Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Περιπέτειες στά βάθη τῆς Καμτσάτκας. Μέρος Γ'. Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος


Περιπέτειες στά βάθη τῆς Καμτσάτκας
Μέρος Γ'


Στή σκληρή καθημερινή πάλη τους μέ τή φύση γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν ἀναγκαίων τῆς ζωῆς, οἱ κάτοικοι τῆς Καμτσάτκας ἐξέθεταν τούς ἑαυτούς τους σέ πολλούς κινδύνους. Ἰδιαιτέρως οἱ κυνηγοὶ κινδύνευαν ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν ἄγριων ζώων τῆς πολικῆς ἐρήμου.
Τά πιό ἐπικίνδυνα ζῶα ἦταν οἱ ἀρκοῦδες. Στήν Ἄπω Ἀνατολή ὑπάρχουν δύο εἴδη, ἡ λευκή ἀρκούδα τῶν πάγων καί ἡ μαύρη τῆς τούντρας καί τῶν δασῶν.
Δέν ἦταν σπάνιο νά δεῖ κανείς λευκές ἀρκοῦδες πάνω στά παγόβουνα, πού ἔπλεαν ἀργά στήν πολική θάλασσα.  Μετακινοῦνταν ἀπό τόπο σέ τόπο γιά νά βροῦν τροφή, χρησιμοποιώντας σάν μεταφορικά μέσα τά κινούμενα παγόβουνα. Ἐκεῖ πάνω τίς ἔβρισκαν καί τίς κυνηγοῦσαν μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους οἱ ἰθαγενεῖς.
Οἱ πιό φημισμένοι ἀρκτοκυνηγοί ἦταν οἱ τσοῦκτσοι καί οἱ  κοριάκοι. Πλησίαζαν μέ πλοιάρια τά παγόβουνα, πηδοῦσαν πάνω μέ προφύλαξη κι ἐπτηδειότητα, κι ἄρχιζαν ἔπειτα ἕνα θανάσιμο ἀγώνα μέ τίς λευκές ἀρκοῦδες. Συνήθως νικητής ἀναδεικνύεται ὁ κυνηγός. Ὄχι σπάνια ὅμως τραυματίζεται ἀπό τά ἐξαγριωμένα θηρία.  Καί καμιά φορά πληρώνει μέ τή ζωή του τήν τόλμη του.
Τά γουναρικά τῆς ἀρκούδας ἦταν πανάκριβα. Ἄν δέν ὑπῆρχαν οἱ ξένοι ἔμποροι, πού πλούτιζαν ἀπομυζώντας τόν πλοῦτο τῆς Καμτσάτκας, οἱ κυνηγοὶ θ’ ἀποκόμιζαν τεράστια κέρδη. Ἀλλα δυστυχῶς τούς ξεγελοῦσαν οἱ ἀμερικάνοι καί οἱ ἑβραῖοι, καί ἅρπαζαν τά κυνήγια τους γιά ἕνα κομμάτι ψωμί.

Ἐκτός ἀπό τίς λευκές ὑπάρχουν ὅπως εἶπα καὶ οἱ μαῦρες ἀρκοῦδες, πού ζοῦν στό ἐσωτερικό τῆς χερσονήσου.
Κάθε χρόνο τήν ἄνοιξη, γύρω στήν ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ξεκινοῦν γραμμή πρός τή θάλασσα. Εἶναι ἡ ἐποχή πού τά ψάρια ἀφθονοῦν στά παράλια καί στίς ἐκβολές τῶν ποταμῶν. Οἱ ἀρκοῦδες βουτᾶνε τὰ πόδια τους στό νερό καί μέ μιάν ἀστραπιαία, ἐπιδέξια κίνηση βγάζουν ἔξω τά ψάρια. Πιάνουν μ’ αὐτό τόν τρόπο πολλά ψάρια καί τά καταβροχθίζουν λαίμαργα.
Ἀνέβαινα μιά φορά σέ κάποιο ὕψωμα γιά νά στήσω στήν κορυφή του ἕνα μεγάλο σταυρό.  Μέ συνόδευε ἕνας ντόπιος καμτσαντάλος. Καθώς βάδιζα στό μονοπάτι πρός τήν κορυφή, βλέπω ξαφνικά, λίγα μέτρα μπροστά μου, μιά τεράστια ἀρκούδα.
Ἦταν ξαπλωμένη νωχελικά στή μέση τοῦ μονοπατιοῦ.  Τρόμαξα και κοντοστάθηκα. Ὁ καμτσαντάλος ὅμως μέ καθησύχασε, βεβαιώνοντάς με πώς ἡ ἀρκούδα δέν θά μᾶς πείραζε. Ἦταν χορτάτη καί ξεκουραζόταν. Τήν προσπεράσαμε ἀργά, παριστάνοντας τούς .... ἀδιάφορους. Πράγματι, ἀπομακρυνθήκαμε χωρίς νά τῆς κινήσουμε τό ἐνδιαφέρον.

Μιάν ἄλλη φορά ταξίδευα νύχτα μέ τό ἕλκηθρο στή χιονισμένη τούντρα.  Πέρασα ἀπό ἕνα χωράφι. Ὅλες οἱ καλύβες ἦταν σκοτεινές, ἐκτός ἀπό μία πού τήν εἶδα φωτισμένη. Ἤμουν κουρασμένος καί παγωμένος. Σκέφτηκα νά ζητήσω κατάλυμα γιά τήν ὑπόλοιπη νύχτα σ’ ἐκείνη τήν καλύβα.
Μπαίνοντας μέσα, εἶδα ἕνα νοσοκόμο νά σκύβει πάνω ἀπό ξαπλωμένο καμτσαντάλο.  Παραδίπλα μιά σωριασμένη γυναίκα ἔκλαιγε βουβά.
Ὁ νοσοκόμος χάρηκε, μόλις μέ εἶδε, καί ζήτησε βοήθεια. Ἤθελε νά τοῦ κρατήσω τή λάμπα πάνω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ καμτσαντάλου, γιά νά τόν περιποιηθεῖ.  Κατάλαβα πώς ἦταν τραυματισμένος.
Πῆρα τή λάμπα τοῦ πετρελαίου καί πλησίασα.
Τό θέαμα πού ἀντίκρυσα μ’ ἔκανε νά φρίξω.
-Πάρτε τή λάμπα σᾶς παρακαλῶ. Δέν ἀντέχω νά βλέπω, παρακάλεσα τόν νοσοκόμα κι ἔκανα πίσω.
Ἕνα αἴσθημα ναυτίας μέ κυρίεψε.
-Σᾶς παρακαλῶ, παπούλη, συγκρατηθεῖτε. Πρέπει νά βοηθήσουμε αὐτό τόν ἄνθρωπο.  Καί ἡ γυναίκα του δέν ἄντεξε νά κρατήσει τήν λάμπα. Τί θά κάνουμε λοιπόν; Θά τόν ἐγκαταλείψουμε;
Ξανάπιασα τήν λάμπα και πλησίασα. Προσπάθησα νά κυριαρχήσω στόν ἑαυτό μου.
Ὁ καμτσαντάλος ἔβγαζε πνιχτά βογγητά. Εἶδα τώρα καλύτερα τό πρόσωπό του. Ἦταν τελείως παραμορφωμένο.  Τοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ μιά ἐξαγριωμένη ἀρκούδα.  Πλησίασε κατά λάθος στόν τόπο, ὅπου ἡ ἀρκούσα εἶχε γεννήσει τά μικρά της, κι ἐκείνη φοβήθηκε πώς θά τούς ἔκανε κακό. Τό μητρικό της φίλτρο τήν ἔκανε ἔξαλλη. Ὅρμησε ἀσυγκράτητη στόν καμτσαντάλο καί  -ὅπως κάνουν πάντα οἱ ἀρκοῦδες, ὅταν ἐπιτίθενται -ἔχωσε τά νύχια της βαθιά στό πρόσωπό του, ἀκριβῶς πάνω ἀπό τά μάτια. Ἔσυρε ἔπειτα τά νύχια της μέχρι τό σβέρκο καί τοῦ ξεκόλλησε τό δέρμα τοῦ κρανίου μαζί μέ τά μαλλιά.  Τό δέρμα κρεμόταν τώρα ἐλεύθερο, ἐνῶ ὁλόκληρο τό κεφάλι του ἦταν πλημμυρισμένο στό αἷμα.
Εὐτυχῶς ὁ καμτσαντάλος, ρωμαλέος καί σβέλτος, κατόρθωσε νά ξεφύγει μετά ἀπό μικρή πάλη, πού στή διάρκειά της ὅμως εἶχε ἄλλη μιά ἀπώλεια: Μέ τά κοφτερά της δόντια ἡ ἀρκούδα τοῦ δάγκωσε –σχεδόν τοῦ μάσησε! – τό ἀριστερό χέρι ἀπό τά δάχτυλα μέχρι τόν ἀγκώνα.
Ὁ νοσοκόμος ψύχραιμος καί ἱκανός, περιποιήθηκε τίς πληγές τοῦ τραυματισμένου μέ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια. Ἀναπόφευκτα ὅμως θά τοῦ ἔμενε κάποια ἀναπηρία γιά ὅλη του τή ζωή.


*  * *
Ὅταν ταδίδευα πρός τήν ἠπειρωτική χώρα, ἔπαιρνα συνήθως τό δρόμο πού περνάει δίπλα ἀπό τόν ποταμό Ἀνάπκα. Ἐκεῖ μαίνονται συνεχῶς χιονοθύελλες καί ἀνεμοστρόβιλοι, πού ἀπειλοῦν μέ μύριους κινδύνους τούς ταξιδιῶτες.  Δυστυχῶς ὅμως, δέν ὑπῆρχε τότε ἄλλος δρόμος πρός τά ἠπειρωτικά. Οἱ ἀνεμοστρόβιλοι δημιουργοῦνται ἐξαιτίας μιᾶς στενῆς χαράδρας, πού σχηματίζουν τά βράχια ἀνάμεσα στούς ποταμούς Ἀνάπκα καί Πουστόι.
Τό χειμώνα τοῦ 1911, ὅταν διέσχιζα μέ πέντε ἕλκηθρα ἐκείνη τή χαράδρα εἶδα τό χάρο μέ τά μάτια μου.
Ξεσηκώθηκε ξαφνικά μιά φοβερή χιονοθύελλα.  Ποτέ ἄλλοτε δέν εἶδα τέτοιο κακό. Ὁ ἄγριος παγωμένος ἀέρας ἔπαιρνε τά πάντα. Καί τό πυκνό χιόνι μαστίγωνε ἀλύπητα ἀνθρώπους καί ζῶα.  Δέν μπορούσαμε νά δοῦμε μπροστά μας οὔτε μισό μέτρο.  Καί δέν ὑπῆρχε τρόπος νά προφυλαχθοῦμε ἀπό τή μανία τῆς θύελλας. Τά ἕλκηθρα χωρίστηκαν καί χάθηκαν στή χιονισμένη ἔρημο.  Οἱ τάρανδοι, πού τά ἔσερναν, ἔπεσαν κάτω μισοπεθαμένοι, ἀνήμποροι ν’ ἀντισταθοῦν, σ’ ἐκείνη τή λαίλαπα.
Στό δικό μου ἕλκηθρο βρισκόταν κι ἕνας ἀγωγιάτης ἐβένος, νέο παλληκάρι. Παλέψαμε μαζί μέ τή θύελλα πέντε ὁλόκληρα μερόνυχτα!  Τό χιόνι μᾶς σκέπαζε συνέχεια.  Ἤμασταν νηστικοί, γιατί τό ἕλκηθρο μέ τά τρόφιμα εἶχε χαθεῖ. Τά χέρια καί τά πόδια μας ἄρχισαν νά ξυλιάζουν ἄν καί χωμένα μέσα στίς γοῦνες.  Τήν ἕκτη μέρα πιά εἴχαμε χάσει κάθε ἐλπιδα σωτηρίας.
Ὁ ἀγωγιάτης προσφέρθηκε θαρραλέα νά προχωρήσει σέ ἀναζήτηση τῶν συνοδοιπόρων μας καί τῶν προμηθειῶν. Ἔπρεπε ὅμως νά σοφιστοῦμε κάτι, γιά νά μή χαθεῖ μέσα στή θύελλα.  Στό ἕλκηθρό μας ὑπῆρχε ἕνα λουρί ἀπό δέρμα φώκιας, μήκους δεκαεπτά μέτρων περίπου.  Ἔδεσα τήν ἄκρη του στή ζώνη τοῦ ἁγωγιάτη καί τήν ἄλλη στό ἕλκηθρο.
Ὁ νεαρός ἐβένος ρίχτηκε ἄφοβα μέσα στ’ ἀνεμόχιονο, κι ἄρχισε τήν ἀναζήτηση τῶν ἄλλων γύρω ἀπό τό ἕλκηθρό μας, σέ ἀκτίνα ὅση καί τό μῆκος τοῦ λουριοῦ. Μόλις ἔκανε δυό βήματα, τόν ἔχασα ἀπό τά μάτια μου· τόσο πυκνό  ἦταν τό χιόνι πού στροβιλιζόταν στόν ἀέρα.
Καθυστέρησε πολύ νά γυρίσει πίσω.  Στή σκέψη πώς μπορεῖ κάπου νά πάγωσε, μ’ ἔλουσε κρύος ἱδρώτας.
Στό μεταξύ ἔνιωθα νά χάνω συνέχεια δυνάμεις.  Βάλθηκα νά φωνάζω, μά ἡ φωνή μου χανόταν μέσα στό τρελό βουητό τῆς θύελλας.  Προσπάθησα νά τραβήξω τό λουρί, ἀλλά δέν μποροῦσα.
Ἡ αἴσθηση τῆς μοναξιᾶς μέσα σ’ αὐτή τήν ἀπέραντη χιονισμένη ἔρημο καί τό φάσμα τοῦ θανάτου μέ συνεπῆραν.
Ἄρχισα νά ψέλνω τή νεκρώσιμη ἀκολουθία γιά τόν ἑαυτό μου καί τούς συνταξιδιῶτες μου.  Κατάλαβα πώς τό τέλος μου πλησίαζε, γιατί μ’ ἔπιασε μιά ἀκατανίκητη ὑπνηλία.  Ἤξερα πώς αὐτό εἶναι τό πρῶτο σύμπτωμα τοῦ θανάτου ἀπό πάγωμα.
Ἄρχισα κιόλας νά βλέπω εὐχάριστα ὄνειρα: σκηνές ἀπό τά παιδικά μου χρόνια στό πατρικό σπίτι, τά ἀγαπημένα μου πρόσωπα, τόν ἑαυτό μου κοντά στό τζάκι καί τή μητέρα νά μοῦ προσφέρει διάφορες λιχουδιές.
Ἀγωνιζόμουν ἀπεγνωσμένα νά διώξω τόν ὕπνο. Προσπαθοῦσα νά κινηθῶ καί νά κρατήσω ἀνοιχτά τά μάτια μου. Οἱ νιφάδες μοῦ τρυποῦσαν σάν ἀγκάθια τό πρόσωπο κι ὁ παγωμένος ἀέρας μ’ ἔκαιγε σάν τή φωτιά.  Προσευχόμουν συνέχεια, ζητώντας ἔλεος ἀπό τόν Κύριο και ἐκλπαρώντας τή σγυχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μου. Δέν εἶχα πιά ἐλπίδα πώς θά σωθῶ.
Κάποια στιγμή πῆρα εἴδηση πώς ὁ ἀγωγιάτης γύρισε πίσω κι ἔπεσε ἐξαντλημένος δίπλα μου, πάνω στό χιόνι. Ὁ ἀγώνας του εἶχε ἀποβεῖ ἄκαρπος.
Τότε ὅμως συνέβη καί τό ἀπροσδόκητο θαῦμα.  Ἡ θύελλα ἄρχισε νά κοπάζει. Ἡ ὁρατότητα ἔγινε σταδιακά καλύτερη. Σέ λίγο ὁ ἄνεμος εἶχε πέσει. Οἱ νιφάδες τοῦ χιονιοῦ ἔπεφταν τώρα μαλακά καί ἤρεμα στό ἔδαφος. Κι αὐτό μέσα σέ ἐλάχιστο χρόνο.
Ἡ ὑπνηλία μ’ ἐγκατέλειψε. Ἡ χαρά μοῦ ἔδωσε φτερά.  Ξέχασα καί τήν πείνα καί τό κρύο καί τήν ἐξάντληση.
Μ’ ἕνα βλέμμα τριγύρω διαπίστωσα πώς ὅλοι οἱ τάρανδοι ἦταν νεκροί.  Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὅμως κανένας ἄνθρωπος. Τά ἕλκηθρα ἦταν σκορπισμένα σέ μεγάλες ἀποστάσεις.  Χωρίς ζῶα τώρα, θά ἔπρεπε νά ζευτοῦμε ἐμεῖς καί νά τά σύρουμε.
Σέ λίγο μαζευτήκαμε ὅλοι κι ἀγκαλιαστήκαμε χαρούμενοι.  Μά σάν κοιταχτήκαμε τρομάξαμε. Δέν βλέπαμε ἀνθρώπους ζωντανούς, ἀλλά λείψανα μόλις βγαλμένα ἀπό τούς τάφους.
Οἱ καρδιές μας σφίχτηκαν.  Δάκρυα συγκινήσεως κύλησαν ἀπό τά μάτια ὅλων, πού πάγωναν πάνω στά μάγουλα καί στίς γοῦνες μας, σχηματίζοντας μικρούς κρυστάλλλους.
Ἀνάψαμε φωτιά γιά νά ζεσταθοῦμε. Ἀπό τό ἕλκηθρο μέ τίς προμήθειες φέραμε τρόφιμα καί θερμαντικά ποτά. Ἔφαγαν καί ἤπιαν καλά ὅλοι, ἐκτός ἀπό μένα. Στό στόμα μου εἶχε δημιουργηθεῖ φλεγμονή πού, παρά τή μαρτυρική πείνα μου, δέν ἐπέτρεπε νά φάω τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό χιόνι.
Παρόμοιο καί μεγαλύτερο ἀκόμα κίνδυνο διατρέξαμε ἐγώ καί οἱ συνοδοί μου στίς ἀρχές τοῦ 1910, πάλι σέ μιά ἀπό τίς ποιμαντικές περιοδεῖες μου στά βάθη τῆς Καμτσάτκας.
Ξεκίνησα ἀπό τό Τσουκότι γιά τό χωριό Γιζίγ, μέ ταξιδιωτικά σκυλιά καί ἀγωγιάτες κοριάκους καί ἐβένους.  Στό μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς δέν παρουσιάστηκε κανένα πρόβλημα. Ὅταν πιά πλησιάζαμε στή Γιζίγ, δώσαμε σέ μιά καλύβα ἰθαγενῶν- τήν τελευταία πού συναντήσαμε στό δρόμο μας- ὅλα τά ἀποθέματα τροφίμων, πού εἴχαμε γιά μᾶς καί τά σκυλιά.
Ἦταν 24 Ἰανουαρίου. Ὁ καιρός καλός καί ἤσυχος. Τίποτα δέν προμηνοῦσε τό κακό πού θ’ ἀκολουθοῦσε.
Ἐντελῶς ξαφνικά σηκώθηκε τρομερή χιονοθύελλα. Ἀκινητοποιηθήκαμε.  Τό χιόνι ἄρχισε νά μᾶς σκεπάζει.  Τά σκυλιά οὔρλιαζαν ἀνατριχιαστικά, ἀνίκανα νά προφυλαχθοῦν.
Στήν ἀρχή νομίσαμε πώς ἦταν μιά ἀπό κεῖνες τίς σύντομες θύελλες τῆς τούντρας.  Πιστεύαμε πώς θά περνοῦσε γρήγορα καί θά συνεχίζαμε ἀνεμπόδιστα τήν πορεία μας.  Γελαστήκαμε ὅμως.  Περνοῦσαν οἱ ὧρες, περνοῦσαν οἱ μέρες, καί ἡ θύελλα δέν κόπαζε.  Καθηλωθήκαμε.
Ἄνθρωποι καί ζῶα ὑποφέραμε ἀπό τήν παγωνιά καί κυρίως ἀπό τήν πείνα.  Σέ μένα παρουσιάστηκε κι ἕνα πρόσθετο βάσανο.  Πρήστηκαν τά πόδια μου καί δέν μποροῦσα νά κινηθῶ καθόλου.  Καί τό πρήξιμο ὅλο καί χειροτέρευε, προκαλώντας δυνατούς πόνους.

Ἐκεῖ δίπλα ὑπῆρχαν μερικές μικροσκοπικές ἰτιές, πού οἱ ντόπιοι τίς ὀνομάζουν «γιάβνι».  Οἱ κοριάκοι προσπάθησαν νά ξεγελάσουν τήν πείνα τους μασώντας τίς φλοῦδες τους.
Οἱ ἔβενοι προχώρησαν σέ μιά πράξη ἄγρια: Σκότωσαν μερικά σκυλιά κι ἔπεσαν μέ βουλιμία στό ὠμό κρέας τους.  Μέ παρότρυναν νά φάω κι ἐγώ.  Μοῦ ἦταν ἀδύνατον ὅμως, παρ’ ὅλη τή ἀπελπιστική μου κατάσταση.  Γιά νά ξεχαστῶ, μασοῦσα ἕνα λουρί ἀπό δέρμα φώκιας.
Ἐπιτέλους τήν πέμπτη μέρα ἄκουσα δίπλα μου τούς ἐβένους νά ξεφωνίζουν χαρούμενοι:
-Σωθήκαμε!  Σωθήκαμε! Ἦρθε ὁ Βάνιας (Γιάννης)!  Ὁ κοζάκος Παντέριν!
Δέν πρόλαβα νά τινάξω ἀπό πάνω μου τό χιόνι, κι ἀντίκρυσα τό συμπαθητικό πρόσωπο τοῦ Παντέριν.  Δέν τόν χαιρέτησα κάν. Ἡ πείνα μ’ ἔκανε νά χάσω τήν αὐτοκυριαρχία μου.
-Δῶσε μου ψωμί!  Γιά τ’ ὄνομα του Χριστοῦ, δῶσε μου λίγο ψωμί!  φώναξα ἱκετευτικά.
Ὁ γέρο-κοζάκος χαμογέλασε καί εἶπε μέ γλυκό ὕφος:
-Περίμενε, μπάτουσκα, περίμενε.  Πρῶτα δῶσε μου τήν εὐχή σου.  Δυό χρόνια ἔχουμε νά ἰδωθοῦμε.  Εὐλόγησά με καί θά σοῦ δώσω ψωμάκι.
Ἡ πείνα ὅμως μέ εἶχε τρελάνει.  Σ’ ἐκείνη τή δύσκολη στιγμή –ντρέπομαι πού τό λέω- ξέχασα τά λόγια τοῦ Χριστοῦ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος....»,  καί συνέχισα νά φωνάζω χωρίς ἔλεγχο:
-Ὄχι, δῶσε μου ψωμί!  Δῶσε μου ψωμί!...
Γρήγορα ὅμως συνῆλθα.  Εὐλόγησα τόν Παντέριν, κι ἐκεῖνος ἔφερε τό ψάρι, ψωμί καί τσάι.  Φάγαμε χωμένοι μέσα στίς γοῦνες, ἐνῶ ἡ θύελλα συνέχιζε νά μαίνεται.
Μέ τήν βοήθεια τῶν ἀγωγιατῶν ὁ Παντέριν ἔστησε μιά μικρή σκηνή κι ἄναψε μέσα φωτιά.  Ἐκεῖ μέ μετέφεραν, γιά νά φροντίσουν τά πρησμένα καί παγωμένα πόδια μου.  Ἡ ζεστασιά καί τό καλό τρίψιμο ἀνακούφισαν τούς πόνους μου.  Παρουσιάστηκε μιά μικρή ὑποχώρηση στό πρήξιμο, πού σιγά-σιγά ἔφυγε ἐντελῶς.
Ἡ θύελλα κράτησε μέχρι τήν 1η Φεβρουαρίου.  Στίς 31 Ἰανουαρίου ὅμως εἶχε γίνει ἤδη πολύ ἤπια.  Μαζευτήκαμε ὅλοι καί κάναμε εὐχαριστήρια προσευχή.  Ὕστερα καθήσαμε γύρω στή φωτιά καί συζητήσαμε εὐχάριστα.  Τότε μόνο μπόρεσα νά ρωτήσω τό γερο-Παντέριν:
-Μά πῶς βρέθηκες κοντά μας, μέ τέτοια θύελλα;
-Ἔφυγα ἀπό Γιζίγ, μπάτουσκα, μέ καλό καιρό. Ἡ χιονοθύελλα μέ βγῆκε ὄχι πολύ μακριά ἀπό σᾶς.  Ὁ ἄνεμος ὅμως  ἦταν εὐνοϊκός γιά μένα καί προχώρησα.  Τά σκυλιά μου σᾶς μυρίστηκαν καί μᾶς ὁδήγησαν κατευθείαν ἐπάνω σας. Ὁ πανάγαθος Θεός βοήθησε ἔτσι κι ἐσᾶς κι ἐμᾶς.
Ἐπικρατοῦσε πιά ἀπόλυτη γαλήνη, ὅταν χωριστήκαμε καί ξεκινήσαμε γιά τούς τόπους τοῦ προορισμοῦ μας.
 
Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ