Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΕΒΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ ΣΑΣ

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Γέρων Ἐφραὶμ ὁ Κατουνακιώτης.Λόγοι διδαχῆς-Ὑπακοή


Ὑπακοή

Κάποια καλογριούλα μου ἔγραψε, λέει: Γέροντα, ἀκοῦμε ὅτι θά ῾ρθουν οἱ Τοῦρκοι καὶ δὲν ξέρουμε τί νὰ κάνουμε.
- Ἄ! ἄκουσε, παιδάκι μου, τῆς λέω. Δὲν ἔχεις ὑποκοή. Διότι ἂν εἶχες ὑπακοή, τότε: «Τί μὲ νοιάζει ἐμένα; Ὅ,τι μου πεῖ ἡ Γερόντισσα· ὅ,τι μου πεῖ ἡ Γερόντισσα. Δὲν εἶναι Γερόντισσα ἡ Μ.; Ἔ, ὅ,τι πεῖ ἡ Μ., ἐμένα δὲν μὲ νοιάζει». Αὐτὴ εἶναι ὑπακοή. Ἀλλὰ γιὰ νὰ φοβᾶσαι, ἔχεις θέλημα μέσα σου, ἔχεις θέλημα μέσα σου, ἔχεις θέλημα.
Ξέρετε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Γέροντάς μας (Ἰωσὴφ) ἦταν τῶν ἄκρων ἡσυχαστὴς καὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καὶ ὅμως δὲν μᾶς παρέδωσε ὡς πρῶτο τὴν ἡσυχία ἢ τὴν νοερὰ προσευχή, ἀλλὰ μᾶς παρέδωσε τὴν ὑπακοὴ τὸ κοινόβιο!
Καὶ τὰ βιβλία τῶν ἁγίων Πατέρων ἂν παρακολουθήσετε, θὰ δεῖτε ὅτι πολλοὶ μὲ εὐκολία, μὲ πολλὴν ἄνεση ἁγίασαν, ἁγιάσθησαν οἱ ψυχές των, δίχως νὰ κάνουν κόπους, δίχως νὰ κάνουν θυσίες, δίχως νὰ κάνουν ἀσκητικοὺς ἀγώνας, ἀλλὰ τί; Ἐδιάλεξαν τὴν ὑπακοή.
Ἡ ὑπακοὴ φέρει τὸν ἄνθρωπο ὄχι μόνο σὲ ἀπάθεια σωματική, ἀλλὰ καὶ πνευματική.
Βολιδοσκοπήσατε ἀπὸ ποῦ ξεκινάει ἡ ὑπακοή. Ἀπὸ τὴν Τριαδικὴ Θεότητα. Ὁ Χριστὸς λέει ὅτι «ἦρθα νὰ κάνω ὄχι τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Λουκ. 22,42). Ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ ὑπακοή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅποιος κάνει ὑπακοή, γίνεται μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ!
Βεβαιώθηκα μὲ πείρα ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἀνωτέρα της προσευχῆς.
Θέλεις ν᾿ ἀποκτήσεις προσευχή; Θέλεις, ὅταν λὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», νὰ τρέχουν τὰ δάκρυα ποτάμι ἀπὸ τὰ μάτια σου; Θέλεις νὰ ζήσεις τὴ ζωὴ τῶν ἀγγέλων; «Εὐλόγησον», «νά ῾ναι εὐλογημένο». Ὑπακοή.
Ὁ μεγάλος ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ μὴν πιστεύει τὸν λογισμό του. Ἔ, ὁ Γέροντας τώρα λείπει, ρώτησε τὸν ἀδερφό σου κι ὅ,τι σου πεῖ ν᾿ ἀκούσεις. Δὲν εἶναι μικρὸς ἀγώνας νὰ ρίξεις τὸν ἑαυτό σου κάτω, δὲν εἶναι μικρὸς ἀγώνας. Μὰ ἀλλιῶς δὲν γίνεται, ἀλλιῶς δὲν γίνεται. Ἂν θέλεις ν᾿ ἀκολουθήσεις τὸν καλογερικὸ νόμο, ἐκεῖ θὰ πατήσεις.
*
Ἐρώτησαν κάτι καλογριοῦλες καὶ τὸν πάτερ-Γεράσιμο, τὸν Ὑμνογράφο.
- Πάτερ-Γεράσιμε, τί θὰ πεῖ τυφλὴ ὑπακοή;
- Νὰ σᾶς πῶ, λέει. Εἶπε ἡ Ἡγουμένη· φέρε Εὐπραξία, ἕνα ποτήρι νερό. Τὸ᾿φερες. Χύσ᾿ το. Τό ῾χυσες. Βρὲ παλαβή, γιατὶ τό ῾χυσες τὸ νερό; Εὐλόγησον. Νὰ μὴ δικαιολογηθεῖς· μὰ καλά, ἐσὺ δὲν μοῦ ῾πες νὰ τὸ χύσω τὸ νερό; Ὄχι ἔτσι, λέει. Εὐλόγησον, αὐτὴ εἶναι ἡ τυφλὴ ὑπακοή.
Ἂν δὲν κάνεις τυφλὴ ὑπακοή, δὲν ἀνεβαίνεις ἀπάνω σὲ πνευματικὲς σκάλες. Εἶδες αὐτὸ τὸ Γεροντάκι πῶς εἶπε; Αὐτὴ εἶναι ἡ τυφλὴ ὑπακοή, νὰ μὴ δικαιολογεῖς τὸν ἑαυτό σου. Ὄχι μόνο στὸ Γέροντα, καὶ στὸν ἀδερφό σου. Καὶ στὸν ἀδερφό σου νὰ μὴ δικαιολογεῖς τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ πάντοτε νὰ τὸν ἔχεις τὸν ἑαυτό σου κάτω ἀπὸ ὅλους.
Αὐτὸς ὁ ὁποῖος κάνει ὑπακοὴ στὸν Γέροντά του, μιμεῖται τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἔκανε Ὑπακοὴ στὸν Πατέρα Του. Καὶ ὑποχρεοῦται κατὰ συνέχειαν ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσει ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν μιμεῖται.
*
Ἂν ζητᾶτε ἕνα πράγμα ἀπὸ τὸν Γέροντα, προδιαθέσατε τὸν λογισμό σας· ἐὰν μὲν σᾶς ἀκούσει, «νά ῾ναι εὐλογημένο», ἐὰν δὲν σᾶς ἀκούσει, πάλι «νά ῾ναι εὐλογημένο. Μὴν προδιαθέτετε τὸν λογισμό σας ὅτι θὰ σᾶς ἀκούσει ὁ Γέροντας καὶ ἂν κατόπιν δὲν σᾶς ἀκούσει, καὶ θὰ σκουντουφλιάσετε.
Πολλὲς φορὲς κι ἐμεῖς, νὰ ποῦμε, ὡς Γέροντες μπορεῖ νὰ κάνουμε κι ἕνα λάθος. Ἐσὺ ὅμως ποὺ θὰ κάνεις ὑπακοή, θὰ σοῦ βγεῖ σὲ καλό, δὲν θὰ σοῦ βγεῖ σὲ κακό! Ποτὲς ἡ ὑπακοὴ δὲν βγαίνει σὲ κακό, διότι εἶναι μίμησις Χριστοῦ.
Ἔκανες ὑπακοή, θὰ πᾶς στὸν παράδεισο, δὲν ἔκανες ὑπακοή, δὲν πάει νὰ κάνεις νοερὰ προσευχή, δὲν πάει νὰ μεταλαμβάνεις, δὲν πάει νὰ λειτουργᾶς, προορίζεσαι γιὰ τὴν κόλαση. Νά καὶ ὁ Ἀδάμ, νά καὶ ὁ Προφήτης Ἐλισσαῖος, νά καὶ ὁ Γιεζή, ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα βεβαιώνουν ὅτι περισσότερο ὁ Θεὸς ἀναπαύεται στὴν ὑπακοὴ παρὰ στὶς ἄλλες ἀρετές, νὰ ποῦμε. Καὶ οἱ ἄλλες ἀρετὲς συνδράμουν· ὅπως ἐνεργεῖ ἡ ὑπακοὴ δὲν ἐνεργοῦν οἱ ἄλλες ἀρετές. Γι᾿ αὐτὸ περισσότερο ἐπιμεληθεῖτε τὴν ὑπακοή.
Νὰ σᾶς πῶ, σ᾿ αὐτὸ τὸ πράγμα, σὲ μᾶς ἐξαρτᾶται ἂν αὐτὸ τὸ φῶς ποὺ ἔχουμε μέσα μας, τὴ χάρη δηλαδή, μπορεῖ νὰ τὴν αὐξήσουμε, μπορεῖ νὰ τὴν ἐλαττώσουμε. Ἂν εἶναι τώρα πέντε βαθμῶν, αὔριο μποροῦμε νὰ τὴν κάνουμε δέκα, τριάντα, πενήντα, ἑκατό. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται, ἂν εἶναι τώρα δέκα βαθμούς, νὰ τὴν κάνουμε ὀχτώ, πέντε, τρία, ἕνα, ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὴν αὐταπάρνηση, ἀπὸ τὴν πεποίθηση, τὴν εὐλάβεια, τὸν σεβασμὸ ποὺ θά ῾χουμε στὸν Γέροντα. Ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ ποὺ θά ῾χουμε στὸν Γέροντα αὐτὸ τὸ φῶς αὐξάνει. Καὶ ὄχι μόνο στὸν Γέροντα, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ μας νά ῾χουμε ὑπακοή.
Μακάριος ἐκεῖνος ὁ ἀδερφὸς ὁ ὁποῖος, προτοῦ νὰ τελειώσει τὸ λόγο ἢ ὁ Γέροντας ἢ ὁ παραδερφός του, «νά ῾ναι εὐλογημένο». Σὲ εἶπεν ἕνας ἀδερφός: «Ἔλα, πάτερ, νὰ μὲ βοηθήσεις ἐδῶ», «νά ῾ναι εὐλογημένο». Ἀκολούθησε αὐτὸν τὸ δρόμο, νὰ δεῖς τί θὰ αἰσθανθεῖς μέσα. Τί εἰρήνη, τί γαλήνη θὰ αἰσθανθεῖς! Ἐνῶ, «περίμενε πέντε λεφτὰ κι ἔρχομαι»…
Νὰ σᾶς πῶ μία περίπτωση ποὺ μοῦ συνέβη ἐμένανε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος, νὰ ποῦμε, στηρίζεται στὸν λογισμό του, στὴν κρίση του, καὶ δὲν πάει νὰ ρωτήσει ἕναν ἄλλονε.
Στὰ Καρούλια βρισκόταν κάποιος ἀδερφὸς καὶ μοῦ λέει: «παπα-Ἐφραίμ, εἶμαι ἄρρωστος καὶ ἔλα νὰ μὲ κοινωνήσεις». «Νἄρθω νὰ σὲ κοινωνήσω. Τὴν τάδε μέρα μετὰ ἀπ᾿ τὴ Λειτουργία».
Ἔχω ἕνα κουτάκι μικρὸ σὰν τὸν καφὲ αὐτό, ἔτσι ἐρμητικῶς κλείνει αὐτό. Σὰν τὸν σταυρό, τὸ βάζω ἐδῶ στὸν κόρφο μου καὶ πηγαίνω κάτω καὶ κοινωνῶ, ὅποιον ἔχει ἀνάγκη. Ὅταν μελίζει ὁ παπὰς τὶς μερίδες, παίρνει μία μικρὴ μερίδα σὰν μία φακὴ καὶ βάζει στὴν ἁγία λαβίδα μέσα στὸ ἅγιο Αἷμα καὶ τὴ βάφει ἔτσι. Κι᾿ εἶναι βαμμένη· Σῶμα καὶ Αἷμα· καὶ πηγαίνεις κατόπιν καὶ μεταλαμβάνεις τὸν ἀδερφό, ὅποιος σὲ ζητήσει.
Λειτούργησα. Ὅταν τελείωσα, νὰ ποῦμε, μετάλαβα ἐγώ, ξέχασα νὰ βγάλω μία μερίδα ἀπὸ τὸ ἅγιο δισκάριο νὰ βάλω μέσα στὸ Ἀρτοφόριο καὶ νὰ τὴ βάψω. Ξέχασα. Ἔ, ἄνθρωπος εἶμαι κι ἐγώ, ξεχνάω. «Ἀδερφέ μου, νὰ κάνεις λιγάκι ὑπομονή, γιατὶ ξέχασα». «Καλά».
Τὸν εἰδοποιῶ πάλι ὅτι τὴν τάδε μέρα πάλι θὰ λειτουργήσω, ἀλλὰ θά ῾μαι στὰ Καρούλια κάτω· θὰ λειτουργήσω, καὶ ῾κεῖ θά ῾ρθῶ νὰ σὲ μεταλάβω. Λέει: «Πάρε πάντως τὸ Ἀρτοφόριο. Ἐὰν μὲ δεῖς ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία, θὰ κοινωνήσω. Ἂν δὲν μὲ δεῖς, τότες δὲν μπορῶ, εἶμαι ἄρρωστος καὶ νἄρθεις νὰ μὲ κοινωνήσεις στὸ σπίτι μου». «Νά ῾ναι εὐλογημένο».
Παπα-Ἐφραίμ, ἄνοιξε τὰ μυαλά σου, γιατί τἄχεις κι ἐσὺ λίγα τώρα. Λοιπόν, ἐκεῖ στὸ ἀντιμήνσιο βάζω τὸ Ἀρτοφόριο -τὸ κουτάκι ποὺ θὰ βάλω τὴν μερίδα- νὰ τὸ βλέπω ἐκεῖ. Τελειώνω, αὐτὸ ἐκεῖ, καταλύω. Βρέ, νὰ πάρει ἡ εὐχή, νὰ πάρει. Πάλι ξέχασα! Βρὲ τί εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτὸ τὸ κακὸ ποῦ μὲ βρῆκε; «Ἀδερφέ μου, ζητῶ συγγνώμη, πάλι ξέχασα. Θὰ πάω πάνω νὰ λειτουργήσω καὶ θἄρθω πάλι στὰ Καρούλια νὰ σὲ κοινωνήσω. Νὰ κανονίσω τὸν ἑαυτό μου κάνοντας τὸν κόπο νὰ κατέβω πάλι, γιατί τἄχασα ἐγὼ τὰ μυαλά μου». «Καλά».
Πάω λοιπόν, τὸ βάζω τὸ Ἀρτοφόριο ἀπάνω στὸ ἀντιμήνσιο νὰ τὸ βλέπω. Τὸ βλέπω τὸ Ἀρτοφόριο, βάζω ἐκεῖ, τὸ καταλύω, τὸ αὐτό, τίποτε. Μνήσθητί μου, Κύριε, τί εἶναι αὐτὸ μὲ μένα! Τί εἶναι αὐτὸ μὲ μένα τώρα; λέω. Τί νὰ πῶ! Νά ῾ναι εὐλογημένο, λέω. Κατεβάζω λοιπὸν τὸ Ἀρτοφόριο, ποὺ ἔχομε ξερὲς μερίδες· τὶς ἔχουμε ἀποξηράνει, τὶς ἔχουμε κάνει παξιμάδι τὴ Μεγάλη Πέμπτη· κατεβάζω κάτω λοιπόν, ἁπλώνω τὸ ἀντιμήνσιο καὶ ἀνοίγω τὸ κουτάκι καὶ βάζω τὴ λαβίδα ἀπὸ κάτω, γιὰ νὰ πάρω μία μερίδα. Τὴ βάζω τὴ λαβίδα ἀπὸ κάτω, δὲν σηκώνεται ὁ ἅγιος Ἄρτος! Πιέζω! Δὲν σηκώνεται! Μὰ τί γίνεται; Πετάγεται ὁ ἅγιος Ἄρτος, εὐτυχῶς ποὺ ἔπεσε ἀπάνω στὸ ἀντιμήνσιο. Εἰ δέ, θὰ ἔπεφτε κάτω. Φοβήθηκα, τρόμαξα. Βρέ, λέω, μήπως εἶναι οἱ μερίδες, ἔχουν κολλήσει στὴ μούσα; (Μούσα λέγεται ἕνα θαλασσινὸ σφουγγάρι, ποὺ τὄχουν πατήσει καὶ γίνεται στρογγυλό, ἔτσι πέτρα, πέτρα γίνεται, καὶ βάζομε ἀπάνω ἐκεῖ τὶς μερίδες· γιατὶ ὅπου νὰ τὶς βάλεις, τραβάει ὑγρασία). Πάω ἐκεῖ στὶς μερίδες, ἄ, οἱ μερίδες κουνιόντουσαν! Ἄ! Ἔχει κώλυμα ὁ ἀδερφός! Γι᾿ αὐτὸ ξεχνάω ἐγὼ ὁ λειτουργός, διότι ἔχει κώλυμα. Καλά. Παίρνω τὸ ἀρτοφόριο, κατεβαίνω κάτω. Τὸν κοινώνησα. Λέω:
- Γέροντα, θέλω νὰ σοῦ πῶ ἕναν λογισμό, καὶ ὡς ἀδερφὸς καὶ περισσότερο ὡς πνευματικός.
- Τί θέλεις νὰ μοῦ πεῖς;
- Νὰ κάνεις μία γενικὴ ἐξομολόγηση.
- Ἔχω κάνει τρεῖς, λέει ἀπότομα.
- Ἄκουσε, ἀδερφέ μου, μήπως καὶ ξέχασες.
- Ὄχι, λέει, δὲν ἔχω, ἔχω κάνει τρεῖς.
Ἄ! Δὲν τὸ σήκωσα πλέον αὐτό. Ὁ τρόπος του, ἡ συμπεριφορά του, δὲν τὸ σήκωσα. Νὰ μιλάει ἔτσι! Ἐγὼ νὰ θυσιάζομαι καὶ νὰ σοῦ λέω ἕναν πνευματικὸ λόγο… Ἄνθρωπος εἶσαι, πάτερ, ἕνα μικρό, ὅπως καὶ πάνω ἐκεῖ, ποὺ πῆγε ὁ πάτερ-Παΐσιος, ἦταν ἕνας βλάχος καὶ ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ πεθάνει αὐτὸς ὁ βλάχος καὶ δὲν παρέδιδε ψυχή, μόνον ἔβλεπε τὸ διάβολο. Αὐτὸς ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε, τοῦ λέει:
- Βλέπεις τὸν διάβολο;
- Ναί, ὁ διάβολος.
- Ἄ, πάτερ, λέει, ἔχεις ἁμαρτία ἀξομολόγητη. Ρώτησε τὸν διάβολο τί ἁμαρτία ἔχεις.
Ρώτησε.
- Δὲν θὰ παραδώσεις ψυχή.
- Γιατί, βρὲ διάβολε, δὲν θὰ παραδώσω ψυχή;
- Γιατὶ ἔχεις ἁμαρτία ἀξομολόγητη.
- Ποιὰ ἁμαρτία;
Δὲν μπορεῖ νὰ τὴν πεῖ.
- Ἄ, ἡ Μαρία, λέει, μὲ βιάζει. (Τά ῾βαλε μὲ τὴν Παναγία, Μαρία τὴ λένε οἱ διαβόλοι). Δὲν μπορῶ λέει…
Στὸ τέλος τὸ εἶπε: ἦταν παντρεμένος κι ὅλα ὅσα παιδιὰ γεννοῦσε, ὅλα ἀπέθνησκαν. Καὶ στὸ τέλος, στὸ τελευταῖο, πηγαίνει σ᾿ ἕναν μάγο καὶ τοὺς ἔκανε μάγια ὁ μάγος καὶ δὲν τὸ εἶχε ἐξομολογηθεῖ ὁ καλόγηρος αὐτό. Τοῦ τὸ θύμισε ὁ διάβολος. Τὸ ἐξομολογήθηκε. Τώρα τὸ ἐξομολογήθηκε κι ἔπειτα ἔπεσε καὶ κοιμήθηκε (πέθανε).
Λοιπόν, ἄνθρωπος εἶσαι, πάτερ, τὄχεις ξεχάσει αὐτό. «Ἔχω κάνει τρεῖς». Ἄ! Ἐγὼ νὰ μιλῶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ὁ ἄλλος νὰ μοῦ… «Πάτερ μου, αὐτὸ κι αὐτὸ συμβαίνει». Ξέρεις τί μοῦ ἀποκρίνεται;
- Ξέρεις τί μοῦ λέει ὁ λογισμός; λέει.
- Τί σοῦ λέει;
- Παίρνεις ἕνα κομμάτι ψωμί, βάζεις λιγάκι νάμα κι ἔρχεσαι νὰ μὲ μεταλάβεις.
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Νὰ τὸ κάνω αὐτὸ τὸ πράγμα, πάτερ, γιατί νὰ τὸ κάνω; Καλά, ἐσένα μπορεῖ νὰ μὴ σὲ σέβομαι, νὰ μὴ σὲ ἀγαπῶ, ἀλλὰ τὸν κόπο ποὺ κάνω ἀπὸ τὸ σπίτι μου νἄρθω κάτω, νὰ σὲ κοινωνήσω μὲ ψωμί; τοῦ λέω. Σὲ τέτοια συνείδηση, σὲ φόβο, σέ…
Ἐπίστευσε στὸν λογισμό του. Καὶ νὰ τί ἀποτέλεσμα, οὕτως ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἄξιος νὰ κοινωνήσει!
Γι᾿ αὐτό, μὴν πιστεύει καθένας στὸ λογισμό του. Ὑπακοή. Βγάζω τὸ δικό μου τὸ μυαλὸ καὶ βάζω τὸ μυαλὸ τοῦ Γέροντά μου. Αὐτὴ εἶναι ὑπακοή.
Αὐτὸ θὰ πεῖ ὑπακοή. Νὰ βγάλεις τὸν λογισμό σου, τὸν δικό σου, καὶ ν᾿ ἀκούσεις τί θὰ σοῦ πεῖ ὁ Γέροντάς σου.
Μοναχός: Νὰ πῶ ἕνα ἄλλο. Ἕνα προσωπικὸ ποὺ συμβαίνει ἐδῶ. Μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, ὅταν τὸ ἀρχονταρίκι πλύνει τὰ σεντόνια, τὰ ἁπλώνομε καὶ μερικοὶ τὰ μαζεύουν. Εἶμαι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὰ μαζεύουν τὰ σεντόνια ποὺ στέγνωσαν στὴν ἁπλωταριά. Καὶ ὅταν πηγαίνω τὸ βράδυ νὰ μαζέψω τὰ σεντόνια, δὲν μπορῶ μετὰ νὰ κοιμηθῶ, ὅπως κάνω τὶς ἄλλες μέρες, γιατὶ ἐγείρομαι μέσα μου καὶ δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ καὶ χάνω λίγο ἀπ᾿ τὴν τάξη, τὸ πρόγραμμα. Καὶ τὸ λυπᾶμαι.
Γέροντας: (Δὲν κατάλαβε) Καὶ τό;…
Μοναχός: Δηλαδὴ κάνω τὴν ὑπακοὴ πρόθυμα. Πρόθυμα πηγαίνω καὶ μαζεύω τὰ σεντόνια, ἀλλὰ ξέρω ὅμως ὅτι δὲν θὰ μπορέσω νὰ κοιμηθῶ ἀμέσως καὶ νὰ σηκωθῶ νωρίς, τόσο νωρίς, καὶ νὰ ἐφαρμόσω ὅλον τὸν κανόνα. Καὶ λυπᾶμαι. Αὐτὴ ἡ λύπη πῶς θεραπεύεται;
Γέροντας: Θεραπεύεται, διότι δὲν ἔχεις βάλει ὡς ριζὰ τὴν ὑπακοή. Ἐγὼ δὲν κοιτάω νὰ κάνω προσευχή, κοιτάω νὰ κάνω ὑπακοή. Σοὔπανε ἡ ἀδελφότης ἐδῶ, μάζεψε τὰ σεντόνια. Νά ῾ναι εὐλογημένο. Ὁ Θεὸς μπορεῖ· ἐσὺ τώρα ἐλαττώνεις τὴν προσευχή σου μαζεύοντας τὰ σεντόνια, ἔστω, νὰ ποῦμε, μισὴ ὥρα. Ὅταν θὰ πᾶς νὰ προσευχηθεῖς, θὰ σοῦ δώσει ὁ Θεός, γι᾿ αὐτὴ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν ὑπακοὴ τὴν ὁποίαν ἔκανες, διπλὴ τὴ χάρη. Ἂν προσευχόσουνα, τρόπον τινά, τὴ νύχτα τρεῖς ὧρες, εὕρισκες χάρη, νὰ ποῦμε, δέκα βαθμῶν. Τώρα ἐπιδὴ ἐλαττώνεις τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ γίνεται δυόμιση ὧρες, νομίζεις ὅτι δὲν θ᾿ ἀπολαύσεις προσευχή; Περισσότερο θ᾿ ἀπολαύσεις. Γιατὶ ἔβαλες τὸ θεμέλιο τῆς καλογερικῆς ζωῆς, τοῦ καλογερικοῦ νόμου. Ἤρθαμε ἐδῶ νὰ κάνουμε ὑπακοή, ὄχι νὰ κάνουμε προσευχή. Ὑπακοή.
Μοναχός: Τὸ πιστεύω αὐτό, ἀλλὰ ἔχω ἕνα δισταγμὸ ποὺ μοῦ τὰ χαλάει ὅλα.
Γέροντας: Ἐκεῖ νὰ νικήσεις τὸν ἑαυτό σου. Νὰ νικήσεις τὸν ἑαυτό σου.
*
Ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, αὐτὲς τὶς μέρες ἤτανε. Κατὰ διαδοχὴν τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος ὁ προφήτης Ἠλίας διετάχθη νὰ πάει νὰ χρίσει τὸν Ἐλισσαῖο, λέει, προφήτη. Ἔχρισε. Τώρα ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος κατὰ διαδοχὴν ἔπρεπε ν᾿ ἀφήσει τὸν Γιεζή. Ἀλλὰ ὁ Γιεζὴ ἔκανε ὑπακοή; Δὲν ἔκανε. Ὅταν ἔφυγε ὁ Νεεμὰν ὁ Σύρος, ἐπῆγε καὶ τὸν εἶπε ὅτι, -ξέρετε τὴν ἱστορία τώρα ἐσεῖς (Δ´ Βασ. κεφ.5) -καὶ λέει:
- Ὁ Γέροντας μ᾿ ἔστειλε νὰ μοῦ δώσεις μερικὰ ροῦχα, ἄμφια μεγάλα.
- Πάρε.
- Καὶ χρυσό.
- Πάρε καὶ χρυσό.
- Καὶ ἀμπέλια.
- Πάρε καὶ ἀμπέλια.
Ἐπῆγε, ὁ Νεεμὰν ἔφυγε. Ὁ δὲ Γιεζὴ γύρισε, πῆγε στὸν Γέροντά του. Αὐτὸς τά ῾κρυψε ὅμως, ὁ Γιεζή, νὰ μὴν τὰ δεῖ ὁ Γέροντας. Τόσο τοῦ ἔκοβε τὸ μυαλό, ὅτι νομίζει ὅτι θὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν προφήτη.
Ὁ προφήτης προτοῦ νὰ ῾ρθεῖ ὁ Νεεμᾶν: -Πήγαινε καὶ λούσου ἑφτὰ φορὲς στὸν Ἰορδάνη, δὲν τὸν εἶδε καθόλου, πήγαινε καὶ λούσου, λέει.
- Πάρε καὶ χρήματα, λέει.
- Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ χρήματα, λέει, δὲν πουλῶ τὴ χάρη μὲ τὰ χρήματα, πᾶνε καὶ λούσου.
Ὁ Γιεζή, πῆγε καὶ τά ῾κρύψε.
- Ποῦ ἤσουνα; λέει.
- Στὸ τάδε μέρος.
- Τί ἔκανες;
- Νά, εἶχα δουλειά.
Εἶπε τὴν ἀλήθεια; Καὶ τὴν πρώτη προδοσία ἔκανε, ποὺ εἶπε ψέματα στὸν Νεεμάν· νόμιζε ὅτι θὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὸν Γέροντά του. Δεύτερη προδοσία, τὰ ἔκρυψε, καὶ τοῦ εἶπε· ποῦ ἤσουνα, εἶπε πάλι ψέματα. Τοῦ λέει ὁ προφήτης, ἐγὼ ἐκεῖ ἤμουνα, ποὺ ἔπαιρνες τὰ ροῦχα. Τρίτη φορὰ τὸν κάλεσε ὁ προφήτης σὲ μετάνοια. Δὲν εἶπε, «Γέροντα, εὐλόγησον, νὰ μὲ συγχωρέσεις, μὲ προσέβαλε ὁ πειρασμός». Ὄχι, δὲν εἶπε. «Ἔ, τότες», λέει, «πάρε καὶ τὴ λέπρα τοῦ Νεεμάν».
Τρεῖς φορὲς τὸν ἐκάλεσε ὁ προφήτης σὲ μετάνοια. Οὔτε τὴν πρώτη, οὔτε τὴ δεύτερη, οὔτε τὴν τρίτη. Ἔ, τότες λοιπὸν ὁ προφήτης, «πάρε καὶ τὴ λέπρα τοῦ Νεεμάν».
Τί κατάλαβε ὁ Γιεζή; Καὶ τὸ προφητικὸ χάρισμα τό ῾χασε, καὶ τὴν ὑγεία του ἔχασε. Καὶ τί τὸν ὠφέλησαν τ᾿ ἀμπέλια καὶ τὰ χωράφια; Ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑγιής, ὅλα τὰ εὐφραίνεται, ὅταν εἶναι ἄρρωστος, δὲν θέλω τίποτε, ἄρρωστος εἶμαι, δὲν μὲ εὐφραίνει τίποτε, διότι εἶμαι ἄρρωστος. Ὅταν εἶσαι ὑγιής, ὅλα. Καὶ τὴ λέπρα πῆρε καὶ τὴν ὑγεία του ἔχασε καὶ τὸν προφήτη τὸν ἔχασε· καὶ τί ἐκληρονόμησε; Καὶ ᾄδεται ὁ λόγος «ἡ λέπρα τοῦ Γιεζή». Ὄχι τοῦ Νεεμάν, τοῦ Γιεζὴ ἡ λέπρα.
Στὸ σπίτι μας πιὸ πάνω εἶναι ὁ πάτερ-Γεδεών, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὺς Ἀρχαγγέλους. Ἐκεῖ καθότανε ἕνας ὑποτακτικός, ὁ ὁποῖος πῆγε μᾶλλον νὰ γηροκομήσῃ τοὺς γέρους πρὸ τοῦ Γεδεών. Αὐτὸς ἦταν παντρεμένος, καὶ ἐπειδὴ εἶχε δαιμόνιο, τὸν ἐχώρισε ἡ γυναίκα του, πῆγε στὸ Δαφνὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ στὸ τέλος κατέληξε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Λέει, τουλάχιστον νὰ πάω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου, νὰ κάνω ὑπακοή.
Ἐφόσον ἔκανε ὑπακοὴ στοὺς γέρους, δὲν φανερωνότανε τὸ δαιμόνιο. Νύχτα πήγαινε κάτω στὶς ἁλυκές, μὲ τὸ φεγγάρι πήγαινε καὶ γύριζε στὸν καιρὸ τῆς Κατοχῆς, πήγαινε νὰ μαζέψει λίγο ἁλάτι, νὰ τὸ δώσει στὴν Κερασιά, στὰ κελλιά, νὰ πάρει εἴτε κρεμμύδια, εἴτε πατάτες, φασόλια. Καὶ δὲν ἔπαθε τίποτες. Ὅταν ὅμως ἡ ἀδερφή του, δὲν θυμᾶμαι καλά, τοῦ ῾στειλε ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ ἑκατὸ δολλάρια, τά ῾βαλε στὴν τσέπη του. Ἰδιορρυθμία! Ἀμέσως φανερώθηκε τὸ δαιμόνιο.
Καὶ αὐτὸς λοιπὸν μᾶς ἔλεγε ὅτι τοῦ ἔλεγε τὸ δαιμόνιο: «Βρὲ ῾σύ, νομίζεις ὅτι ἐγὼ θὰ βγῶ ἀπὸ σένανε; λέει. «Τί λέει ὁ Χριστός; «Τοῦτο τὸ πνεῦμα δὲν ἐκπορεύεται εἰμὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» λέει (Ματθ. 17,21). Ἐδῶ μὲ τοὺς γέρους, τρῶς καὶ πίνεις, καὶ νομίζεις θὰ βγῶ ἐγώ;» Ὁ σκοπὸς τοῦ δαίμονος ἦταν νὰ τὸν βγάλει ἀπ᾿ τὴν ὑπακοή. Ὁπότε κατόπιν τὸν κανονίζει ὅπως θέλει. «Θὰ πᾶς κάτω στὶς ἁλυκὲς θὰ νηστέψεις καὶ τότες ἐγώ», λέει, «θὰ βγῶ».
Ὁ λογισμὸς δὲν ἤτανε μέχρι ἐκεῖ του δαίμονος. Ἦταν νὰ τὸν φέρει σὲ μία ἀπόγνωση καὶ νὰ τὸν ρίξει μέσα στὴ θάλασσα. Ν᾿ αὐτοκτονήσει. Ἀπὸ ποῦ ἄρχισε ὁ δαίμονας; Ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ναί, ἀλλὰ ποῦ κατέληξε. Στὸ τέλος τὸν κατάφερε καὶ βγῆκε ἔξω στὸν κόσμο. Κι᾿ ἦρθε κατόπιν ὁ πάτερ-Γεδεών.
Πέστε μου ἐσεῖς τώρα ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπ᾿ τὴ μετάνοιά του ἢ τὸ μοναστήρι του ἢ τὸν Γέροντά του, ἂν πῆγε ὑποτακτικός. Ὅλοι Γεροντάδες! Ὅλοι Γέροντες!!!
«Ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11,12). Δὲν εἶπε κληρονομοῦν, ἁρπάζουν. Ἂν δὲν βιάσεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν θὰ νικήσεις. Δὲν θὰ νικήσεις. «Ὀκνηρὸς εἰς ὁδὸν ἀποσταλεῖς, λέγει· λέων κατὰ τὴν ὁδὸν καὶ φονεῖς κατὰ τὰς πλατείας» (Παροιμ. 26,13). Ἔτσι εἶναι. Γιατὶ οὔτε μπρὸς πάει, οὔτε πίσω πηγαίνει. Γιατὶ εἶναι τεμπελάκος. Ἂν θέλεις νὰ βρεῖς πνευματικά, νὰ βιάσεις τὸν ἑαυτό σου. Πρῶτα στὴν ὑπακοή.
*
Εἰς τὴν Ἁγία Ἄννα, ζοῦσε ἕνας Γέροντας μὲ τὸν ὑποτακτικό του, ὁ ὁποῖος ἔκανε συχνὰ παρακοές. Ἤτανε παραμονὴ μίας ἑορτῆς τῆς Παναγίας. «Γέροντα», λέει ὁ ὑποτακτικός, «θὰ πάω νὰ ψαρέψω κανένα ψάρι, διότι τῆς Παναγίας ἑορτὴ εἶναι αὔριο. Τί θὰ φᾶμε;» «Παιδί μου», τοῦ λέει ὁ Γέροντας, «ἐδῶ οἱ γείτονές μας ψαράδες εἶναι. Ὧρες ψάρευαν καὶ δὲν πιάσανε ψάρια. Ἂν ἤθελε ἡ Παναγία νὰ τρώγαμε ψάρια, θὰ ἔπιαναν, θὰ ἔφερναν καὶ σὲ μᾶς. Νὰ μὴν πᾶς γιὰ ψάρεμα». «Ὄχι, Γέροντα», ξαναλέει ὁ ὑποτακτικός, «ἐγὼ θὰ πάω νὰ ψαρέψω». «Μὴν πηγαίνεις», ἐπαναλαμβάνει ὁ Γέροντας. «Ὄχι, θὰ πάω», λέει ὁ ὑποτακτικὸς καὶ φεύγει…
Ὁ Γέροντας τότε σκέπτεται ὅτι ὁ ὑποτακτικός του εὑρίσκεται σὲ παρακοή· ἂν τοῦ τύχει κανένας μεγάλος πειρασμὸς τοῦ ὑποτακτικοῦ του; Μήπως γλιστρίσει εἰς τὴν θάλασσα; Διὰ τοῦτο μπαίνει στὸ κελλί του καὶ κάνει προσευχή, κάνει κομποσχοίνι γιὰ τὸν ὑποτακτικό του.
Ὁ ὑποτακτικὸς πηγαίνει στὴ θάλασσα· πετάει τὴν πετονιά· κάτι ἔπιασε τ᾿ ἀγκίστρι· τραβάει δυνατά. Βγαίνει τότε ξαφνικὰ ἕνας ἀράπης μαῦρος-κατάμαυρος, μὲ ἀγριωπὰ μάτια, ἕτοιμος νὰ ὁρμήσει ἐπάνω στὸ μοναχό! Ἀλλὰ μία ἀόρατος δύναμις τὸν κρατοῦσε. Αὐτὸς τρομοκρατημένος φεύγει· ὁ διάβολος ἀκολουθεῖ ἀπὸ πίσω, μέχρι τὴν Ἁγία Ἄννα, μέχρι τὸ κελλί του… Τοῦ λέει τότε ὁ διάβολος: «Ρέ, καλόγερε, τί νὰ σοῦ κάνω, ποὺ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἔφυγες, ὁ Γέροντας κάνει κομποσχοίνι γιὰ σένα; Εἰδάλλως θὰ σὲ ἔπνιγα μέσα στὴ θάλασσα· στὴ θάλασσα θὰ σ᾿ ἔπνιγα!» Νά τί κάνει ἡ παρακοή.
*
Ἐνθυμοῦμαι, ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντας Νικηφόρος, τὸν κατέκρινα σὲ κάτι. Πῆγα τὸ βράδυ νὰ κάνω προσευχή· βλέπω «ντουβάρι», δὲν μπορῶ νὰ προχωρήσω στὴν εὐχή… Κύριε Ἰησοῦ… Κύριε Ἰησοῦ… δὲν προχωράει! Κάπου ἔχω σφάλει, σκέπτομαι· κάπου ἔχω ἁμαρτήσει. Λοιπόν, τὴν προηγουμένη ἡμέρα: ποῦ πῆγα, τί μίλησα, τί ἔπραξα; Τὸ βρῆκα εἶχα κατακρίνει τὸν Γέροντά μου!
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἤτανε Κυριακὴ καὶ ἔπρεπε νὰ λειτουργήσω. Τώρα τί νὰ κάνω; Προσευχή: «Θεέ μου, συγχώρεσε μέ, ποὺ κατέκρινα τὸν Γέροντά μου· ἔσφαλα· ζητῶ συγγνώμη». Τίποτε! «Καλά, γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει συγχώρησις; Δὲν ὑπάρχει “εὐλόγησον”; » Τίποτε! «Μὰ ὁ Πέτρος, Κύριε, σ᾿ ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, καὶ τὸν συγχώρεσες· ἐγὼ δὲν σ᾿ ἀρνήθηκα· κατέκρινα τὸν Γέροντά μου. Ἔ, τώρα βάζω κι ἐγὼ μετάνοια· μετανόησα ποὺ κατέκρινα καὶ ζητῶ συγχώρεση». Τίποτε!…
Ξαναπιάνω τὸ κομποσχοίνι· δὲν προχωρεῖ ἡ προσευχή! Ἄρχισα τὰ κλάματα· ἔβγαιναν τὰ δάκρυα ποτάμι. «Θεέ μου, Θεέ μου! δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα “εὐλόγησον”; Ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας εἶσαι· κι ἐμένα γιατί δὲν μὲ συγχωρᾶς; Καὶ ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὅταν μετανόησε, τὴ συγχώρησες· καὶ πολλοὺς ἁμαρτωλούς, τοὺς συγχώρησες· καὶ νεομάρτυρες ποὺ εἶχαν γίνει Τοῦρκοι, τοὺς συγχώρησες καὶ τοὺς ἐλέησες. Γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει ἔλεος, δὲν ὑπάρχει συγχώρησις;»
Τρεῖς ὧρες πέρασαν ἔτσι· ἔκανα ὅλη τὴν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς μὲ δάκρυα. Εἰς τὸ τέλος βλέπω μία εἰρήνη, μία γλυκύτητα, μία χαρὰ μέσα μου. Ἄρχισε νὰ λέγεται ἡ εὐχὴ τότε. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με… Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…» Ἄ…, ἐντάξει· καὶ ἔτσι προχώρησα στὴ Λειτουργία.
Δὲν εἶναι λοιπὸν τόσον νὰ κατακρίνεις ἕναν ξένο, ὅσον νὰ κατακρίνεις τὸν Γέροντά σου! Ἀλλοίμονό σου! Κατακρίνεις τὸν ἴδιο τὸν Θεό, νὰ ποῦμε!
Μία φορὰ ἔφεραν ἕνα τσουβάλι μὲ πατάτες, κάτω εἰς τὸν ἀρσανᾶ μας. Ἕναν ἀρχάριο ὑποτακτικὸ ποὺ εἶχα (τώρα δὲν εἶναι στὴ συνοδία μου) εἶπε ὅτι εἶναι κουρασμένος, καὶ δὲν θέλησε νὰ πάει νὰ τὸ φέρει. Πῆγα ἐγὼ τότε κάτω, γιὰ νὰ τὸ φέρω. Ὅταν ἔφθασα κάτω, ἦτο σταματημένο ἐκεῖ ἕνα κρὶς-κράφτ. Τοὺς ἔκανα νόημα, καὶ ἦρθαν πιὸ κοντά μου οἱ δύο κύριοι ποὺ ἦσαν μέσα. Ἦσαν καθηγηταὶ Πανεπιστημίου. «Γέροντα», λέει ὁ ἕνας, «μήπως γνωρίζετε τὸν παπα-Ἐφραίμ, ποὺ μένει ἐκεῖ ἐπάνω;» «Ἐγὼ εἶμαι», ἀπήντησα. Τότε ἐκεῖνος εἶπε: «Γέροντα, ἐσεῖς οἱ μοναχοὶ εἶσθε ὄντως μακάριοι, διότι ἐσεῖς ζεῖτε ἀκριβῶς μὲ συνέπεια τὴ χριστιανικὴ ζωή».
Ὅταν ἐπέστρεψα στὸ κελλί, λέω εἰς τὸν ὑποτακτικὸ τὸ περιστατικὸ μὲ τοὺς καθηγητάς. Τότε λέει μὲ πολλὴ ἀναίδεια: «Ναί, ἐδῶ τους διώχνεις, ὅταν ἔρχονται· κάτω ὅμως, μόλις κατεβαίνεις μόνος σου, τοὺς προσκαλεῖς». «Τί νὰ κάνω, παιδί μου, ἔτσι ἦλθε καὶ ἐνήργησα τὴν ὥρα ἐκείνη. Τώρα ἂς πᾶμε, νὰ κάνουμε κανένα κομποσχοίνι εἰς τὰ κελλιά μας. Ἂς κάνουμε μία ὥρα κομποσχοίνι».
Ὅταν τελειώσαμε, ἔρχεται καὶ μὲ ἐρωτᾶ: Πόσα κομποσχοίνια ἔκανες;» «Τόσα», ἀπήντησα. «Σὲ μία ὥρα μόνον τόσα ἔκανες; Ἐγὼ ἔκανα περισσότερα, καὶ μποροῦσα νὰ κάνω κι ἀκόμη περισσότερα». Τὰ ἔλεγε δὲ αὐτὰ μὲ ἀναίδεια καὶ θράσος. Δὲν μίλησα καθόλου· πῆγα στενοχωρημένος εἰς τὸ κελλί μου· καὶ μόνο ποὺ δὲν ἔκλαιγα γιὰ τὴ συμπεριφορὰ αὐτοῦ του παιδιοῦ.
Πῆγε ὁ ὑποτακτικός μου νὰ κοιμηθεῖ· ποῦ ὅμως νὰ κοιμηθεῖ· ἔντονη δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ἔρχεται καταφοβισμένος εἰς τὸ κελλί μου καὶ μοῦ λέει: «Γέροντα, αὐτὸ καὶ αὐτὸ μοῦ συμβαίνει· σῶσέ με». Τότε τοῦ εἶπα: «Αὐτὸ συμβαίνει ὅταν κανεὶς συμπεριφέρεται ἄσχημα εἰς τὸν Γέροντα καὶ τὸν λυπεῖ». Τοῦ διάβασα τότε μία εὐχὴ καὶ τοῦ ἔφυγαν ὅλα, ὅλη ἡ δαιμονικὴ ἐνέργεια. Κατόπιν πῆγε καὶ κοιμήθηκε ἥσυχος.
*
Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔρχεται ἡ διακριτικὴ ὑπακοή, ἀλλὰ ἐσεῖς σ᾿ αὐτὴν τὴν ἡλικία ποὺ εἴσαστε, ὅλοι νὰ ἔχετε τυφλὴ ὑπακοή. Εἶδες τί λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος; Ὅτι πῆγε ὁ Γέροντας σ᾿ ἕναν ἀρχάριο. Πῆγε καὶ σὲ ἕναν ἄλλον ποὺ εἶχε δέκα-δεκαπέντε χρόνια καλόγερος. Λέει εἰς τὸν ἀρχάριον:
- Τραγούδησε.
- Νά ῾ναι εὐλογημένο· τραγουδάω.
- Τραγούδησε, λέει καὶ στὸν δεύτερο.
- Εὐλόγησον, ἀπαντᾶ αὐτός.
Καὶ οἱ δύο κάνανε καλά. Δὲν θεωρεῖται παρακοὴ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ δεύτερος καλόγερος στὸν Γέροντα. Στὸν πρῶτο θὰ ἦτο παρακοὴ ἂν τό ῾κανε, διότι ἀκόμη εἶναι δόκιμος. Πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν τροχόν· ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς. Τίποτες· νὰ εἶναι εὐλογημένον.
Ὅταν περάσουν δέκα-δεκαπέντε χρόνια, τότε ἔρχεται ἡ διακριτικὴ ὑπακοή. Αὐτὴ εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀδιακρίτου ὑπακοῆς.
*
Κάποτε εἶδα ὑποτακτικὸν τινά, νὰ συμβουλεύει ἕτερον μπροστὰ στὸν Γέροντα. Τί ἀσέβεια, ἀλήθεια!
*
Ἂν προσέξεις, ὁ Χριστὸς πρῶτα προσεύχεται στὸν Πατέρα καὶ ὕστερα προβαίνει σὲ θαυματουργία.

Πηγή:http://foschristou.wordpress.com/2012/04/03/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BC-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B1/ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ