀγαπάω τούς ἀνθρώπους, ὅταν βλέπω τόν ἄλλον χαίρομαι… 

Ἀπ. : Εἶναι μιά ἀπό τίς πολλές πλάνες κι αὐτή πού κυκλοφορεῖ: δέν χρειάζεται νά πηγαίνεις στήν ἐκκλησία, καλός ἄνθρωπος νά εἶσαι. Εἶναι αὐτά πού λέγαμε: ἡ διαφθορά τοῦ νοός. Πάρα πολύ διαδεδομένη κι αὐτή ἡ πλάνη! Αὐτά εἶναι τυπικά πράγματα, λένε κάποιοι. Δέν εἶναι καθόλου τυπικά τό νά πᾶμε στήν ἐκκλησία, τό νά ἐξομολογηθοῦμε, τό νά κοινωνήσουμε. Δέν εἶναι καθόλου τυπικό, εἶναι οὐσιαστικό. Γιατί ἔτσι θά πάρει τόν Χριστό. Ὁ Χριστός μας δίδεται, ὄχι μέ ἕναν τρόπο θά λέγαμε αἰθέριο-πνευματικό.. τώρα μᾶς λένε διαδυκτιακό, ἠλεκτρονικό.. Ὄχι! Ἀλλά καί σωματικά πρέπει νά εἶσαι παρών στήν λατρεία, νά εἶσαι μαζί μέ τόν ἀδελφό σου, δίπλα-δίπλα, νά προσευχηθεῖς μαζί του. «Ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἶμαι καί Ἐγώ»[63]. Νά εἶσαι μέσα στήν Λατρεία καί νά κοινωνήσεις, νά πᾶς στόν πνευματικό σου νά ἐξομολογηθεῖς. Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος μετέχει στή σωτηρία, μέσα στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ὅταν λέει ὁ ἄλλος, «ἐγώ δέν πάω στήν ἐκκλησία», εἶναι σάν νά λέει «δέν πάω στόν Χριστό, δέν πάω στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ! Ἀλλά εἶμαι καλός ἄνθρωπος..». Μπορεῖ νά εἶσαι καλός ἄνθρωπος, δέν εἶσαι καλός χριστιανός. Καί ὁ καλός ἄνθρωπος δέν σώζεται. Ὁ καλός χριστιανός σώζεται. Γιατί γιά νά σωθοῦμε δέν χρειάζεται νά εἴμαστε καλοί ἄνθρωποι. Χρειάζεται νά εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ, νά ἀνήκουμε στόν Χριστό. Καί ὁ Χριστός, ἐφόσον μετανοοῦμε, μᾶς δέχεται, κι ἄς μήν εἴμαστε καλοί ἄνθρωποι. Μᾶς κάνει Ἐκεῖνος καλούς ἀνθρώπους, ἐδῶ εἶναι τό μυστικό. Αὐτό πού λένε εἶναι προτεσταντικό, νά κάνεις καλά ἔργα. Τά καλά ἔργα εἶναι κάτι αἱρετικό. Δέν μᾶς σώζουν τά καλά ἔργα ἤ ἡ πίστη. Ὁ ἄλλος σοῦ λέει «πιστεύω.. ἀφοῦ πιστεύω, θά σωθῶ». Οὔτε ἡ πίστη σώζει μόνη της οὔτε τά καλά ἔργα μόνα τους. Χρειάζονται καί τά δύο, καί ἡ πίστη, πού σημαίνει νά ἀποδέχεσαι ὅλα αὐτά πού λέει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, καί νά τά ἐφαρμόζεις, καί μετά βεβαίως νά κάνεις καί αὐτά πού πρέπει, τίς ἀρετές. Ἀλλά μή νομίζεις ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἀρετῶν σου θά σωθεῖς. Σάν νά πηγαίνεις στό μπακάλικο καί νά ἀγοράζεις δίνοντας χρήματα, ἔτσι καί ἐγώ θά πάω στόν Χριστό θά τοῦ δώσω τίς ἀρετές μου καί θά μοῦ δώσει τή σωτηρία.. Δέν εἶναι ἔτσι! Γιατί ὅσες ἀρετές καί νά ἔχεις καί ὅσα καλά ἔργα καί νά ἔχεις καί ὅσο καλός ἄνθρωπος καί νά εἶσαι, δέν φτάνει γιά νά σωθεῖς. Γιατί γιά νά σωθοῦμε, πρέπει νά ἑνωθοῦμε μέ Αὐτόν πού ὑπάρχει γιά πάντα, τόν ὄντως Ὄντα, τόν Χριστό. Αὐτός θά μᾶς διασώσει. Θά διασώσει τήν ὕπαρξή μας, ὅταν ἑνωθοῦμε μαζί Του. Δέν μᾶς σώζουν τά καλά ἔργα λοιπόν, οἱ καλές πράξεις. Ἀλλά σωτηρία εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Χριστό. 

Ἐρ. : Πάτερ, πρέπει νά τρῶμε καί λιγότερο; Δηλαδή ὄχι κάποια ποσότητα φαγητοῦ; Νά ἀφήνουμε λίγο νά πεινᾶμε; Νά μήν τρῶμε γλυκά… δηλαδή νά προσπαθοῦμε νά σκοτώσουμε τό σῶμα καί ἔτσι νά σκοτώσουμε τά πάθη; 

Ἀπ. : Νά σκοτώσουμε τά πάθη καί ὄχι τό σῶμα. Εἴμαστε παθοκτόνοι καί ὄχι σωματοκτόνοι. Ἀλλά θά περιορίζουμε τό σῶμα, τίς σωματικές ἄς ποῦμε ὀρέξεις, τίς σαρκικές ἐπιθυμίες καί θά κάνουμε αὐτό πού εἶναι ἀναγκαῖο. Τήν ἀναγκαία χρεία, ὄχι αὐτό πού εἶναι γιά ἡδονή. Ὑπάρχουν κάποια ὅρια καί ὁ καθένας μπορεῖ νά τά βρεῖ. Τό ὅριο πού χρειάζεται γιά νά φάει, πόσο τοῦ χρειάζεται. Ἔχει ἕνα ὅριο. Ἀπό ἐκεῖ καί μετά καταλαβαίνει καί ὁ ἴδιος ὅτι δέν χρειάζεται νά φάει παραπάνω. Ἅμα ἐπιμένει καί τρώει παραπάνω, μετά εἶναι πτώση. Εἶναι γαστριμαργία, λαιμαργία. Τό ἴδιο καί μέ τόν ὕπνο. Ὅλα αὐτά πού ἔχει ἀνάγκη τό σῶμα, θά τά καλύψουμε κατά τήν χρεία, κατά τήν ἀνάγκη. Ἡ ὑπερκάλυψη αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν αὐτό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἀντί νά κοιμᾶσαι, ἄς ποῦμε ἕξι με ἑπτά ὧρες πού χρειάζεσαι, κοιμᾶσαι δεκαπέντε ὧρες. Αὐτό εἶναι ἁμαρτία μετά. Μετά φθείρεις τό σῶμα καί φθείρεις καί τήν ψυχή. Τό ἴδιο καί μέ τό φαγητό. Χρειάζεσαι ἕνα-ἑνάμιση πιάτο γιά νά χορτάσεις καί ἐσύ τρῶς τρία-τέσσερα. Αὐτό εἶναι φθορά, εἶναι ἁμαρτία, γιατί ὑποδουλώνεσαι στήν σάρκα καί στίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας. Γίνεσαι λαίμαργος, γαστρίμαργος καί καταστρέφεις καί τό σῶμα καί τήν ψυχή ἔτσι. 

Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 



[1] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου, Νέα Σκήτη Ἁγίου Ὄρους, 2011 (στό ἑξῆς: Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου). 

[2] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[3] Ὅ.π. 

[4] Ἰακ. 6, 26. 

[5] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[6] Ὅ.π. 

[7] Ὅ.π. 

[8] Ὅ.π. 

[9] Ὅ.π. 

[10] Ὅ.π. 

[11] Ὅ.π. 

[12] Ματθ. 18, 8-9. 

[13] Α΄ Ἰωάν. 5, 19. 

[14] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[15] Ἰακ. 4, 6. 

[16] Ὅ.π. 

[17] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[18] Ἰεζ. 16, 49. 

[19] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[20] Λουκ. 3, 7. 

[21] Λουκ. 3, 8. 

[22] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[23] Ὅ.π. 

[24] Ματθ. 6, 23. 

[25] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[26] Ὅ.π. 

[27] Γέν. 19, 17. 

[28] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[29] Ἰεζ. 16, 49. 

[30] Γέν. 19, 17. 

[31] Πρβλ. Φιλ. 2, 12. 

[32] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[33] Ὅ.π. 
[34] Ματθ. 6, 15. 

[35] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[36] Ὅ.π. 

[37] Α΄Ἰωάν. 5, 19. 

[38] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[39] Ὅ.π. 

[40] Ὅ.π. 

[41] Ὅ.π. 

[42] Ἐξ. 8, 17. 

[43] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[44] Λουκ. 6, 24. 

[45] Α΄ Τιμ. 6, 10. 

[46] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[47] Λευϊτ. 19, 13. 

[48] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[49] Ὅ.π. 

[50] Λουκ. 6, 25. 

[51] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[52] Ὅ.π. 

[53] Λουκ. 6, 19. 

[54] Παρ. 23, 30. 

[55] Λουκ. 6, 26. 

[56] Ὅ.π. 

[57] Ρωμ. 8, 29. 

[58] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[59] Γαλ. 5, 24. 

[60] Ἰωάν. 16, 33. 

[61] Γαλ. 6, 14. 

[62] Πνευματικά Γυμνάσματα, Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου. 

[63] Ματθ. 18, 20.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία:
Kyria.theotokos@gmail.com .
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό
Kyria.theotokos@gmail.com .
Home of the Greek Bible

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ