Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ





ΟΔΗΓΙΕΣ: ΚΑΝΕΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ:
http://bit.ly/Kyrios-Ihsous-Hristos
Δίπλα από το όνομα Κύριος Ιησούς Χριστός που υπάρχει ένα μικρό βελάκι , πατάμε εκεί και μας βγάζει διάφορες επιλογές από τις οποίες πατάμε το Download .
Και γίνεται η εκκίνηση να κατέβουν όλες οι ομιλίες.

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Θεολογία καί ἐμπειρία κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τήν Ἀγιορειτική Παράδοση. Π. Γεώργιος Καψάνης'

Θεολογία καί ἐμπειρία κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τήν Ἀγιορειτική Παράδοση. 

Ἀφορμή γιά τήν σύναξι τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς ἔδωσε τό ἑξῆς περιστατικό: Πρό ἐτῶν ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος κάποιος ὑφηγητής τότε τῆς Φιλοσοφίας, ὁ ὁποῖος ἠσχολεῖτο μέ τήν μελέτη τῶν ἀντιησυχαστικῶν συγγραφέων τοῦ 14ου αἰῶνος.
 Συνήντησε τότε λόγιο Ἁγιορείτη μοναχό, στόν ὁποῖον εἶπε ὅτι μελετῶν τούς συγγραφεῖς αὐτούς σχηματίζει τήν ἐντύπωσι ὅτι ὁμιλοῦν μέ ταπείνωσι. 
Λέγουν δηλαδή ὅτι ἔτσι ἐμεῖς  νομίζουμε ἤ ἔτσι ἴσως εἶναι, ἐνῶ ὁ ἅγιος Παλαμᾶς ὁμιλεῖ μέ βεβαιότητα, πού αὐτός ἀπέδιδε σέ ἐγωιστικό φρόνημα τοῦ Ἁγίου.  Μετά ἀπό τριήμερο παραμονή στό Ἅγιον Ὄρος συνήντησε πάλι τόν λόγιο μοναχό καί τοῦ εἶπε: «Τώρα κατάλαβα γιατί ὁ Παλαμᾶς ὁμιλεῖ μέ βεβαιότητα, αὐθεντικά.  Διότι ὁμιλεῖ ἀπό προσωπική πεῖρα».
Πράγματι κατά τήν πατερική καί ἁγιορείτικη παράδοσι μαθών τά θεία εἶναι ὁ παθών τά θεία. 
Αὐτό κατενόησε ὁ φιλόσοφος ἐπισκέπτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μετά ἀπό τριήμερο ἀναστροφή μέ ἁπλοῦς μέν ἀλλά πνευματικά ἐμπείρους μοναχούς. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού μέχρι σήμερα συνομιλῶν κανείς μέ ὀλιγογραμμάτους, ἔχοντας ὅμως τό θεῖο φωτισμό, μοναχούς, πληροφορεῖται στήν καρδιά του, ὅτι οἱ λόγοι τους εἶναι ἐκ πείρας προσωπικῆς καί θείου φωτισμοῦ, καί γι’ αὐτό ἀναπαύεται.


*  *  *

Ἡ παράδοσις αὐτή τῆς θεολογίας, πού προϋποθέτει τήν θεογνωσία ὡς κοινωνία μέ τόν Ζῶντα Θεό καί τήν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς κοινωνίας, ἀρχίζει ἀπό τίς πρῶτες στιγμές τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Οἱ πρωτόπλαστοι ἔχουν τήν ἐμπειρία τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό. Συνομιλοῦν μαζί Του. Μόλις ὅμως ἁμαρτήσουν, τήν χάνουν.
Οἱ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνωρίζουν τόν Θεό ἀπό προσωπική κοινωνία μαζί Του.
Τό ρῆμα γινώσκειν στήν Ἁγία Γραφή προϋποθέτει κοινωνία προσώπου, ἐμπειρία.  Δέν εἶναι μία ἐξωτερική, διανοητική μόνο καί ψιλή γνῶσις τοῦ Θεοῦ.  Οἱ «προγῆται ὁρῶσι» τόν Θεόν καί ἀκολούθως ὁμιλοῦν γι’ Αὐτόν.  Εἶναι οἱ βλέποντες. Ἡ θεολογία προϋποθέτει καί κορυφώνεται στήν θεοπτία.
Στήν Καινή Διαθήκη οἱ Ἀπόστολοι θεολογοῦν γι’ αὐτά τά ὁποῖα εἶδαν, ἄκουσαν, ἐψηλάφησαν:
«ὅν ἦν  ἀπ’ ἀρχῆς, ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν
ἐψηλάφησαν περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· καὶ ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί
ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον»1.
Γι’ αὐτό καί ἡ μαρτυρία τους εἶναι μοναδική καί ἀξιόπιστη. Στό τέλος σφραγίζουν τήν μαρτυρία αὐτή μέ τό αἷμα τους καί τόν φρικτό θάνατό τους.
Θεολογία πού βασίζεται στά διανοήματα τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι στήν ἐμπειριά τοῦ Θεοῦ εἶναι εἰκοτολογία, τεχνολογία καί φιλοσοφία καί ὄχι θεολογία.  Εἶναι ἀνθρώπινο ἔργο καί ὄχι θεανθρώπινο.  Δέν πληροφορεῖ τίς καρδιές οὔτε τίς ἀναπαύει2.
Εἶναι γνωστό ὅτι στήν Δύσι μετά τό Σχῖσμα καί τήν δογματική της ἀπόκλησι καί ἡ θεολογία της ἐξέπεσε σέ σχολαστική καί διαλεκτική θεολογία.
Ἦταν φυσικό αὐτή ἡ θεολογία νά ἔλθῃ σέ σύγκρουσι μέ τήν Ὀρθόδοξο θεολογία.
Πρωταγωνισταί αὐτῆς τῆς συγκρούσεως ἦταν, ὡς γνωστόν, ὁ Δυτικός Βαρλαάμ καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
Συνοψίζοντες  τά ἀνωτέρω  περί  θεολογίας λεχθέντα, συμπεράνουμε, ὅτι κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν θεολογίες:
α)Ἡ ἀσφαλής καί μυστική τῶν θεοπτῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ἐκ προσωπικῆς ἐμπειρίας καί κοινωνίας μέ τόν Ζῶντα Θεό.
β)Ἡ φιλόσοφος θεολογία τῶν μή ἐχόντων προσωπική ἐμπειρία θεοπτίας, ἀλλά ἐν ταπεινώσει δεχομένων τίς ἐμπειρίες καί θεοπτίες τῶν Ἁγίων καί θεολογούντων συμφώνως πρός αὐτές, καί
γ)Ἡ καινή θεολογία τῶν θρασέων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τίς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων καί θεολογοῦν διαλεκτικῶς κατά τίς ἰδικές τους φιλοσοφικές ἀρχές.
Ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Γρηγόριος θεολογοῦσε ἐκ πείρας προσωπικῆς. Στόν Ἁγιορειτικό Τόμο, πού συνεργράφη ἀπό τόν ἴδιο τό ἔτος 1340 πρός ὑπορστήριξι τῶν ἡσυχαστῶν καί συνυπέγραψαν διακεκριμέναι ἡσυχασταί τοῦ Ἁγίου Ὄρους, λέγει: «Ταῦτα ὑπό τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν·  ταῦτα παρά τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν ταῦτα διά τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας»19.

Στόν «Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων» πρῶτο λόγο του20 ἀναφέρει τά ὀνόματα τῶν μεγάλων συγχρόνων του ἡσυχαστῶν, στούς ὁποίους ὁ ἴδιος ἐμαθήτευσε.  Πρόκειτα γιά τόν ἅγιο Θεόληπτο Φιλαδελφείας, τόν ἅγιο Ἀθανάσιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Νεῖλο τόν ἐξ Ἱταλῶν, τούς Σελιώτη καί Ἠλία καί τούς Γαβριήλ καί Ἀθανάσιο, οἱ ὁποῖοι ἀξιώθηκαν καί τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος. «Ἡμεῖς δέ καί τῶν ἁγίων ἐκείνων ἔστιν οἷς αὐτοπροσώπως ὡμιλήσαμεν καί διδασκάλους ἐχρησάμεθα».
Ἀντιθέτως «οἱ νέοι διδάσκαλοι τῆς ἡσυχίας, οἰ μηδ’ ἴχνος ἠσυχίας εἰδότες, μηδ’ ἀπό πείρας, ἀλλ’ ἀπό λογολεσχίας νουθετοῦντες, ἀθετεῖν καί μεταδιδάσκειν καί ἐξουθενεῖν πειρῶνται, πρός οὐδέν χρήσιμον τῶν ἀκουόντων»21.
Αὐτός πού πιστεύει ὅτι μπορεῖ νά εὔρῃ τήν ἀλήθεια «τοῖς οἰκείοις λογισμοῖς καί ταῖς δι’ αὐτῶν συζητήσεσι.... διαιρέσεσί τε καί συλλογισμοῖς καί ἀναλύσεσιν» εἶναι σαρκικός (ψυχικός) χωρίς πεῖρα πνευματική22.
Ἀλλ’ οὔτε καί νά κατανοήσουν τούς λόγους τῶν πεπειραμένων μποροῦν οἱ ἄπειροι, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος:
«Ὁ ἐλλάμψεως Θεοῦ αἴσθησιν καί ἐνέργειαν τοῖς ἀγεύστοις
διά λόγου διηγεῖσθαι βουλόμενος, ὅμοιός ἐστι τῷ τοῖς μή
γευσαμένοις μέλιτος τήν αὐτοῦ γλυκύτητα διά λόγων
διδάσκειν ἐθέλοντι»23.
Ἔτσι μποροῦμε νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ ἅγιος Γρηγόριος δέχεται ὡς μέθοδο θεολογική τήν ἀποδεικτική, αὐτήν δηλαδή πού ἀποδεικνύει τίς θεολογικές θέσεις μέ συλλογισμούς βάσει τῆς Ἀποκαλύψεως καί τῶν καταγεγραμμένων ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων, καί ἀπορρίπτει ὡς μή Ὀρθόδοξο τήν διαλεκτική μέθοδο τοῦ Βαρλαάμ, ἡ ὁποία καταλήγει στόν ἀγνωστικισμό24.
Εἶναι προφανές ὅτι κριτήριο τῆς γνησίας καί ἀληθοῦς θεολογίας εἶναι ἡ στάσις καί ἡ σχέσις της πρός τήν ἐμπειρία τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Ζῶντα προσωπικό Θεό.
Στό σημεῖο αὐτό διαφοροποιεῖται ἡ Ὀρθόδοξος ἀπό τήν Δυτική θεολογία. Ὁ Θεός τῶν Ὀρθοδόξων δέν εἶναι μία ἀπρόσωπος ἀρχή, μία ἰδέα, τήν ὁποία προσπαθοῦμε νά προσεγγίσουμε μέ φιλοσοφικούς στοχασμούς καί ἔννοιες.
Γι’ αὐτό καί κριτήριο τῆς θεολογίας δέν εἶναι ἡ φιλοσοφία, ἀλλά ἡ ἐν Χάριτι ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ ὡς προσωπικοῦ Θεοῦ.  Γιά τόν Βαρλαάμ καί τούς ὁμόφρονές του ὁ Χριστιανισμός μπορεῖ νά ἀναχθῇ στήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ διά τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἔξω παιδείας καί γνώσεως.  Πρέπει νά μελετήσῃ και οἰκειωθῇ τόν Πυθαγόρα, τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη.
Γιά τούς ἡσυχαστάς καί τόν ἅγιο Γρηγόριο προϋποθέσεις γνώσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κάθαρσις ἀπό τά πάθη, ἡ μυστηριακή ζωή καί ἡ προσευχή.
«Καθαρότητος γάρ ἄνευ, κἄν μάθῃς τήν ἀπό Ἀδάμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός οὐδέν ἧττον, ὅτι μή καί μᾶλλον, ἔσῃ ἤ σοφός· ἐκείνης δέ ἄνευ, καθαρθείς καί τῶν πονηρῶν ἠθῶν καί δογμάτων ἀπαλλάξας τήν ψυχήν, τήν νικῶσαν τόν κόσμον τοῦ Θεοῦ σοφίαν κτήσῃ καί ‟τῷ μόνῳ σοφῷ Θεῷ’’ συνδιαιωνίσεις ἀγαλλόμενος»25.
Κατά τόν ἐπίσκοπο Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιο Γιέβτιτς: Γιά τούς ἡσυχαστάς «ἡ Ἀλήθεια, πού ἐδόθη ἀπό τόν Θεό, εἶναι πάντα καί πάντοτε ἀσύγκριτα μεγαλυτέρη καί εὐρύτερη ἀπό τίς δικές μας ἔννοιες, κατηγορίες καί ἰδέες, ἀπό ὅλα τά διαλεκτικά ἐπιχειρήματα καί κάθε ἐπιχειρηματολογία.  Δέν μποροῦμε νά γνωρίσουμε τήν ἀλήθεια, παρά διά μέσου τῆς ζωντανῆς ἐμπειρίας τῆς πίστεως, τῆς ἐν χάριτι κοινωνίας μέ τόν Θεόν, τῆς ζωντανῆς σχέσεως καί κοινωνίας μαζί Του· μόνο τότε εἴμαστε σέ θέση νά μαρτυροῦμε αὐθεντικά γιά τήν Ἀλήθεια»26.

Πρόκειτα λοιπόν γιά δύο τελείως διαφορετικές μεθόδους προσεγγίσεως τῆς ἀληθείας. Γι’ αὐτό καί ἡ σύγκρισις ἡσυχαστῶν καί ἀντιησυχαστῶν τόν 14ο αἰῶνα ἦταν ἀναπόφευκτος. Ἐπρόκειτο δέ κατ’  οὐσίαν περί συγκρούσεως δύο οὑμανισμῶν, τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ οὑμανισμοῦ τῆς Ἰταλικῆς Ἀναγεννήσεως καί τοῦ Ὀρθοδόξου θεανθρωποκεντρικοῦ οὑμανισμοῦ.
Εἶναι παράδοξο, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο, ὅτι τοῦ «Λόγου Θεοῦ σωματικῶς ἐνδημήσαντος, ὅς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπό Θεοῦ, καί τοῦ φωτός ἀνασχόντος, ὅς φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον,ἡμέρας τε διαυγασάσης καί φωσφόρου ἀνατείλαντος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τῶν πιστῶν, κατά τόν τῶν ἀποστόλων κορυφαῖον, αὐτοί τε δέονται θρυαλλίδος ἐπισκευαστῆς (τεχνικό φυτίλι), τῆς ἀπό τῶν ἔξω φιλοσόφων γνώσεως πρός θεογνωσίαν ὁδηγούσης, καί τούς ἄλλους παραινοῦσιν, ἀφεμένους τοῦ καθ’ ἡσυχίαν διά τῆς τῶν λογισμῶν ἐπιστασίας καθαίρειν ἑαυτούς καί δι’ ἀδιαλείπτου
προσευχῆς προσανέχειν τῷ Θεῷ, καταγηρᾶν μάτην, λύχνῳ τυφωμένῳ παρακαθημένους»27.
Ἐδῶ ἔχουμε καί τήν πρώτη θεολογική προϋπόθεσι κάθε ἀληθοῦς ἐμπειρίας καί θεολογίας, πού εἶναι ἡ σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ὁποία κατέστησε σέ μᾶς δυνατή τήν μετοχή καί γνῶσι τῆς καινῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστός «συνανακιρνᾷ ἑαυτόν (μέ τούς πιστούς) διά τῆς τοῦ ἁγίου σώματος αὐτοῦ μεταλήψεως, καί σύσσωμος ἡμῖν γίνεται καί ναόν τῆς ὅλης θεότητος ἡμᾶς ἀπεργάζεται....πῶς  οὐχί διά τῆς θεϊκῆς αὐγῆς τοῦ ἐν ἡμῖν σώματος αὐτοῦ τάς ψυχάς περιαστράψας φωτίσει τῶν ἀξίως μετεχόντων, ὡς τῶν μαθητῶν ἐν Θαβώρ καί τά σώματα ἐφώτισε;»
Προσθέτει δέ, ὅτι κατά τήν Μεταμόρφωσι ἔβλεπαν οἱ μαθηταί τό Φῶς ἔξωθεν προερχόμενο, τώρα ὅμως «ἀνακραθέν ἡμῖν καί ἐν ἡμῖν ὑπάρχον εἰκότως ἔνδοθεν περιαυγάζει τήν ψυχήν»28.
Ἄλλη βασική προϋπόθεσις εἶναι ἡ διάκρισις οὐσίας καί ἐνεργείας στόν ἄκτιστο Θεό.  Εἶναι γνωστό καί ἔχει δεόντως τονισθῆ ὅτι χωρίς τήν διάκρισι αὐτή καί τήν πίστι ὅτι οἱ θεῖες ἐνέργειες εἶναι ἄκτιστες, καί γι’ αὐτό θεοποιοί,  εἶναι ἀδύνατη κάθε πραγματική ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί κάθε ἀληθής θεολογία.
 Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ ἔλλειψις αὐτῆς τῆς διακρίσεως στήν Δυτική θεολογία ὡδήγησε, κατά τήν γνώμη διαπρεπῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, καί στήν αἵρεσι τοῦ filioque, ἀλλά καί σέ ὅλες τίς γνωστές ἐκκλησιολογικές παρεκκλίσεις τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ (πρωτεῖο, ἀλάθητο, καθαρτήριο πῦρ)29.
Ἡ ἐμμονή τῆς Δύσεως στήν διδασκαλία περί τῆς κτιστῆς χάριτος καί πέρι τοῦ Θεοῦ ὡς actus purus (καθαρά ἐνέργεια) εἶναι θεμελιώδης διαφορά μας, πού θά πρέπει ὁπωσδήποτε νά συζητηθῇ καί διευκρινισθῇ, ὅπως καί οἱ λοιπές βασικές διαφορές, πρός πάσῃς τυχόν ἐν τῷ μέλλοντι ἑνώσεως.;
Τρίτη βασική θεολογική προϋπόθεσις εἶναι ὅτι καμμία ἐμπειρία καί θελολογία δέν ἠμπορεῖ νά εἶναι ἀσφαλής καί γνησία, ἐφ’ ὅσον ἀποτελεῖ ἀτομική ἐμπειρία καί δέν κατοχυρώνεται μέσα στήν  καθολική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.  Διά τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας οἰκειούμεθα τή θεία Χάρι καί αὐτῆς τῆς Χάριτος λαμβάνουμε τήν ἐμπειρία.
Οἱ ἐκτός ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἀτομικές ἐμπειρίες κινδυνεύουν νά εἶναι ψυχολογικές ἤ δαιμονικές καί πάντως ὄχι τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν τόν κίνδυνο διατρέχουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας πού ζητοῦν τέτοιες ἐμπειρίες χωρίς μυστηριακή ζωή, χωρίς ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο πίστι καί χωρίς ὑπακοή σέ ἀπλανῆ Πνευματικό Πατέρα.
Πολλές τέτοιες λανθασμένες ἐμπειρίες καί θεολογίες ἀνεπτύχθησαν στήν Δύσι μέ τήν μορφή μάλισα θεολογικῶν κινημάτων, ὅπως ὁ γνωστός pietismus πού δέν ἄφησε ἀνεπηρέαστους καί ἰδικούς μας κύκλους.

Τετάρτη προϋπόθεσις γνησίας ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ἀφορᾷ τόν ὅλο ἄνθρωπο ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα καί ὄχι ἕνα τμῆμα τοῦ ἀνθρώπου, π.χ. μόνο τό συναίσθημα ἤ μόνο τό νοῦ ἤ μόνη τήν ψυχή χωρίς τήν συμμετοχή τοῦ σώματος. Ὅπως στήν πτῶσι καί στή ἁμαρτία συμμετέχει ὁ ὅλος ἄνθρωπος (τό τριμερές τῆς ψυχῆς καί τό σῶμα), ἔτσι καί στήν μετάνοια καί θέωσι συμμετέχει ἐπίσης καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα.

Γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀπαιτεῖται κάθαρσις καί ἀπάθεια τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί προσευχή, στήν ὁποία συμμετέχει ὁ ὅλος ἄνθρωπος. Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι μόνο νοερά ἀλλά καί καρδιακή, στήν ὁποία συμμετέχει καί τό σῶμα (εἰσπνοή-ἐκπνοή, ἐκφώνησις εὐχῆς διά τοῦ στόματος στά πρῶτα στάδια, μετάνοιες, κατανυκτικά δάκρυα καί σαυροκοπήματα). Λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Παλαμᾶς.
«Ὡς γάρ τοῖς τῶν αἰσθήσεων καί φθαρτῶν ἡδονῶν ἀντεχομένοις τό τῆς ψυχῆς ἐπιθυμοῦν ὅλον κενοῦται πρός τήν σάρκα καί διά τοῦτο ὅλοι σάρκες γίνονται καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατά τό γεγραμμένον οὐκ ἔνι καταμένειν ἐν αὐτοῖς, οὕτω τοῖς ἀνυψώσασι τόν νοῦν πρός τόν Θεόν
καί τοῦ θείου πόθου τήν ψυχήν ἐξηρτημένοις, καί ἡ σάρξ μετασκευαζομένη συνανυψοῦταί τε καί συναπολαύει τῆς  θείας κοινωνίας καί κτῆμα καί αὐτὴ γίνεται καί οἴκημα  Θεοῦ, μηκέτ’ ἐνοικουροῦσαν ἔχουσα τήν πρός Θεόν ἔχθραν, μηδέ κατά τοῦ πνεύματος ἐπιθυμοῦσα»30.
Καί ἀλλοῦ τονίζει χαρακτηριστικά:
«Λαμβάνει γάρ οὐχ ἡ ψυχή μόνον τόν ἀρραβῶνα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ἀλλά καί τό σῶμα τό συνδιανῦον τόν πρός ταῦτα τοῦ εὐαγγελίου δρόμον»31.
Ἡ δέ θεία ἡδονή, τήν ὁποία ὁ ὑπερβάς κάθε ἁμαρτωλή ἡδονή γεύεται «κατά τήν προσευχήν αἰσθήσει νοερᾷ», μετασκευάζει «καί τό σῶμα πρός τόν ἀπαθῆ καί θεῖον ἔρωτα»32..

Πέμπτη προϋπόθεσις γνησίας ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ συνεργία Θεοῦ καί ἀνθρώπου.  Τήν θέωσι, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο, ἐνεργεῖ ὁ Θεός καί πάσχει ὁ ἄνθρωπος.  Τό πάσχειν ὅμως τήν θέωσι δέν σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανός παθητικά ἀναμένει τήν θεώσι. Ἡ θεωρία-θέα τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει πάντα τήν πρᾶξι.  Πρᾶξις δέ εἶναι ὁ ἀγώνας γιά τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τήν κάθαρσι ἀπό τά πάθη, τήν ἄσκησι, τήν ἡσυχαστική προσευχή.
Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, ὅπως συνάγεται ἀπό τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, εἶναι ἡ ὑψίστη ἐπί γῆς ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, θεοπτία καί θεογνωσία.  Λίγοι δέ σέ κάθε γενεά ἀξιώνονται αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Ὅλοι ὅμως οἱ πιστοί χριστιανοί παρηγοροῦνται καί ἐνισχύονται, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι δυνατή ἀπό τήν παροῦσα ζωή ἡ ἔλλαμψις καί μέθεξις τοῦ Θείου Φωτός πού ἀποτελεῖ καί τά προοίμια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Παραπέμποντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος στόν Μέγα Μακάριο θεωρεῖ ὅτι «ἡ τοῦ ἐπουρανίου φωτός ἐν ἀποκαλύψει καί δυνάμει τοῦ πνεύματος ἔλλαμψις» εἶναι «τό ἐντελές τοῦ χριστιανισμοῦ μυστήριον» καί τό «τέλειον μυστήριον τῆς χάριτος», τό ὁποῖον ἀποτυγχάνουν νά ἀπολαύσουν ὅσοι νομίζουν ὅτι φωτισμός τοῦ Πνεύματος εἶναι «ἡ διά νοημάτων γνῶσις»33.
Οἱ ἀρνούμενοι ὅτι ὁ Θεός στούς θεουμένους ὁρᾶται «ὡς φῶς ὑπέρ φῶς», πιστεύοντας ὅτι λογικῶς μόνο θεωρεῖται ὁ Θεός, ὁμοιάζουν μέ τούς τυφλούς, οἱ ὁποῖοι «τῆς τοῦ ἡλίου θέρμης μόνης ἀντιλαμβανόμενοι τοῖς ὁρῶσιν ἀπιστοῦσιν ὅτι καί φαιδρός ἐστιν ὁ ἥλιος», μένουν δέ καί «ἀνέραστοι πρός τόν αὐτοπτικόν καί αὐτονόητον ἐκεῖνον ἔρωτα»34.
Ποία ἀνθρωπολογική σημασία ἔχει τό γεγονός τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός καταδεικνύει ἡ μαρτυρία τῶν νηπτικῶν καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ὅτι τό φῶς τό ὁποῖο βλέπουν ἐντός αὐτῶν οἱ θεούμενοι εἶναι «τό τῆς θεώσεως αὐτῶν ἔνδυμα».
Ὁ ἅγιος Παλαμᾶς παραπέμποντας στίς ἐμπειρίες τῶν παλαιῶν καί συγχρόνων του Ἁγίων προσπαθεῖ νά κρύψῃ τίς ἰδικές του ἐμπειρίες.  Τοῦτο ὅμως δέν τό κατορθώνει πάντα.
Ὁμιλῶν περί τῆς κατά τήν καθαρά προσευχή συμβαινούσης ἐκστάσεως ἤ θείας ἁρπαγῆς, ἡ ὁποία εἶναι τοκετός τῆς καθαρᾶς προσευχῆς, λέγει πῶς θεᾶται τό Ἄκτιστο Φῶς:
«μήτε μέντοι πρός τά κάτω περαινόμενον, μήτε πρός τά ἄνω, μητ’ ἐπί τά πλάγια, καί πέρας ὅλως οὐχ ὁρᾷ τοῦ  ὁρωμένου καί περιλάμποντος αὐτόν (τόν νοῦν) φωτός, ἀλλ’ ὥσπερ ἄν εἴ τίς ἦν ἥλιος ἀπειροπλασίως  λαμπρότερος τε καί μείζων τοῦ παντός·  μέσον δ’ ἕστηκεν αὐτός, ὤν ὅλος ὀφθαλμός»35.


* * *

Ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀληθῆ περί θεώσεως διδασκαλία, διότι εἶναι ἡ ἴδια κοινωνία θεώσεως. Οὐδέποτε δέ ἔπαυσε νά προσφέρῃ στόν κόσμο τά φωτόμορφα τέκνα της, τά ὁποῖα ἠλλοιώθησαν «ὀθνείαν ἀλλοίωσιν εὐπρεπεστάτην». Τέτοιος ἦταν καί στήν γενέα μας ὁ προσφάτως κοιμηθείς μακαρίτης Ἁγιορείτης Γέρων π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς παραδώσῃ τήν ἐμπειρία τοῦ Γέροντος ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἄθω καί τήν ἰδική του προσωπική ἐμπειρία τῆς θέας τοῦ Θεοῦ, ἀνανεώνοντας γιά τήν ἐποχή μας τήν νηπτική παράδοσι τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τό τελευταῖο ἔργο του «Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι» μᾶς δίδει αὐτήν τήν πολύτιμο μαρτυρία.
Συνοψίζοντας ὅλα τά ἀνωτέρω λέγομε, ὅτι ἐμπειρία θεοπτίας καί θεολογία στήν ἁγία μας Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία περιχωροῦνται καί μαρτυροῦν γιά τήν φιλάνθρωπο ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δήλ.  «ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεόν τόν Ἀδάμ ἀπεργάσηται»36.


______________________________________________________________________________

1.Ὑπέρ τῶν Ἱερῶς Ἡσυχαζόντων 1,3, ἐν Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα, Ε.Π.Ε., Θεσ/νικη 1982, τ. 2, σελ. 154, στίχ. 7,8,9.

19.Φιλοκαλία, ἔκδ. ΑΣΤΗΡ Α.Ε. Παπαδημητρίου, ἐν Ἀθήναις 1976, τ.Δ΄, σ.192, στίχ.29.
20.Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα, ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 142, 11-144, 1.
21.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 142, 27.
22.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 176, 2.
23.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ.2, 258,16.
24.Πρβλ. Γεωργίου Μαντζαρίδου, Παλαμικά, Ἔκδ. Πουρνάρα, Θεσ/νίκη 1973, σ. 88.
25.Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα, ἔνθ’ἀνωτ. τ. 2, 64, 18. 26. Ἐπισκόπου Βανάτου Ἀθανασίου (Γιέβτιτς), Συνάντησις τῆς Σχολαστικῆς θεολογίας καί τοῦ Ἡσυχασμοῦ στό ἔργο τοῦ ἁγίου Νείλου Καβάσιλα, Φῶς Ἱλαρόν, ἔκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Ἀθῆναι, 1991, σελ. 178. 27.Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα, ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 70,15. 28.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 228, 32-230,16. 29.Βλ. Γεωργίου Γαλίτη, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, ἀνάτυπον ἐκ τοῦ περιοδ. ‟Κοινωνία’’, Ἀθῆναι, 1980, σ. 9.
30. Γρηγορίου Παλαμᾶ Ἔργα, ἔνθ’ ἀνωτ. τ. 2, 136,27.
31.Ἔνθ’ ἀνωτ.τ.2, 220,1.
32.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ.2, 218, 6-8.
33.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ.2, 172, 20-28.
34.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ.2, 170, 5-22.
35.Ἔνθ’ ἀνωτ. τ.2, 196, 5-13.
36.Μηνιαῖον Μαρτίου, Δοξαστικόν Αἴνων, τῇ ΚΕ΄ Μαρτίου. Πρβλ. Μ.Ἀθανασίου ἔργα, Ε.Π.Ε. Θεσ/νίκη 1975, τ.1, σελ. 366, στίχ. 25: «αὐτός (ὁ Λόγος) γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» καί τ. 3 σελ. 298, στίχ. 15.
 

(*Εἰσήγησις κατά τό διεθνές συμπόσιο ‟Τό Ἅγιον Ὄρος,
Χθές-Σήμερα-Αὔριον’’, Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν, Θεσσαλονίκη,
29 Ὀκτωβρίου -1 Νοεμβρίου 1993.) σελ.49-62




Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
Ἅγιον Ὄρος
2000
σελ. 49-54
Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ