Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Ἑρμηνεία τῶν Μακαρισμῶν ἀπό τόν Γέροντα Ἀθανάσιο Μυτιληναῖο. Μακαρισμός τέταρτος (Μέρος A΄)

Αποτέλεσμα εικόνας για αθανασιος μυτιληναιος


Βρι­σκό­μα­στε, ἀ­γα­πη­τοί μου, μπρο­στά στόν τέ­ταρ­το μα­κα­ρι­σμό τοῦ Χρι­στοῦ μας, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στή με­γά­λη ἀ­ρε­τή τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Λέ­ει: «μα­κά­ριοι οἱ πει­νῶν­τες καὶ δι­ψῶν­τες τὴν δι­και­ο­σύ­νην, ὅ­τι αὐ­τοὶ χορ­τα­σθή­σον­ται»[1], δη­λα­δή εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι εἶναι αὐ­τοί πού πει­νοῦν καί δι­ψοῦν γιά τή δι­και­ο­σύ­νη , για­τί αὐ­τοί θά χορ­τά­σουν.
Θά πρέ­πει ὅ­μως νά ντρε­πό­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά δι­και­ο­σύ­νη, δι­ό­τι, ἁ­πλού­στα­τα, δι­και­ο­σύ­νη ἐ­πά­νω στή γῆ δέν ὑ­πάρ­χει. Γι’ αὐ­τό ὁ Θε­ός συ­νι­στᾶ καί λέ­ει διά τοῦ προ­φή­του Ἡ­σα­ΐ­ου: «δι­και­ο­σύ­νην μά­θε­τε, οἱ ἐ­νοι­κοῦν­τες ἐ­πὶ τῆς γῆς»[2], μά­θε­τε νά εἶ­στε δί­και­οι, ὅ­λοι ἐ­σεῖς πού κα­τοι­κεῖ­τε ἐ­πά­νω στή γῆ, ὄ­χι βέβαια μό­νο στή γῆ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, ἀλ­λά σέ ὅ­λη τήν οἰ­κου­μέ­νη.
Ἐ­κεῖ­νο γιά τό ὁποῖο τό­σο πεί­να­σε καί δί­ψα­σε ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, τόσο σέ μικρή κλί­μακα, ὅπως στίς σχέσεις ἀνάμεσα σέ δύο ἀνθρώ­πους, ὅ­σο καί σέ μεγαλύτερη κλίμακα, ὅπως στίς σχέσεις ἀνά­με­σα σέ δύ­ο ἤ καί περισ­σό­τε­ρους λα­ούς.
Ὅ­λα τά πο­λι­τι­κά καί τά κοι­νω­νι­κά συ­στή­μα­τα δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά μί­α προ­σπά­θεια γιά τήν ἀ­πο­νο­μή τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἔ­τσι λέ­νε. Ὡστόσο, πο­τέ μά πο­τέ δέν ὑ­πῆρ­ξε, οὔ­τε θά ὑ­πάρ­ξει­ πά­νω στή γῆ, κρά­τος δι­καί­ου ἤ κοι­νω­νί­α δι­καί­ου, σέ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κό βαθ­μό. Πο­τέ! Εἶ­ναι μί­α δυ­στυ­χί­α αὐ­τό, καί συμβαίνει για­τί τό πρό­βλη­μα βρί­σκε­ται μέ­σα στόν ἴ­διο τόν ἄν­θρω­πο. Νο­μί­ζουν πολ­λοί ὅ­τι ἄν ἀλ­λά­ζου­με συστήματα πο­λι­τι­κά, κοι­νω­νι­κά, τότε θά πετυχαίνουμε πε­ρισ­σό­τε­ρη δι­και­ο­σύ­νη. Ἔ­τσι, βλέ­πουμε τό ἕ­να πο­λί­τευ­μα νά δι­α­δέ­χε­ται τό ἄλ­λο, στήν προ­σπά­θεια πάν­το­τε νά ­πε­τύ­χου­με αὐ­τή τήν κοι­νω­νι­κή δι­και­ο­σύ­νη, ὄχι μόνο ἀνάμεσα στούς ἀνθρώ­πους, ἀλλά καί στούς λαούς.
Ξα­να­λέ­ω ὅ­μως, καί ἴ­σως αὐ­τό νά εἶ­ναι ἕ­να βα­σι­κό ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­πο­ψι­νῆς μας ὁ­μι­λί­ας, ὅ­τι τό θέ­μα τῆς δι­και­ο­σύ­νης εἶ­ναι θέ­μα μέ­σα στόν ἴδιο τόν ἄν­θρω­πο. Καί ἐ­πει­δή ὁ κάθε ἄν­θρω­πος ἐ­πι­μέ­νει νά μή λύ­νει τό πρό­βλη­μα αὐ­τό μέσα του, γι’ αὐ­τό ἡ ἀ­δι­κί­α τε­λι­κά ἐ­πι­κρα­τεῖ στή ζω­ή, ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν πρω­το­πλά­στων.
Ὅ­ταν λέ­ω ὅτι τό πρό­βλη­μα εἶ­ναι μέσα στόν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἐν­νο­ῶ ὅτι πρέ­πει νά γί­νουμε πνευ­μα­τι­κοί ἄν­θρω­ποι, ὥστε νά μποροῦμε νά ἔ­χουμε τό αἴ­σθη­μα τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Καί τότε, ἄν ὅλοι κάνουν τό ἴδιο, θά φτιάξουμε μία κοι­νω­νί­α δι­και­ο­σύ­νης.
Ἀλ­λά σᾶς ρω­τῶ: Ὅ­σο κι ἄν εἶ­ναι κα­νείς ρο­μαν­τι­κός ἄν­θρω­πος, ἀ­πό­λυ­τος, ἰ­δε­α­τός, θά μπο­ροῦ­σε πο­τέ νά φαν­τα­στεῖ ὅ­τι θά εἴ­χα­με μιά κοι­νω­νί­α δι­καί­ου; Ποτέ. Για­τί ἁ­πλού­στα­τα τό πρό­βλη­μα αὐ­τό δέν λύ­νε­ται ἀπό τόν κά­θε ἄν­θρω­πο ξεχωριστά, ἐπειδή δέν ἔ­χου­με πνευ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους, παρά πάν­το­τε μόνο λί­γους. Ἔτσι, ἀφοῦ ἡ κοι­νω­νί­α μας δέν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό πνευ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους, ἑ­πό­με­νο εἶ­ναι νά ἀ­να­ζη­τᾶ­με συ­νε­χῶς τή δι­και­ο­σύ­νη, χω­ρίς πο­τέ νά τήν ἀγ­γί­ζου­με, παρά μό­νον ἐ­λά­χι­στα καί με­μο­νω­μέ­να.
Ἀλ­λά τί εἶ­ναι δι­και­ο­σύ­νη;
Ἡ λέ­ξη δι­και­ο­σύ­νη στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή ἔ­χει δι­πλῆ ση­μα­σί­α. Δι­και­ο­σύ­νη ἐν­νο­εῖ, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, «ἢ τὴν κα­θ’  ὅ­λου ἀ­ρε­τὴν, ἢ τὴν με­ρι­κὴν ταύ­την τὴν ἀ­πε­ναν­τί­ας τῇ πλε­ο­νε­ξί­ᾳ κει­μέ­νην»[3]. Δη­λα­δή ἡ δικαιοσύνη ἔ­χει δύ­ο ὄ­ψεις, του­λά­χι­στον δύ­ο, γιατί θά δοῦ­με καί μί­α τρί­τη στό τέ­λος. Ἡ μί­α ὄ­ψη δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρά τό νά ζεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά πο­λι­τεύ­ε­ται σύμ­φω­να μέ τίς ἀ­παι­τήσ­εις τοῦ δι­καί­ου. Αὐ­τή ἡ ἔν­νοι­α ταιριάζει μά­λι­στα στή λέ­ξη δι­και­ο­σύ­νη. Ἡ ἄλ­λη ὄψη εἶ­ναι τό νά ἔ­χει κανείς τήν «κα­θ’  ὅ­λου ἀρε­τήν», πού λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, δι­ό­τι ἡ λέ­ξη δικαι­ο­σύ­νη ση­μαί­νει καί ἁ­γι­ό­τη­τα, ση­μαί­νει τό σύ­νο­λο τῶν ἀ­ρε­τῶν. Καί τό νά εἶ­ναι κανείς ἄν­θρω­πος πού θά ζεῖ σύμ­φω­να μέ τίς ἀ­παι­τή­σεις τοῦ δι­καί­ου εἶ­ναι πο­λύ σπου­δαῖ­ο. Δη­λα­δή ὁ ἄν­θρω­πος νά μή ζηλεύει τά ἀ­γα­θά τοῦ ἄλ­λου, νά μήν τά ὑ­πο­βλέ­πει, νά μήν τά ἐ­πι­θυ­μεῖ, νά μή θέ­λει νά τοῦ τά ἁρ­πά­ξει, εἴ­τε κλέ­βον­τας εἴ­τε λη­στεύ­ον­τας εἴ­τε... ὅπως ἀλλιῶς μπορεῖ, πάν­τως νά μή θέλει νά ἁρ­πά­ζει τά ἀ­γα­θά τοῦ ἄλ­λου.
Δι­και­ο­σύ­νη εἶναι τό νά ὑ­πάρ­χουν ἀ­νά­με­σα στόν Θε­ό, στόν ἑ­αυ­τό μου καί στόν πλη­σί­ον μου οἱ νό­μι­μες σχέ­σεις. Προ­σέ­ξτε το αὐ­τό. Δι­και­ο­σύ­νη εἶναι οἱ νό­μι­μες σχέ­σεις ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μένα καί τόν Θε­ό, σ’ ἐ­μένα καί τόν ἑ­αυ­τό μου, καί σ’ ἐ­μένα καί τόν πλη­σί­ον. Ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀ­πέ­ναν­τι στόν Θε­ό εἶναι νά μέ διδάξει ὁ Θεός ποιό εἶναι τό θέλημά Του, ποιό εἶναι τό δίκαιόν Του, κι ἐγώ νά τό κάνω. Ἔχετε προσέξει αὐτό πού λέμε συνήθως στίς προσευχές μας –καί μάλιστα κα­τά κό­ρον, καί στή με­γά­λη Δο­ξο­λο­γί­α καί ἀλλοῦ– αὐτό τό «δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου»; Αὐ­τό ση­μαί­νει δί­δα­ξέ με τί εἶ­ναι δί­και­ο καί Σοῦ ἀ­νή­κει, νά τό κά­νω, νά Σοῦ τό ἀ­πο­δώ­σω. Αὐ­τά εἶ­ναι τά δι­και­ώ­μα­τα τοῦ Θεοῦ.
Λοιπόν. Ἡ δική μου δι­και­ο­σύ­νη ἀ­πέ­ναν­τι στόν Θε­ό εἶναι, κατά κάποιον τρόπο, νά μήν Τόν ἀ­δι­κή­σω, νά Τοῦ ἀ­πο­δώ­σω ὅ,τι Τοῦ ἀ­νή­κει. Αὐτό λέ­γε­ται εὐ­σέ­βεια.  Ὕστερα, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀ­πέ­ναν­τι στόν ἑ­αυ­τό μου εἶναι νά ἀ­πο­δώ­σω στόν ἑ­αυ­τό μου ἐ­κεῖ­νο πού τοῦ ὀφεί­λω, εἴ­τε σω­μα­τι­κά εἴ­τε πνευ­μα­τι­κά· δηλαδή ἔ­χω χρέ­ος νά ἐξασφαλίσω στόν ἑαυτό μου, μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μου, τή σω­τη­ρί­α. Αὐτό λέ­γε­ται σω­φρο­σύ­νη. Καί, τέλος, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἀ­πέ­ναν­τι στόν πλη­σί­ον εἶναι νά τοῦ ἀ­πο­δώ­σω ἐ­κεῖ­νο πού πρέ­πει. Αὐ­τό λέ­γε­ται δι­και­ο­σύ­νη, δη­λα­δή πα­ρα­μέ­νει ἡ ἴ­δια λέ­ξη.
Αὐ­τά ὅ­λα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τά συ­νο­ψί­ζει, καί μά­λι­στα μᾶς τά λέ­ει σέ δύ­ο ση­μεῖ­α στίς ἐ­πιστολές του. Σᾶς ἀ­να­φέ­ρω τή μί­α, Πρός Τί­τον, στό 2ο κε­φά­λαι­ο, πού λέ­ει: «σω­φρό­νως καὶ δι­καί­ως καὶ εὐ­σε­βῶς ζή­σω­μεν ἐν τῷ νῦν αἰ­ῶ­νι»[4]. Νά ζή­σου­με στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή σω­φρό­νως καί δι­καί­ως καί εὐ­σε­βῶς. Δη­λα­δή νά ζήσουμε μέ σωφροσύνη καί ἐγκράτεια στόν ἑαυτό μας, μέ δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν πλη­σί­ον, ἀλλά καί μέ εὐ­σέβεια ἀπέ­ναντι στόν Θε­ό. Αὐ­τό μά­λι­στα κα­λό εἶ­ναι νά τό γνω­ρί­ζου­με καί ἀ­π’ ἔ­ξω· εἶναι μί­α πολ­ύ μι­κρή πρό­τα­ση: «σω­φρό­νως καὶ δι­καί­ως καὶ εὐ­σε­βῶς ζή­σω­μεν ἐν τῷ νῦν αἰ­ῶ­νι».
Θά μεί­νου­με βέ­βαι­α στή δι­και­ο­σύ­νη, δηλαδή σ’ αὐ­τά πού ὀ­φεί­λου­με στόν πλη­σί­ον. Δέν θά μεί­νου­με οὔ­τε στήν εὐ­σέ­βεια οὔ­τε στή σω­φρο­σύ­νη.
Ἡ δι­και­ο­σύ­νη πρός τόν πλη­σί­ον ἐκφράζεται καί μέ ἔρ­γα καί μέ λό­για.
Πά­νω στήν πρά­ξη, ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἐμ­φα­νί­ζε­ται κα­τά ἕ­ναν πο­λύ ἀν­τι­λη­πτό τρό­πο σέ ὅ­λους. Γι’ αὐ­τό μᾶς προστάζει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ καί λέ­ει: «Ζυ­γὰ δί­και­α καὶ σταθ­μί­α δί­και­α καὶ χοῦς δί­και­ος ἔ­σται ἐν ὑ­μῖν»[5]. Δη­λα­δή: Τά ζυ­γί­σμα­τα, τά με­τρή­μα­τα, αὐ­τό πού θά που­λή­σεις , αὐ­τό πού θά δώ­σεις , νά εἶναι δί­και­α· τά σταθ­μά νά εἶναι δί­και­α. Ἀλ­λά καί ἀπό τήν πε­ρι­ο­χή πού ἔ­χεις σάν χω­ρά­φι σου , σάν οἰ­κό­πε­δό σου , μήν πά­ρεις ἀ­πό τόν ἄλ­λο τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο· θά κρα­τᾶς ἐκεῖ­νο πού σοῦ ἀ­νή­κει.
Ἀν­τί­θε­τα, λέ­ει ὁ Θε­ός: «ζυ­γοὶ δό­λιοι βδέ­λυγ­μα ἐ­νώ­πιον Κυ­ρί­ου»[6]. Ὅταν οἱ ζυ­γοὶ εἶναι δό­λιοι, ὅ­ταν δη­λα­δή προ­σπα­θεῖς νά κλέ­ψεις στό ζύ­γι, αὐ­τό εἶ­ναι βδέ­λυγ­μα , εἶναι σίχαμα ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου.
Ἀ­κό­μα ἀ­δι­κί­α εἶ­ναι καί ἡ νο­θεί­α, δι­ό­τι θέ­λεις νά κερ­δί­σεις πε­ρισ­σό­τε­ρο, καί γι’ αὐτό νο­θεύ­εις τό προ­ϊ­όν σου.
Πολ­λές φο­ρές, κάποιοι δι­κη­γό­ροι καί για­τροί –νά ἔρ­θω σέ κά­ποι­α ἐ­παγ­γέλ­μα­τα– ζη­τοῦν ὑ­περ­βο­λι­κή ἀμοι­βή· καί γιά νά τό δικαιολογήσουν αὐτό, μα­κραί­νουν χρο­νι­κά μί­α ὑ­πό­θε­ση οἱ πρῶτοι, ἤ μα­κραί­νουν τή νο­ση­λεί­α οἱ δεύτεροι. Αὐ­τό ὅμως εἶ­ναι ἀ­δι­κί­α.
Ἀ­νέ­φε­ρα ἔ­τσι, ἐν­δει­κτι­κά, τό ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἤ τοῦ για­τροῦ· ἀλ­λά αὐτό συμβαίνει μέ ὅλα τά ἐ­παγ­γέλ­μα­τα. Λί­γο - πο­λύ, ὅ­λοι στόν χῶ­ρο τους, στό ἐπάγ­γελ­μά τους, στήν ἐρ­γα­σί­α τους, μπο­ρεῖ νά σκε­φθοῦν κά­τι γιά προσωπικό τους ὄφελος, καί τε­λι­κά νά ἀ­δι­κή­σουν τόν ἄλ­λο μέ ὁποιον­δή­πο­τε τρό­πο. Ὁ κα­θέ­νας ἐ­πι­νο­εῖ, τόν βρί­σκει τόν τρό­πο του!
Ἀ­κό­μη εἶναι καί οἱ προ­ϊ­στά­με­νοι, πού πρέ­πει νά ἀπο­δί­δουν τήν δί­και­η μι­σθο­δο­σί­α στούς ὑ­παλ­λή­λους καί στούς ἐρ­γά­τες. Λέ­ει μά­λι­στα τό Δευ­τε­ρο­νό­μιον : «Οὐκ ἀ­πα­δι­κή­σεις μι­σθὸν πέ­νη­τος καὶ ἐν­δε­οῦς». Τόν φτω­χό ἐρ­γά­τη ἤ ὑ­πάλ­ληλό σου δέν θά τόν ἀ­δι­κή­σεις μέ τόν μι­σθό πού θά τοῦ δώ­σεις ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ἤ θά καθυστε­ρήσεις νά τοῦ τόν πληρώσεις. Μά­λι­στα τό το­νί­ζει: «αὐ­θη­με­ρὸν ἀ­πο­δώ­σεις τὸν μι­σθὸν αὐ­τοῦ»[7], τήν ἴ­δια μέ­ρα θά πλη­ρώ­σεις τόν ἐρ­γά­τη σου.
Ἀλ­λά καί οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι καί οἱ ἐρ­γά­τες δέν πρέ­πει νά ἀ­δι­κοῦν τόν ἐρ­γο­δό­τη μέ τήν ὀ­κνη­ρί­α τους, ἀλ­λά καί μέ θε­λη­μα­τι­κές ζη­μι­ές πού μπο­ρεῖ νά προκαλέσουν ἀπό ἐκδίκηση. Ὑ­πάρ­χει με­γά­λο ρε­περ­τό­ριο ἀ­δι­κί­ας τοῦ ἐρ­γά­τη πρός τόν ἐρ­γο­δό­τη!
Ἀ­κό­μη, νά ἐρ­γά­ζον­ται, ὅ­πως λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, «μὴ κα­τ’  ὀ­φθαλ­μο­δου­λί­αις»[8]. Ὀ­φθαλ­μο­δου­λί­α σημαίνει ὅτι δουλεύει κανείς ἐπιλεκτικά· δη­λα­δή λέει: «Μέ βλέ­πει ὁ ἐργοδότης , δου­λεύ­ω· δέν μέ βλέ­πει , δέν δου­λεύ­ω». Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ὀ­φθαλ­μο­δου­λί­α, καί εἶ­ναι πράγ­μα­τι δου­λεί­α τῆς ψυ­χῆς. Μόνο ἕ­νας ἄν­θρω­πος μέ δου­λι­κή ψυ­χή σκέ­πτε­ται μέ τόν τρό­πο αὐ­τό. Ὅ­λα αὐ­τά λοι­πόν πρέ­πει νά τηροῦνται σω­στά καί ἀ­πό τούς μέν καί ἀ­πό τούς δέ.
Ἀκόμα, οἱ στρα­τι­ω­τι­κοί πρέπει νά εἶναι δί­καιοι πρός τούς ὑ­φι­στα­μέ­νους τους.
Καί οἱ δι­κα­στές πρέπει νά ἀπο­δί­δουν τό δί­και­ο, προ­παν­τός σήμερα μέ­σα στήν κοι­νω­νί­α πού ζοῦ­με, πού εἶναι πολλοί οἱ ἀν­τί­δι­κοι. Πρέ­πει νά ἀ­πο­δί­δουν τό δί­και­ο ἀ­προ­σω­πό­λη­πτα, χω­ρίς δω­ρο­δο­κί­ες καί δω­ρο­λη­ψί­ες. Οὔ­τε νά πά­ρει ὁ δι­κα­στής δῶ­ρο –«τά δῶ­ρα, λέ­ει ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, τυ­φλώ­νουν τόν δι­κα­στή»[9]– οὔ­τε ἐ­κεῖ­νος πού δικάζεται νά σκέ­πτε­ται νά δώ­σει δῶ­ρο στόν δι­κα­στή. Αὐτό εἶναι τό γνω­στό μας λά­δω­μα –ἔ­τσι τό λέ­νε– νά τό πῶ κι ἐγώ στήν ἁ­πλο­ελ­λη­νι­κή.
Ἀ­κό­μα καί στίς σχέσεις μας μέ τή γει­το­νιά πρέπει νά εἴμαστε δίκαιοι. Νά μή βάζουμε, ἄς ποῦμε, τά σκου­πίδια μας μπροστά στήν πόρ­τα τῶν ἄλ­λων, ἀλλά νά τά ρίχνουμε στόν κά­δο τῶν ἀ­πορ­ρι­μά­των. Για­τί δηλαδή πρέ­πει νά σκου­πί­σει κανείς τήν πόρ­τα του, τήν αὐ­λή του, τό πε­ζο­δρό­μιό του, καί νά ρίχνει τά σκου­πί­δια στήν πόρ­τα τῶν ἄλ­λων; Αὐ­τό εἶ­ναι συ­νη­θέ­στα­το! Τό ἀκού­ω δια­ρκῶς καί δια­ρκῶς. Φθά­νουν καί μέ­χρι τό δικα­στή­ριο! Πολλές φορές, ἐπίσης, ἐ­νο­χλοῦμε τόν γεί­το­νά μας βά­ζον­τας τό ρα­δι­ό­φω­νο ἤ τήν τη­λε­ό­ρα­ση δυνα­τά, ἤ τρα­γου­δᾶμε με­σά­νυ­χτα, καί ἔ­χουμε τά πα­ρά­θυ­ρά μας ἀ­νοι­χτά τό κα­λο­καί­ρι, για­τί ἔ­τσι μᾶς ἀ­ρέ­σει! Ὁ ἄλ­λος κοι­μᾶ­ται, καί δέν τόν σεβόμαστε! Ὅ­λα αὐ­τά συμβαίνουν για­τί δέν ὑ­πάρ­χει πνεῦμα δι­και­ο­σύ­νης.
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.


[1]. Ματθ. 5, 6.
[2]. Ἡσ. 26, 9.
[3]. Ἱερ. Χρυσόστομος, Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία ιε΄,
MPG 57, 227, 20-23.
[4]. Τί­τ. 2, 12.
[5]. Λευ­ϊ­τ. 19, 36.
[6]. Παρ. 11, 1.
[7]. Δευ­τ. 24, 14-15.
[8]. Ἐ­φεσ. 6, 6. Κολ. 3, 22.
[9]. Βλ. Σ. Σειρ. 20, 29. «ξένια καὶ δῶρα ἀποτυφλεῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν»

http://makkavaios.blogspot.gr/2015/12/a_27.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ