Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

ΚΗΡΥΓΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. Μ. ΑΓ. ΤΡΙΑΔΑΣ ΕΔΕΣΣΑΣ

ΚΗΡΥΓΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. Μ. ΑΓ. ΤΡΙΑΔΑΣ ΕΔΕΣΣΑΣ

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Δημήτριος Τσελεγγίδης: «Οἱ προϋποθέσεις ἐνεργοποιήσεως καί διατηρήσεως τῆς Θείας Χάριτος ἐντός μας κατά τόν μακαριστό Γέροντα Ἐφραίμ Κατουνακιώτη»

«ΟΣΑ ΕΙΔΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ
ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΑΜΕ ΜΕ ΤΑ ΑΥΤΙΑ ΜΑΣ»

Ὑ­πό­τι­τλος:
«Οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σε­ως καί δι­α­τη­ρή­σε­ως τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος ἐντός μας κα­τά τόν μα­κα­ρι­στό Γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ Κα­του­να­κι­ώ­τη»
(6/12/1912-27/2/1998)

Δημητρίου Ἰ.Τσε­λεγ­γί­δη, Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης
Γέ­ρον­τας ­φραίμ στό μέ­τρο πού τόν γνώ­ρι­σα-­πῆρ­ξε γιά μέ­να πο­λύ εὐ­χά­ρι­στη ­κεί­νη ἔκ­πλη­ξη, τήν ­ποί­α γεύ­ε­ται κά­θε πι­στός, ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στά στό ὀν­το­λο­γι­κῶς αὐ­το­νό­η­το τῶν πραγ­μα­τι­κά ζων­τα­νῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ ἄλ­λα λό­για, ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ ἦ­ταν αὐ­τό, πού λί­γο-πο­λύ ὅ­λοι μας ὀ­φεί­λου­με νά εἴ­μα­στε, ὡς ὀρ­γα­νι­κά μέ­λη τοῦ θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Εἰ­δι­κό­τε­ρα, θε­ω­ρῶ ὡς ξε­χω­ρι­στή εὐ­λο­γί­α τό γε­γο­νός, ὅ­τι εἶ­δα προ­σω­πι­κῶς καί μά­λι­στα διά πολ­λῶν ση­μεί­ων -ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῶν δη­λα­δή τεκ­μη­ρί­ων- ὅ­τι ὁ μα­κα­ρι­στός Γέ­ρον­τας πραγ­μά­τω­σε στόν ἑ­αυ­τό του τό προ­αι­ώ­νιο σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ γιά τόν ἄν­θρω­πο, γιά τό ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ τό στό­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ὅ­ταν γρά­φει πρός τούς Ἐ­φε­σί­ους: «Ἐ­ξε­λέ­ξα­το ἡ­μᾶς (ἐνν. ὁ Θε­ός καί Πα­τήρ τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ) ἐν αὐ­τῷ πρό κα­τα­βο­λῆς κό­σμου εἶ­ναι ἡ­μᾶς ἁ­γί­ους καί ἀ­μώ­μους κα­τ’ ἐ­νώ­πιον αὐ­τοῦ, ἐν ἀ­γά­πῃ προ­ο­ρί­σας ἡ­μᾶς εἰς υἱ­ο­θε­σί­αν διά Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κα­τά τήν εὐ­δο­κί­αν τοῦ θε­λή­μα­τος αὐ­τοῦ» (Ἐφ. 1,4-5). Δη­λα­δή, μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε πρίν θε­με­λι­ώ­σει τόν κό­σμο, νά γί­νου­με δι­κοί Του διά τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­ψε­γά­δια­στοι στήν τε­λι­κή κρί­ση Του. Μᾶς προ­ό­ρι­σε μέ τήν ἀ­γά­πη Του, νά γί­νου­με παι­διά Του, διά τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, σύμ­φω­να μέ τό εὐ­ά­ρε­στο γιά μᾶς θέ­λη­μά Του.
Ἀ­κό­μη πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, στόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ εἶ­δα φα­νε­ρά καί πεί­στη­κα ἀ­δι­ά­ψευ­στα, ὅ­τι πράγ­μα­τι ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ κλή­ση του ἀ­πό τόν Θε­ό, πού προ­φα­νῶς εἶ­ναι καί ἡ κλή­ση τοῦ κα­θε­νός μας στό πλαί­σιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ ἴ­διος «πλη­ρώ­θη­κε», γέ­μι­σε δη­λα­δή ἡ ψυ­χο­σω­μα­τι­κή ὕ­παρ­ξή του, μέ τό πλή­ρω­μα τῆς Θε­ό­τη­τος (Κολ. 2,9). Τοῦ­το δέν εἶ­ναι σχῆ­μα λό­γου κα­θ’ ὑ­περ­βο­λήν, ἀ­φοῦ, ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ἐ­π’ αὐ­τοῦ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος: «Οὐ­δέν ἔ­λατ­τον ἔ­χε­τε αὐ­τοῦ (ἐνν. τοῦ Χρι­στοῦ), ὥ­σπερ ἐν ἐ­κεί­νῳ ὤ­κη­σεν (ἐνν. ἡ θε­ό­της) οὕ­τω καί ἐν ὑ­μῖν» (ΕΠΕ 22,194). Ἔ­τσι, μπό­ρε­σε νά ζή­σει πραγ­μα­τι­κά «ἀ­ξί­ως τοῦ Θε­οῦ» καί νά γί­νει ἀ­πό τόν πα­ρόν­τα κι­ό­λας κό­σμο μέ­το­χος τῆς ἄ­κτι­στης δό­ξας καί Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Στό σῶ­μα του ἦ­ταν χα­ρι­σμα­τι­κῶς πα­ρών ὁ Χρι­στός, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί στήν ἁ­γί­α ψυ­χή του. Καί τοῦ­το, για­τί μέ τούς συν­το­νι­σμέ­νους ἀ­σκη­τι­κούς ἀ­γῶ­νες του, πρό­σφε­ρε καί τό σῶ­μα του ὡς κα­θα­ρό να­ό στή λο­γι­κή λα­τρεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως καί τόν ἐ­ξα­γι­α­σμέ­νο νοῦ του ὡς λο­γι­κό θυ­σι­α­στή­ριο, ἀ­π’ ὅ­που δι­α­βι­βά­ζον­ταν τό­σο στήν ψυ­χή του ὅ­σο καί στό σῶ­μα του οἱ ἄ­κτι­στες χα­ρι­σμα­τι­κές με­το­χές καί ἡ ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α τοῦ Χρι­στοῦ.
Νά ποῦ­με ἐ­δῶ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Μιά φο­ρά, σέ ἐ­ρώ­τη­ση συ­νο­μι­λη­τῶν του: Τίεἶ­ναι «εὐ­ω­δί­α Χρι­στοῦ» καί τί ση­μαί­νει ὁλό­γος τοῦἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, ὅ­τι: «Χρι­στοῦ εὐ­ω­δί­α ἐ­σμέν» (Β΄ Κορ. 2,15), ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ δέν ἀ­πάν­τη­σε. Μό­νο ἔ­σκυ­ψε τό κε­φά­λι στό στῆ­θος του καί σι­ω­ποῦ­σε. Σέ λί­γο,ἀλ­λε­πάλ­λη­λα κύ­μα­τα ἄρ­ρη­της εὐ­ω­δί­ας, πού ἐκ­πέμ­πον­ταν ἀ­πό τό στῆ­θος του, πε­ρι­έ­λου­σαν τούς συ­νο­μι­λη­τές του, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἄ­φω­νοι καί ἔκ­πλη­κτοι ἀ­πε­λάμ­βα­ναν τήν πρω­το­φα­νῆ γι’ αὐ­τούς πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή ἐμ­πει­ρί­α συ­νο­δευ­ό­με­νη μέ ἀ­κα­τά­σχε­τα δά­κρυ­α χα­ρᾶς, βα­θύ­τα­της ψυ­χο­σω­μα­τι­κῆς γα­λή­νης καί κυ­ρί­ως πνευ­μα­τι­κῆς γλυ­κύ­τη­τας, πού ἔ­φτα­νε μέ­χρι μυ­ε­λοῦ τῶν ὀ­στῶν. Οἱσυ­νο­μι­λη­τές του, ὅ­ταν κά­πως συ­νῆλ­θαν, ἀ­πε­χώ­ρη­σαν χω­ρίς ἄλ­λη συ­ζή­τη­ση καί χω­ρίς κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πο­ρί­α στό τε­θέν ἐ­ρώ­τη­μά τους.Ἔ­λα­βαν,κα­τά μο­να­δι­κό γι’ αὐ­τούς τρό­πο, τήν ἀ­πάν­τη­ση μέ ἀ­πό­λυ­τη πλη­ρό­τη­τα, ὄ­χι λε­κτι­κά, ἀλ­λά βι­ω­μα­τι­κά καί ἄ­κρως ὑ­παρ­ξια­κά. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ δι­α­βε­βαί­ω­ση γιά τή γνη­σι­ό­τη­τα αὐ­τῆς τῆς ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σε­ως, δό­θη­κε ἀ­πό τόν ἴ­διο τό Χρι­στό, μέ τά ἀ­δι­ά­ψευ­στα τεκ­μή­ρια, πού ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, τήν πνευ­μα­τι­κή δη­λα­δή ἀ­νά­παυ­ση τῶν ψυ­χῶν μας καί τήν ἄρ­ρη­τη πα­ρη­γο­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. [Ὑ­πο­θέ­τω, ὅ­τι ὁ π. Ἐ­φραίμ ζή­τη­σε ἀ­πό τό Χρι­στό νά πλη­ρο­φο­ρή­σει τούς συ­νο­μι­λη­τές του, ὅ­πως Αὐ­τός γνω­ρί­ζει].
Ὁ Γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ ἦ­ταν ἕ­νας αὐ­θεν­τι­κός ἄν­θρω­πος. Χαι­ρό­σουν, αὐ­τό πού λέ­με κα­τά φύ­σιν, ὅ­ταν βρι­σκό­σουν μα­ζί του. Τοῦ ἦ­ταν ἄ­γνω­στη ἡ τυ­πι­κή εὐ­γέ­νεια καί ἡ προ­σποί­η­ση, εἶ­χε φυ­σι­κό­τη­τα καί αὐ­θορ­μη­τι­σμό, εἶ­χε τή χά­ρη τοῦ κα­τά φύ­σιν ἀν­θρώ­που. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο πού τόν ἔ­κα­νε νά ξε­χω­ρί­ζει κα­τ’ ἐ­ξο­χήν δέν ἦ­ταν τό κα­τά φύ­σιν, ἀλ­λά τό ὑ­πέρ νοῦν καί ὑ­πέρ φύ­σιν.
Ἀ­πό τά χρό­νια τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σε­ώς μου μέ τόν π. Ἐ­φραίμ, 1975-1998, ἀ­πε­κό­μι­σα τήν ἐκ­πλη­κτι­κή δι­α­πί­στω­ση, ὅ­τι μι­λοῦ­σε μό­νο γιά ὅ,τι γνώ­ρι­ζε πο­λύ κα­λά μέ­σῳ τῆς προ­σω­πι­κῆς βι­ω­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας του καί ἀ­παν­τοῦ­σε σέ σο­βα­ρά πνευ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, μό­νον ὅ­ταν εἶ­χε «πλη­ρο­φο­ρί­α» ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου. Μοῦ ἔ­λε­γε συ­χνά: «ἐκ πεί­ρας ὁ­μι­λῶ­μεν». Καί ἐν­νο­οῦ­σε μ’ αὐ­τό, τή βα­θειά κα­τα­στα­λαγ­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α. Φυ­σι­κά, σέ ἔ­πει­θε ἀ­πο­λύ­τως ὁλό­γος του, για­τί ἁ­πλού­στα­τα δι’ αὐ­τοῦ σοῦ μι­λοῦ­σε ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός. Ἡ φω­νή του γι­νό­ταν τό ὄ­χη­μα τῆς ἐ­νερ­γοῦ ἐν αὐ­τῷ ἀ­κτί­στου Χά­ρι­τος καίπερ­νοῦ­σε ὡς αὔ­ρα λε­πτή μέ­σα στήν ψυ­χή σου καί δι’ αὐ­τῆς καί στό σῶ­μα σου καί σέ ἀ­νέ­παυ­ε ὑ­παρ­ξια­κά. Δέν ἤ­θε­λες νά ξε­κολ­λή­σεις ἀ­πό κον­τά του. Ἔ­χα­νες τήν αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου ἤ μᾶλ­λον βί­ω­νες τή δι­ά­στα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας, πού ἔ­παιρ­νε ὁ χρό­νος σου, κα­θώς ἐμ­βο­λί­ζον­ταν καί ἐμ­πλου­τί­ζον­ταν ἀ­πό τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γεια τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τό πα­ρελ­θόν καί τό μέλ­λον νά βι­ώ­νον­ται συμ­πυ­κνω­μέ­να στό συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρόν τῆς πα­ρου­σί­ας σου.Αὐ­τά θά γί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο σα­φῆ, ὅ­ταν ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἴ­σως σέ συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα κα­τά τή διά­ρκεια τῆς συ­ζη­τή­σε­ως, πού θά ἀ­κο­λου­θή­σει.
Ἐ­πί χρό­νια, ἡ συ­ζή­τη­ση μέ τόν π. Ἐ­φραίμ πε­ρι­στρά­φη­κε γύ­ρω ἀ­πό τό χα­ρα­κτῆ­ρα, τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις, τήν ἐ­νερ­γό πα­ρου­σί­α καί τίς συ­νέ­πει­ες τῶν ποι­κί­λων ἐ­νερ­γει­ῶν τῆς θε­ο­ποι­οῦ Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­σα προ­σήγ­γι­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶς διά τῶν ἐ­ρευ­νῶν μου στά συγ­γράμ­μα­τα τῶν με­γά­λων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἰ­δι­αί­τε­ρα στόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μᾶ, τά συ­νάν­τη­σα αὐ­θεν­τι­κά βι­ω­μέ­να στό πρό­σω­πο τοῦ γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ.Ἀλ­λά τό πιό ση­μαν­τι­κό γιά μέ­να ἦ­ταν, ὅ­τι καί ὅ­σα δέν κα­τα­νο­οῦ­σα ἀ­πό τόν ὑ­περ­φυ­ῆ χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος, μοῦ τά ἐ­ξη­γοῦ­σε λε­πτο­με­ρῶς, μέ βά­ση τήν πλού­σια βι­ω­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α του. Ὅ­ταν γιά τίς θε­ο­λο­γι­κές ἐμ­πει­ρί­ες μου πῆ­γα τό 1988, ὡς συ­νή­θως ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, νά τόν συ­ναν­τή­σω, ἐ­νη­μέ­ρω­σε προ­η­γου­μέ­νως τή συ­νο­δεί­α του γιά τήν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐ­πί­σκε­ψή μου καί συ­νέ­στη­σε νά ἔ­χουν ξε­κλεί­δω­τη τήν πόρ­τα. Ἀ­νοί­γον­τας ἐ­γώ τήν ἐ­ξώ­πορ­τα, τόν εἶ­δα ὄρ­θιο ἀ­πέ­ναν­τί μου νά μοῦ χα­μο­γε­λᾶ καί νά μοῦ λέ­ει: Ἤ­μουν ἐ­δῶ καί σέ πε­ρί­με­να. Μέ ἔ­σφι­ξε γιά πο­λύ στήν ἀγ­κα­λιά του, μέ φί­λη­σε στό ἀ­κά­λυ­πτο ἀ­πό τό­τε κρα­νί­ο μου καί μοῦ εἶ­πε συγ­κι­νη­μέ­νος: Θά σοῦ πῶ ἐ­κεῖ­νο πού εἶ­πε σέ μέ­να ὁ γέ­ρον­τάς μου Ἰ­ω­σήφ ὁ Ἡ­συ­χα­στής: «Ἐ­σύ ἔ­ψα­χνες ἐ­μέ­να κι ἐ­γώ ἐ­σέ­να». Πράγ­μα­τι, τοῦεἶ­πα ἔκ­πλη­κτος, ἐ­γώ ἔ­ψα­χνα ἐ­σέ­να, ἀλ­λά δέν κα­τα­νο­ῶ κα­θό­λου, για­τί ἐ­σύ ἔ­ψα­χνες ἐ­μέ­να. Ἔ­λα μέ­σα στό κε­λί μου, μοῦ εἶ­πε, καί θά σοῦ ἐ­ξη­γή­σω. Σέ ἔ­ψα­χνα, για­τί πε­νήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­δῶ πά­νω στά βρά­χια τῆς ἐ­ρή­μου ξέ­χα­σα καί τά ἑλ­λη­νι­κά μου. Ἔ­τσι, δέν βρί­σκω τίς κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις γιά νά ἐκ­φρά­σω σω­στά τά ὅ­σα μέ τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ζῶ. Ἀ­φό­του ὅ­μως δι­ά­βα­σα τά κεί­με­νά σου, πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στή Θεί­α Χά­ρη κα­τά τόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μᾶ, χά­ρη­κα πά­ρα πο­λύ, για­τί τώ­ρα καί ἐ­γώ μπο­ρῶ νά ἐκ­φρά­σω τά βι­ώ­μα­τά μου σχε­τι­κά μέ τή Θεί­α Χά­ρη, μέ κά­θε δυ­να­τή θε­ο­λο­γι­κή ἀ­κρί­βεια. Βρέ παι­δά­κι μου, μοῦ εἶ­πε τρυ­φε­ρά, λές ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά πούζοῦ­με ἐ­δῶ. Ἔ­μει­να ἐμ­βρόν­τη­τος! Μά πά­τερ Ἐ­φραίμ, τοῦ εἶ­πα, ἐ­γώ μέ πο­λύ φό­βο Θε­οῦ καί θερ­μή προ­σευ­χή στόν Ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μᾶ, νά μή πλα­νη­θῶ θε­ο­λο­γι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς, πρό­σε­ξα νά μή γρά­ψω τί­πο­τε δι­κό μου. Ὅ,τι ἔ­γρα­ψα εἶ­ναι ἡ θε­ο­λο­γι­κή σκέ­ψη καί ἡ βι­ω­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ. Μά­λι­στα, θά σᾶς ἐκ­μυ­στη­ρευ­τῶ,ὅ­τι κά­ποι­ες δι­α­τυ­πώ­σεις του, ἐ­νῶ τίς ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι θε­ο­λο­γι­κῶς, δέν τίς κα­τα­νο­ῶ πλή­ρως, για­τί ὁ Ἅ­γιος ἐκ­φρά­ζε­ται ἀ­πο­φα­τι­κά γιά τίς ὑ­περ­φυ­εῖς ἐμ­πει­ρί­ες του. Τί δέν κα­τα­νο­εῖς, μοῦ λέ­ει, γε­μά­τος μέ πνευ­μα­τι­κή θέρ­μη καί χα­ρά. Νά, δέν κα­τα­λα­βαί­νω ἀ­κρι­βῶς, τοῦ λέ­ω, πῶς ὁ­ρᾶ­ται ὁ Θε­ός «ἀ­ο­ρά­τως» καί πῶς νο­εῖ­ται «ἀ­πε­ρι­νο­ή­τως». Αὐ­τή εἶ­ναι, μοῦ λέ­ει, ἡ μό­νη ὀρ­θή δι­α­τύ­πω­ση πού ἐκ­φρά­ζει, ἀ­νεκ­φρά­στως, αὐ­τό πού ἐ­γώ τό­σο και­ρό δέν μπο­ροῦ­σα νά δι­α­τυ­πώ­σω, ἐ­νῶ ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς τό ζῶ. Κα­τα­λα­βαί­νε­τε τώ­ρα τό­σο τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα,ὅ­σο κυ­ρί­ως τήν πνευ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξή μου. Βρι­σκό­μουν μπρο­στά σέ ἕ­ναν πνευ­μα­τι­κό θη­σαυ­ρό καί ἐ­πε­θύ­μη­σα νά γε­μί­σω ὅ­σο τό δυ­να­τόν τίς «ἀ­πο­σκευ­ές» μου. Ἀ­κο­λού­θη­σε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη συ­ζή­τη­ση τῆς ζω­ῆς μου. Δέν θά μέ ἔ­παιρ­νε ὁ χρό­νος, ἀλ­λά δέν θά ἔ­βρι­σκα ἴ­σως καί τόν κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο τρό­πο, γιά νά σᾶς πε­ρι­γρά­ψω κά­πως ὅ­σα ἄ­κου­σα καί ἔ­ζη­σα.Εὐ­χα­ρι­στῶ ἐκ βα­θέ­ων τό Χρι­στό γι’ αὐ­τήν τήν ἀ­πε­ρί­γρα­πτη συ­νάν­τη­ση. Ἦ­ταν ὁση­μαν­τι­κό­τε­ρος σταθ­μός γιά τή  μέ­χρι σή­με­ρα θε­ο­λο­γι­κή καί πνευ­μα­τι­κή γνώ­ση μου. Ἔ­χω τή βα­θειά καί βε­βαί­α αἴ­σθη­ση, ὅ­τι δι’ αὐ­τοῦ μοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός ὅ­λα ἐ­κεῖ­να πού μοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ, ὅ­τι θά μοῦ δο­θοῦν στα­δια­κῶς καί σέ βά­θος χρό­νου. Εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός! Εἶ­ναι πράγ­μα­τι, οἰ­κτίρ­μων καί ἐ­λε­ή­μων, μα­κρό­θυ­μος καί πο­λυ­έ­λε­ος καί ἐ­πί τά τα­πει­νά ἐ­φο­ρῶν! Συγ­κα­τα­βαί­νει πλου­σι­ο­πα­ρό­χως, προ­συ­πο­γρά­φει τίς δε­ή­σεις καί κα­θι­στᾶ ἀ­ξι­ό­πι­στα τά λό­για τῶν τα­πει­νῶν φί­λων του, ἕ­νας ἀ­πό τούς ὁ­ποί­ους στήν ἐ­πο­χή μας ἦ­ταν καί ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της.
Ποι­ός ἦ­ταν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ, δέν λέ­γε­ται.Αὐ­τό μό­νο σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἐν Πνεύ­μα­τι, καί πά­λι κα­τά τό μέ­τρο τῆς δε­κτι­κό­τη­τας καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς χω­ρη­τι­κό­τη­τάς σου.Ὅ­μως δι­στα­κτι­κά καίχά­ριν ὠ­φε­λεί­ας τῶν πολ­λῶν,θα τό ἐ­πι­χει­ρή­σω.
Ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ, ἐ­ξ’ αἰ­τί­ας τῆς πνευ­μα­τι­κῆς κα­θα­ρό­τη­τάς του,γρή­γο­ρα κα­τε­νό­η­σε, ὅ­τι ὁ πνευ­μα­τι­κός «ἀ­γρός» μέ τόν «πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη» βρι­σκό­ταν χα­ρι­σμα­τι­κῶς ἐν­τός του, γι’ αὐ­τό ἔ­στρε­ψε ὅ­λο τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του στό «σκά­ψι­μο» καί στήν καλ­λι­έρ­γεια τοῦ ἀ­γροῦ τῆς καρ­διᾶς του. Μέ τήν ἰ­σό­βια τα­πεί­νω­ση, τήν προ­σε­κτι­κή, νη­πτι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῶν κι­νή­σε­ων τοῦ νοῦ του, τήν πνευ­μα­τι­κή ἀν­τίρ­ρη­ση κα­τά τῶν λο­γι­σμῶν καί τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη εὐ­χή, κα­θά­ρι­σε ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τά νο­η­τά ἀ­πό­βλη­τα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἀ­πό τό νοῦ καί τήν καρ­διά του, καί γνώ­ρι­σε ἐμ­πει­ρι­κῶς καί ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει, ὅ­τι ἡ Θεί­α Χά­ρη εἶ­ναι ὁ πνευ­μα­τι­κός «γε­ννή­το­ρας» τοῦ κα­τά Θε­όν και­νοῦ ἀν­θρώ­που.Ἐ­πέ­με­νε ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν πλή­ρη ἐκ­κέ­νω­ση τῆς καρ­διᾶς γιά τήν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τῆς Χά­ρι­τος τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ­νο πού κα­τά­λα­βα στή συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πό τά λε­γό­με­νά του ἦ­ταν, ὅ­τι ὁ βαθ­μός κα­θα­ρό­τη­τας τοῦ νοῦ καί τῆς καρ­διᾶς τοῦ πι­στοῦ γί­νε­ται τό μέ­τρο δε­κτι­κό­τη­τας τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος, ἀλ­λά καί ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ βαθ­μοῦ τῆς θέ­ας καί τῆς ἐν γέ­νει βι­ώ­σε­ως τῆς θε­ο­ποι­οῦ Χά­ρι­τος.Κα­τά τή δι­κή του χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δι­α­τύ­πω­ση: «Ὅ­σο ἔ­χεις, τό­σο θά πά­ρεις» καί κα­τά συ­νέ­πεια, «κα­τά τήν κα­τά­στα­σή σου θά μι­λή­σεις».Ἔ­λε­γε μά­λι­στα ἐ­π’ αὐ­τοῦ δι­ευ­κρι­νι­στι­κῶς τό ἑ­ξῆς πα­ρά­δειγ­μα: Κα­τά τήν ἀν­θρώ­πι­νη δι­και­ο­σύ­νη, ἕ­νας πα­τέ­ρας πού ἔ­χει τέσ­σε­ρα παι­διά, θά ἀ­φή­σει στό κά­θε παι­δί τό ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του. Αὐ­τό ὅ­μως δέν ἰ­σχύ­ει γιά τά πνευ­μα­τι­κά. Ἐ­δῶ, τό κά­θε παι­δί θά πά­ρει ἀ­νά­λο­γα μέ τήν πνευ­μα­τι­κή δε­κτι­κό­τη­τά του ἀ­πό τόν πνευ­μα­τι­κό θη­σαυ­ρό τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα του. Ἄν μά­λι­στα συμ­βαί­νει ἡ δε­κτι­κό­τη­τα τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ τέ­κνου νά εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λη, τό­τε εἶ­ναι δυ­να­τό νά λά­βει πνευ­μα­τι­κῶς πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τήν ὅ­λη πνευ­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α τοῦ γέ­ρον­τά του, χω­ρίς στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή νά στε­ρή­σει σέ κα­νέ­να ἀ­πό τά πνευ­μα­τι­κά ἀ­δέλ­φια του τή δι­κή τους με­το­χή στήν κοι­νή πνευ­μα­τι­κή κλη­ρο­νο­μιά.
Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὡς πρός τή Θεί­α Χά­ρη, μοῦ δι­ευ­κρί­νι­ζε συ­χνά καί μέ νό­η­μα: «Ἄλ­λο πρᾶγ­μα εἶ­ναι νά μι­λᾶς γιά τή Θεί­α Χά­ρη καί ἄλ­λο νά με­τέ­χεις σέ αὐ­τήν ἐ­νερ­γῶς». Καί πραγ­μα­τι­κά, ἄλ­λο πρᾶγ­μα εἶ­ναι νά ἀ­κοῦς ἤ νά δι­α­βά­ζεις,ὅ­τι ἡ Θεί­α Χά­ρη -ὅ­ταν βι­ώ­νε­ται- θε­ᾶ­ται ὡς ἄ­κτι­στο, ζων­τα­νό καί ζω­ο­ποι­ό φῶς, τό ὁ­ποῖ­ο συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό ἄρ­ρη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κή εἰ­ρή­νη, χα­ρά, γλυ­κύ­τη­τα καί ἀ­κα­τά­παυ­στα δά­κρυ­α, πού ἀ­πο­μα­κρύ­νουν ὄ­χι ἁ­πλῶς τόν πο­νη­ρό, ἀλ­λά καί κά­θε πο­νη­ρί­α, καί ἄλ­λο πράγ­μα εἶ­ναι νά ζεῖς προ­σω­πι­κά τήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή. Τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, εἶ­ναι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κό νά βλέ­πεις ἕ­ναν ὡ­ραῖ­ο ζω­γρα­φι­κό πί­να­κα μέ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἐ­δέ­σμα­τα ἤ νά ἀ­κοῦς μιά θαυ­μά­σια πε­ρι­γρα­φή ἐ­δε­σμά­των, ἀ­πό τό νά ἔ­χεις ἄ­με­ση πρό­σβα­ση καί ἐμ­πει­ρί­α μέ ὅ­λες τίς αἰ­σθή­σεις σου στά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­δέ­σμα­τα, ὅ­ταν δη­λα­δή καί τά βλέ­πεις καί τά ὀ­σφραί­νε­σαι καί τά τρώ­γεις.
Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὅ­ταν βι­ώ­νει κά­ποι­ος γνή­σια τή Θεί­α Χά­ρη, δι­δά­σκε­ται ἄ­με­σα ἀ­πό τόν ἴ­διο τό Θε­ό δι’ αὐ­τῆς, ὅ­τι ἡ Θεί­α Χά­ρη πα­ρέ­χε­ται ἐ­λεύ­θε­ρα καί ἀ­πο­κλει­στι­κά κα­τά τήν κρί­ση τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­πως ἔ­λε­γε καί ὁ ἴ­διος, ἡ Θεί­α Χά­ρη ἔρ­χε­ται, ὅ­ταν δέν τήν πε­ρι­μέ­νεις, μέ­νει ὅ­σο θέ­λει καί φεύ­γει, ὅ­ταν θέ­λει. Ὁ Θε­ός δέν ἐκ­βι­ά­ζε­ται, οὔ­τε καί ἡ Χά­ρη Του. Ὁ ἐ­νερ­γού­με­νος ἀ­πό τή Θεί­α Χά­ρη πι­στός ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πνευ­μα­τι­κῶς, ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἡ Θεί­α Χά­ρη τόν γυ­μνά­ζει στήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, τόν ἐ­νι­σχύ­ει νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἐ­πι­τυ­χῶς στούς ἐ­περ­χό­με­νους πει­ρα­σμούς, ἀλ­λά καί ὅ­ταν δο­κι­μά­ζε­ται ἀ­πό τίς θλί­ψεις, τόν συ­νο­δεύ­ει μέ τίς πα­ρη­γο­ρί­ες τοῦ Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τος, ἐ­νῶ «πλη­ρο­φο­ρεῖ» μέ ἀ­πό­λυ­τη πει­στι­κό­τη­τα τό­σο τόν ἴ­διο τόν προ­σευ­χό­με­νο ὅ­σο καί ἐ­κεῖ­νον, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σεύ­χε­ται. Τήν «πλη­ρο­φο­ρί­α» αὐ­τή, ὡς ἄ­με­ση ἐμ­πει­ρί­α,εἶ­χαν πο­λύ συ­χνά οἱ συ­νο­μι­λη­τές του καί συ­ζη­τού­σα­με μέ πο­λύ θαυ­μα­σμό γι’ αὐ­τήν με­τα­ξύ μας.
Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ, ὡς ἐμ­πει­ρι­κός δι­δά­κτο­ρας, ση­μεί­ω­νε ἐμ­φα­τι­κά καί μέ συγ­κε­κρι­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­τι ἡ ἐ­νερ­γός Θεί­α Χά­ρη, πού ἔ­χει κά­ποι­ος, με­τα­δί­δε­ται σέ ἐ­κεῖ­νον,πού εἶ­ναι δε­κτι­κός αὐ­τῆς –καί μά­λι­στα στό βαθ­μό πού εἶ­ναι δε­κτι­κός- διά μέ­σου τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ κα­τό­χου της. (Πα­ρά­δειγ­μα στήν κο­ρυ­φή τοῦ λό­φου). Ὅ­ταν ὁ κά­το­χός της συμ­βαί­νει νά εἶ­ναι καί θε­σμι­κός φο­ρέ­ας στό πλαί­σιο τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας, ὅ­πως λ.χ. ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας, τό­τε αὐ­τός πού εὐ­λο­γεῖ καί με­τα­δί­δει τή Θεί­α Χά­ρη στούς πι­στούς διά τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως εἶ­ναι τό ἴ­διο τό Πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. (Παρ. μέ τό λο­γι­σμό τοῦ π. Ἐ­φραίμ, ὅ­ταν εὐ­λο­γοῦ­σε τό γέ­ρον­τά του π. Ἰ­ω­σήφ). Ἐ­νερ­γός ἡ Θεί­α Χά­ρη δι­α­τη­ρεῖ­ται στό χα­ρι­σμα­τι­κό φο­ρέ­α της μό­νο κά­τω ἀ­πό σα­φεῖς προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Καί αὐ­τές οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί ἡ ἐκ καρ­δί­ας εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τόν δο­τῆρα της. Πολ­λοί εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι, πού λί­γο ἤ πο­λύ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦν κά­πο­τε τήν ἐν­τός τους Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὅ­μως ἡ πρά­ξη ἔ­δει­ξε, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, ὅ­τι κα­νείς δέν μπό­ρε­σε νά τήν δι­α­τη­ρή­σει ἐ­νερ­γό –καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο νά αὐ­ξή­σει τήν ἐ­νερ­γο­ποί­η­σή της- χω­ρίς τήν ἀ­σκη­τι­κή μα­θη­τεί­α καί πρά­ξη καί κυ­ρί­ως χω­ρίς πνευ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση ἀ­πό ἔμ­πει­ρο πνευ­μα­τι­κό ὁ­δη­γό.
 Στό ἐ­ρώ­τη­μά μας, πῶς ἀρ­χί­ζει πρα­κτι­κῶς νά ἐ­νερ­γεῖ σ’ ἐ­μᾶς ἡ Θεί­α Χά­ρη αἰ­σθη­τά, μᾶς πα­ρέ­πεμ­πε στά λό­για τοῦ Χρι­στοῦ καί στήν ἐμ­πει­ρί­α τῶν ἁ­γί­ων. Τό πνεῦ­μα τῶν λε­γο­μέ­νων του ἑ­στί­α­ζε καί στήν προ­σω­πι­κή του πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α. Ὅ­ταν δη­λα­δή ὁ πι­στός ἀρ­χί­ζει νά κα­θαί­ρε­ται ἀ­πό τήν ἀ­κα­θαρ­σί­α τῶν πα­θῶν, μέ τήν ἐν ἐ­πι­γνώ­σει με­το­χή στά θε­ουρ­γά μυ­στή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, σέ συν­δυα­σμό μέ τή συν­το­νι­σμέ­νη ἀ­σκη­τι­κή καί ἀ­γα­πη­τι­κή τή­ρη­ση τῶν θεί­ων ἐν­το­λῶν, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ­ται ἡ Χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Χρί­σμα­τός μας, ἀ­πό τήν πη­γή τοῦ ζῶν­τος καί ἀ­κτί­στου ὕ­δα­τος, ὡς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση τῆς ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας τοῦ Δο­τῆ­ρα της, Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τός, ὡς ἡ Ὑ­πο­στα­τι­κή Ἀ­λή­θεια, μᾶς δι­α­βε­βαί­ω­σε, ὅ­τι «ἐ­άν ἀ­γα­πᾶ­τε με, τάς ἐν­το­λάς τάς ἐ­μάς τη­ρή­σε­τε, κἀ­γώ ἐ­ρω­τή­σω τόν Πα­τέ­ρα καί ἄλ­λον Πα­ρά­κλη­τον δώ­σει ὑ­μῖν, ἵ­να ᾖ με­θ’ ὑ­μῶν εἰς τόν αἰ­ῶ­να, τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας, ὅ ὁ κό­σμος οὐ δύ­να­ται λα­βεῖν, ὅ­τι οὐ θε­ω­ρεῖ αὐ­τό οὐ­δέ γι­νώ­σκειὑ­μεῖς γι­νώ­σκε­τε αὐ­τό, ὅ­τι πα­ρ’ ὑ­μῖν καί ἐν ὑ­μῖν ἔ­σται…ἐ­κεῖ­νος ὑ­μᾶς δι­δά­ξει πάν­τα καί ὑ­πο­μνή­σει ὑ­μᾶς πάν­τα, ἅ εἶ­πον ὑ­μῖν ἐ­γώ» (Ἰ­ω. 14,15-17 καί 26).
Ὅ­ταν ἡ Θεί­α Χά­ρη ἐ­νερ­γο­ποι­η­θεῖ καί χρο­νί­σει αὐ­τή ἡ ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση ἐν­τός μας, γί­νει δη­λα­δή ἕ­ξη, ὅ­πως στό γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ, αἴ­ρον­ται ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι οἱ κτι­στοί πε­ρι­ο­ρι­σμοί τοῦ χώ­ρου καί τοῦ χρό­νου καί θε­ῶν­ται εὐ­κρι­νῶς, ὅ­σα ὁ Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτει. Ἔ­τσι λ.χ. ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ «ἔ­βλε­πε» τούς λό­γους τῶν ὄν­των καί «ἄ­κου­γε» μέ τά γυ­μνα­σμέ­να αἰ­σθη­τή­ριά του τήν ἄ­φω­νη δο­ξο­λο­γί­α τῆς ἄ­λο­γης καί τῆς ἀ­νόρ­γα­νης ἀ­κό­μη φύ­σε­ως. Στή λο­γι­κή ἀ­πο­ρί­α μου, πῶς γί­νε­ται ἡ μή λο­γι­κή καί ἀ­νόρ­γα­νη ὕ­λη νά δο­ξο­λο­γεῖ τό Θε­ό, μοῦ ἀ­πήν­τη­σε ὅ­τι τό «βλέ­πει», ἄν καί ὄ­χι πο­λύ εὐ­κρι­νῶς, ὅ­πως ἄλ­λοι, τούς ὁ­ποί­ους γνω­ρί­ζει, ὅ­μως ἀ­δυ­να­τεῖ λε­κτι­κά νά μοῦ τό ἐκ­φρά­σει, ἐ­πει­δή δέν βρί­σκει οὔ­τε λέ­ξεις οὔ­τε κά­ποι­α λο­γι­κή ἀν­τι­στοι­χί­α ἀ­πό τήν ἐμ­πει­ρί­α τῶν κτι­στῶν. Ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βα, ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιά τήν ἀν­τί­στοι­χη πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ Ψαλ­μω­δοῦ Δα­βίδ, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­γει: «Οἱ οὐ­ρα­νοί δι­η­γοῦν­ται δό­ξαν Θε­οῦ, ποί­η­σιν δέ χει­ρῶν αὐ­τοῦ ἀ­ναγ­γέλ­λει τό στε­ρέ­ω­μα…οὐκ εἰ­σί λα­λιαί οὐ­δέ λό­γοι, ὧν οὐ­χί ἀ­κού­ον­ται αἱ φω­ναί αὐ­τῶν εἰς πᾶ­σαν τήν γῆν ἐ­ξῆλ­θεν ὁ φθόγ­γος αὐ­τῶν καί εἰς τά πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης τά ρή­μα­τα αὐ­τῶν» (Ψαλμ. 18,1 καί 4-5). Ἀλ­λά μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μη γιά τήν «ἀ­ό­ρα­τη» θέ­α τῶν ἀ­κτί­στων ἐ­νερ­γει­ῶν τοῦ Θε­οῦ μέ­σα στήν κτι­στή δη­μι­ουρ­γί­α, γιά τήν ὁ­ποί­α μι­λᾶ σα­φῶς καί ὁ θε­ό­πτης ἀ­πό­στο­λος καί ἐ­πί­λε­κτο σκεῦ­ος τοῦ Θε­οῦ, ὁ οὐ­ρα­νο­βά­μων Παῦ­λος, στήν πρός Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή του, ὅ­που λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «τά γάρ ἀ­ό­ρα­τα αὐ­τοῦ (ἐνν. τοῦ Θε­οῦ) ἀ­πό κτί­σε­ως κό­σμου τοῖς ποι­ή­μα­σι νο­ού­με­να κα­θο­ρᾶ­ται, ἥ τε ἀ­ΐ­διος αὐ­τοῦ δύ­να­μις καί θει­ό­της, εἰς τό εἶ­ναι αὐ­τούς ἀ­να­πο­λο­γή­τους» (Ρωμ. 1,20). [Δη­λα­δή, πα­ρό­τι εἶ­ναι ἀ­ό­ρα­τες καί ἡ αἰ­ώ­νια δύ­να­μη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ θε­ϊ­κή ἰ­δι­ό­τη­τά του, μπο­ροῦν νά τίς δοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι μέ­σα στή δη­μι­ουρ­γί­α, ἀ­πό τό­τε πού ἔ­γι­νε ὁ κό­σμος. Γι’ αὐ­τό καί δέν ἔ­χουν κα­μί­α δι­α­και­ο­λο­γί­α γιά τήν ἀ­πι­στί­α τους]. Μέ τόν ἴ­διο πνευ­μα­τι­κό τρό­πο ἔ­βλε­πε «ἀ­ο­ρά­τως» πρό­σω­πα, το­πι­κῶς καί χρο­νι­κῶς πο­λύ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να ἀ­πό τή δι­κή του ἱ­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α, δί­κην τρισ­δι­ά­στα­της πνευ­μα­τι­κῆς τη­λε­ο­ρά­σε­ως, μέ τή δι­α­φο­ρά ἔ­ναν­τι τῆς τη­λε­ο­ρά­σε­ως, ὅ­τι καί ὁ ἴ­διος βρι­σκό­ταν ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές ἐν Πνεύ­μα­τι καί βί­ω­νε τήν ὅ­λη κα­τά­στα­ση πού ἔ­βλε­πε (λ.χ. τόν π. Προ­κό­πιο στή Δάφ­νη καί τόν Πει­ραι­ᾶ, τήν ἐ­ξα­δέλ­φη του κ.λπ.).
Ἀ­κό­μη «ἀ­κτι­νο­γρα­φοῦ­σε» πνευ­μα­τι­κῶς πρό­σω­πα ἤ κα­τα­στά­σεις καί «ἔ­βλε­πε» δι­ο­ρα­τι­κῶς τίς σκέ­ψεις τους ἤ τήν μελ­λον­τι­κή ἔκ­βα­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων κα­τα­στά­σε­ων.Ἔ­τσι, τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές πού τόν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν, χω­ρίς κἄν νά ρω­τή­σω κά­τι, μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε στίς ἐ­ρω­τή­σεις, πού ἤ­θε­λα νά τοῦ θέ­σω μέ ἀ­πό­λυ­τη πλη­ρό­τη­τα, ἀ­κο­λου­θών­τας μά­λι­στα τήν ἴ­δια ἀ­ξι­ο­λο­γι­κή δι­α­βάθ­μι­ση καί τήν προ­τε­ραι­ό­τη­τα, μέ τήν ὁ­ποί­α θά τά ἔ­θε­τα. Καί τό ἐκ­πλη­κτι­κό­τε­ρο γιά μέ­να ἦ­ταν, ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό πο­λύ προ­σω­πι­κό λε­ξι­λό­γιο, μέ τό ὁ­ποῖ­ο σκό­πευ­α νά τίς θέ­σω, ἤ μοῦ πα­ρου­σί­α­ζε σα­φῶς ὅ­λο τόν συ­να­φῆ μέ τίς ἐ­ρω­τή­σεις προ­βλη­μα­τι­σμό μου (ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα τῶν πέν­τε ἐ­ρω­τή­σε­ων καί τῶν ἀ­κο­λού­θων στίς ἀ­παν­τή­σεις του σκέ­ψε­ών μου καί τῶν ἀν­τι­στοί­χων ἀ­παν­τή­σε­ων).
Μέ τά εὐ­αί­σθη­τα πνευ­μα­τι­κά αἰ­σθη­τή­ριά του, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν τό συγ­κε­κρι­μέ­νο πνεῦ­μα, πού δι­α­κα­τεῖ­χε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά καί τά πνευ­μα­τι­κά μέ­τρα του, εἴ­τε κα­τά τήν ἄ­με­ση πα­ρου­σί­α του εἴ­τε κα­τά τή διά­ρκεια τῆς ἐμ­πύ­ρου προ­σευ­χῆς του (πα­ρά­δειγ­μα ἡ μη­τέ­ρα του, ἡ πε­ρί­πτω­ση μα­γεί­ας κ.λπ.). Ἀλ­λά μέ τήν  πνευ­μα­τι­κή «ἀ­ξο­νι­κή το­μο­γρα­φί­α» του ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν ἀ­λα­θή­τως ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ τό συγ­κε­κρι­μέ­νο πνεῦ­μα, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἐμ­φο­ρεῖ­το καί ἕ­να σπί­τι πού ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, ἀλ­λά καί τό πνεῦ­μα εὐ­ρυ­τέ­ρων ὑ­παρ­ξια­κῶν χώ­ρων, χω­ρίς γε­ω­γρα­φι­κά ὅ­ρια. Μά­λι­στα, μοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­τι μέ τήν πνευ­μα­τι­κή ὄ­σφρη­σή του λά­βαι­νε πεῖ­ρα καί τοῦ βαθ­μοῦ εὐ­ω­δί­ας ἤ δυ­σω­δί­ας τοῦ ἀν­τι­στοί­χου πνεύ­μα­τος, τό ὁ­ποῖ­ο προσ­δι­ό­ρι­ζε τήν πνευ­μα­τι­κή ποι­ό­τη­τα συγ­κε­κρι­μέ­νων προ­σώ­πων ἤ καί παγ­κο­σμί­ων κα­τα­στά­σε­ων (πα­ρά­δειγ­μα τοῦ βου­δι­στῆ καί τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ). Καί ἐ­γώ προ­σω­πι­κῶς ἔ­λα­βα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως πεῖ­ρα αὐ­τῆς τῆς πνευ­μα­τι­κῆς αἰ­σθή­σε­ως τοῦ πα­τρός Ἐ­φραίμ (π.χ. ὄ­σμω­ση τοῦ πνεύ­μα­τός μου).
Ἄν ἡ ἔ­λευ­ση τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος γί­νε­ται διά τῆς τα­πει­νώ­σε­ως τοῦ φρο­νή­μα­τός μας, σύμ­φω­να μέ τή Βι­βλι­κή μαρ­τυ­ρί­α, ὅ­τι ὁ Θε­ός «τα­πει­νοῖς δί­δω­σι χά­ριν», τό­τε ὁ πο­λύ πρα­κτι­κός καί ἄ­με­σα ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κός τρό­πος γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση καί δι­α­τή­ρη­ση αὐ­τῆς τῆς ἀ­ρε­τῆς, κα­τά τόν γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ καί τή σύ­νο­λη ἡ­συ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι ἡ ἄ­σκη­ση τῆς ὑ­πα­κο­ῆς στό Χρι­στό, μέ τήν ἀ­πα­ρέγ­κλι­τη τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν Του. Ἐ­δῶ ὁ ἔμ­πει­ρος πνευ­μα­τι­κός ὁ­δη­γός ἀ­πο­τε­λεῖ τό πνευ­μα­τι­κό κλει­δί.Ἔ­τσι, ἡ ὑ­πα­κο­ή γί­νε­ται ἡ ὁ­ρα­τή, ἁ­πτή καί πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη προ­ϋ­πό­θε­ση ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σε­ως καί δι­α­τη­ρή­σε­ως ἐ­νερ­γοῦ τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος ἐν­τός μας.
Ἦ­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά προ­κλη­τι­κή καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά συ­χνή ἡδι­α­τύ­πω­σή του: «Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, εἶ­ναι ἡ ὑ­πα­κο­ή». Αὐ­τή ἡ το­πο­θέ­τη­σή του ἔ­γι­νε καί ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κή του. Ἔ­τσι, πού στίς συ­νει­δή­σεις μας, ἡ ἀ­να­φο­ρά τοῦ ὀ­νό­μα­τός του συ­νο­δεύ­ε­ται κα­τε­ξο­χήν μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς ὑ­πα­κο­ῆς. Ἦ­ταν τό Α καί τό Ω τῆς πρα­κτι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας του. Ὅ­λα τά πνευ­μα­τι­κά τά συ­νέ­δε­ε ἐ­πι­τυ­χῶς στό λό­γο του μέ τήν ὑ­πα­κο­ή. Ἡ ὑ­πα­κο­ή, ἔ­λε­γε, ἀν­τί­κει­ται στήν φι­λαυ­τί­α μας, ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­φρά­ζε­ται κυ­ρί­ως στό ἴ­διο θέ­λη­μα τοῦ λο­γι­σμοῦ μας. Κα­ταρ­χήν, συ­νι­στοῦ­σε τήν ἀ­δι­ά­κρι­τη ὑ­πα­κο­ή στόν πνευ­μα­τι­κό ὁ­δη­γό, καίἀ­π’ αὐ­τήν στή συ­νέ­χεια,ἔ­λε­γε, κα­τα­λή­γου­με στή δι­α­κρι­τι­κή ὑ­πα­κο­ή. Ὑ­πα­κο­ή καί δι­και­ο­λο­γί­α, τά θε­ω­ροῦ­σε ὡς ἀν­τι­φα­τι­κές ἔν­νοι­ες. Ἡ δι­και­ο­λο­γί­α, ἔ­λε­γε εὔ­στο­χα, δέν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ. Δέν ἀ­πο­τε­λεῖ τρό­πο θε­ρα­πεί­ας τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας τῆς ἀ­νυ­πα­κο­ῆς. Γι’ αὐ­τό καί δέν μπο­ρεῖς νά πα­ρα­μέ­νεις γνή­σια τα­πει­νός μέ τή δι­και­ο­λο­γί­α.Ἄλ­λω­στε, ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με, τό ἀ­θέ­μι­το αὐ­τό ζεῦ­γος, τῆς πα­ρα­κο­ῆς καί τῆς δι­και­ο­λο­γί­ας, ἐ­ξέ­φρα­σαν καί αἰ­σθη­το­ποί­η­σαν στήν πρά­ξη τήν κρυ­φή ὑ­πε­ρη­φά­νεια τοῦ προ­γο­νι­κοῦ μας ζεύ­γους καί τό ὁ­δή­γη­σαν στήν ἔ­ξο­δο τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ ὑ­πα­κο­ή ἀ­πο­τε­λεῖ τό ἀν­τί­δο­το τῆς πα­ρα­κο­ῆς καί τῆς δι­και­ο­λο­γί­ας καί τόν πρα­κτι­κό τρό­πο δι­α­σφα­λί­σε­ως τῆς πα­ρα­μο­νῆς μας στήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, ἡ ὁ­ποί­α ὡς μα­γνή­της ἑλ­κύ­ει τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί τήν συν­τη­ρεῖ ἐ­νερ­γο­ποι­η­μέ­νη.
Ἡ ὑ­πα­κο­ή ἔ­χει ὀν­το­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἀν­τι­στρό­φως ἀ­νά­λο­γες μέ ἐ­κεῖ­νες τῆς πα­ρα­κο­ῆς.Ἔ­τσι, ἐ­νῶ ἡ πα­ρα­κο­ή στό θεῖ­ο θέ­λη­μα ὁ­δή­γη­σε στήν ἀρ­ρώ­στια καί στή δι­α­στρο­φή τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ἡ ὑ­πα­κο­ή, ἔ­λε­γε ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ,ὁ­δή­γη­σε καί ὁ­δη­γεῖ στή θε­ρα­πεί­α, ἀλ­λά καί στή δι­α­τή­ρη­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ὑ­γεί­ας τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως. Σέ ὅ­ποι­ο βαθ­μό κι ἄν βρί­σκε­ται ἡ πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, αὐ­τή ἀ­κυ­ρώ­νε­ται καί χά­νε­ται, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ,μέ τήν πα­ρα­κο­ή.Μά­λι­στα, αὐ­τή ἡ πνευ­μα­τι­κή ζη­μί­α μᾶς χρε­ώ­νε­ται, ὄ­χι μό­νον ὅ­ταν ἡ πα­ρα­κο­ή γί­νε­ται στό ὁ­ρα­τό ἐ­πί­πε­δο τῆς πρά­ξε­ως, ἀλ­λά καί ὅ­ταν γί­νε­ται στό ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο τοῦ λο­γι­σμοῦ.Ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νου­με δη­λα­δή τήν πνευ­μα­τι­κή κλί­μα­κα, ἀν­τί­στοι­χα μέ τό πνευ­μα­τι­κό ποι­όν τοῦ λο­γι­σμοῦ μας, πού προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ὑ­πα­κο­ή ἤ ἀ­νυ­πα­κο­ή στόν πνευ­μα­τι­κό ὁ­δη­γό μας καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση στόν ἴ­διο τό Θε­ό.Για­τί τό ζη­τού­με­νο στήν ὑ­πα­κο­ή εἶ­ναι ἡ συμ­μόρ­φω­σή μας πρός τό θεῖ­ο θέ­λη­μα καί ὁ τε­λι­κός ἀ­πο­δέ­κτης τῆς ὑ­πα­κο­ῆς μας εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Τρι­α­δι­κός Θε­ός.
Ἡ ὑ­πα­κο­ή εἶ­ναι σέ μᾶς θε­ο­πα­ρά­δο­τη, ὄ­χι μό­νο στό πλαί­σιο τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ἀλ­λά καί στόπλαί­σιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μᾶς τήν πα­ρέ­δω­σε ἐμ­πρά­κτως ὁ Χρι­στός.Ἄλ­λω­στε, αὐ­τή ἡ ὑ­πα­κο­ή ἔ­κα­νε καί τό Θε­ό ἄν­θρω­πο, ὅ­πως ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, γιά νά κά­νει τόν ἄν­θρω­πο κα­τά Χά­ρη Θε­ό. Μά­λι­στα, τήν ἀ­φε­τη­ρί­α τῆς ὑ­πα­κο­ῆς τήν ἀ­νή­γα­γε καί στόν ἴ­διο τόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί εἰ­δι­κό­τε­ρα στήν ἁ­γι­ο­τρι­α­δι­κή ζω­ή. Ὁ Χρι­στός, ἔ­λε­γε ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ, συ­νε­χῶς ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό γε­γο­νός, ὅ­τι δέν ἦρ­θε ἀ­πό μό­νος του στόν κό­σμο, ἀλ­λά ὅ­τι στάλ­θη­κε ἀ­πό τό Θε­ό Πα­τέ­ρα. Ἔ­λε­γε ὅ­σα τοῦ εἶ­πε ὁ Πα­τέ­ρας Του, καί ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ή στό θέ­λη­μά Του μέ­χρι ἐ­πο­νει­δί­στου σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του.Ἀλ­λά καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, πού ὁ Χρι­στός μᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε, δέ θάἐρ­χό­ταν πα­ρά μό­νον ὡς ἀ­πο­στελ­λό­με­νο ἀ­πό τόν Ἴ­διον καί δέν θά μι­λοῦ­σε αὐ­τε­παγ­γέλ­τως, ἀλ­λά μό­νον γιά ὅ­σα θά ἄ­κου­γε.Ἔ­τσι καί ἡ δι­κή μας ὑ­πα­κο­ή στό θέ­λη­μα τοῦΘε­οῦ γί­νε­ται κα­τά μί­μη­ση τοῦ Χρι­στοῦ.Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ βα­θύ­τε­ρος θε­ο­λο­γι­κός καί πνευ­μα­τι­κός λό­γος, πού ἡ ὑ­πα­κο­ή δέν ὁ­δη­γεῖ πο­τέ στό κα­κό.
Ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ το­πο­θε­τεῖ τό γέ­ρον­τα στή θέ­ση τοῦ Θε­οῦ, κα­τά τήν δι­α­δι­κα­σί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς κα­θο­δη­γή­σε­ως τοῦ ὑ­πο­τα­κτι­κοῦ. Γι’ αὐ­τό καί ὀ­νο­μά­ζει τό γέ­ρον­τα, «στό­μα τοῦ Θε­οῦ».Ἐ­κεῖ­νος πού πρῶ­τος γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά τήν πνευ­μα­τι­κή δύ­να­μη τοῦ γέ­ρον­τα εἶ­ναι ὁ δι­ά­βο­λος. Καί τό γνω­ρί­ζει αὐ­τό πρα­κτι­κῶς, ἀ­φοῦ βλέ­πει,ὅ­τι διά τοῦ γέ­ρον­τος ἐ­ξου­δε­τε­ρώ­νε­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἡ δύ­να­μή του.Μά­λι­στα,ἡ πρό­ο­δος στή με­το­χή τῆς Θεί­ας Χά­ρι­τος, κα­τά τήν πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ πα­τρός Ἐ­φραίμ, εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μέ τήν πρό­ο­δο, πού ση­μει­ώ­νει ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός στήν εὐ­λά­βεια πρός τόν γέ­ρον­τά του. Γι’ αὐ­τό καί πρό­τει­νε τολ­μη­ρά: «ἡ ἀ­γά­πη πρός τόν γέ­ρον­τα νά εἶ­ναι ἀν­τί­στοι­χη τῆς ἀ­γά­πης μας πρός τό Θε­ό». Ὁ ἴ­διος, ἄλ­λω­στε, ἔ­βλε­πε τά πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα νά τοῦ πα­ρέ­χον­ται ἀ­πό τό Θε­ό, ἀ­νά­λο­γα πρός τήν εὐ­λά­βεια, πού καλ­λι­ερ­γοῦ­σε πρός τό γέ­ρον­τά του. Ἔ­τσι, μέ τήν ὑ­πα­κο­ή του –σέ συν­δυα­σμό μέ τήν ὑ­πο­μο­νή καί τήν προ­σευ­χή- λάμ­βα­νε πνευ­μα­τι­κή κα­τά­νυ­ξη καί δά­κρυ­α, ἐ­σω­τε­ρι­κή εἰ­ρή­νη καί πνευ­μα­τι­κή κά­λυ­ψη ἀ­πό ἀ­λε­ξί­κα­κη πνευ­μα­τι­κή ὀμ­βρέ­λα. Ὑ­πο­στή­ρι­ζε, ὅ­τι ὁΠα­ρά­δει­σος δι­α­σφα­λί­ζε­ται σέ μᾶς μέ τήν ὑ­πα­κο­ή, για­τί ἡ ὑ­πα­κο­ή, ὡς ἄ­σκη­ση βί­ας στόν ἑ­αυ­τό μας, δι­ευ­κο­λύ­νει τήν «ἁρ­πα­γή τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ». Τέ­λος, θε­ω­ροῦ­σε τήν ὑ­πα­κο­ή ἀ­ξι­ο­λο­γι­κά ὄ­χι μό­νον ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πό τήν προ­σευ­χή, ἀλ­λά καί ὡς προ­ϋ­πό­θε­σή της, πρᾶγ­μα πού βε­βαί­ω­νε μέπολ­λά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α του. Ἀ­κό­μη καί με­τά τήν ἐκ­δη­μί­α τοῦ γέ­ρον­τά του Ἰ­ω­σήφ, ἦ­ταν τό­σο ζων­τα­νή καί στε­νή ἡ σχέ­ση μα­ζί του, πού τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν, ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἤ δε­κα­πεν­θή­με­ρο καί συ­ζη­τοῦ­σαν γιά πνευ­μα­τι­κά θέ­μα­τα, στά ὁ­ποῖ­α καί ταυ­τί­ζον­ται. Εὔ­λο­γα, γι’ αὐ­τό τόν ὀ­νό­μα­σαν «τα­φό­πε­τρα» τοῦ γέ­ρον­τά του.
Καρ­πός τῆς ὑ­πα­κο­ῆς, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, εἶ­ναι ἡνο­ε­ρά προ­σευ­χή. Κα­τ’ αὐ­τήν ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που γί­νε­ται τό νο­ε­ρό θυ­σι­α­στή­ριο, ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­πέμ­πε­ται ἡ λο­γι­κή λα­τρεί­α μας πρός τό Θε­ό.
Ὅ­πως ἡ ἀ­δι­ά­λει­πτη νο­ε­ρά προ­σευ­χή ἀ­πο­τε­λεῖ ἐν­το­λή τοῦ Θε­οῦ πρός ὅ­λους τούς πι­στούς, σύμ­φω­να μέ τίς Βι­βλι­κές μαρ­τυ­ρί­ες, ἐ­ξί­σου καί ὁ με­τε­ω­ρι­σμός τοῦ νοῦ κα­τ’ αὐ­τήν ἀ­πο­τε­λεῖ σα­φῆ ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ Χρι­στοῦ.Κα­τά τόν γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ, ἡ πνευ­μα­τι­κή ποι­ό­τη­τά μας προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ποι­ό­τη­τα τῆς προ­σευ­χῆς μας. Ἡ προ­σευ­χή μᾶς προ­ά­γει πνευ­μα­τι­κῶς κα­τά τρό­πο βι­ω­μα­τι­κό. Δι’ αὐ­τῆς ἀ­πο­κτοῦ­με σα­φῆ αἴ­σθη­ση τῆς κα­τα­στά­σε­ώς μας. Ὡς πρώ­τη πνευ­μα­τι­κή γεύ­ση ἀ­πό τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ χα­ρά, ἐ­νῶ ἡ γλυ­κύ­τη­τα πού ἀ­κο­λου­θεῖ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη καί ἀ­πό τήν προ­σευ­χή. Γι’ αὐ­τό καί στήν πο­λύ γλυ­κύ­τη­τα στα­μα­τᾶ ἡ προ­σευ­χή, καί ὁ πι­στός γεύ­ε­ται τήν γλυ­κύ­τη­τα ὡς ἐ­νερ­γού­με­νος ἀ­πό τή Θεί­α Χά­ρη.
Ἀλ­λα ἡνο­ε­ρά προ­σευ­χή πε­τυ­χαί­νε­ται εὔ­κο­λα, ὅ­ταν ὁ πι­στός ζη­τᾶ ἐ­πι­μό­νως,κα­τά τήν ἐν­το­λή, τή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν,δη­λα­δή,ἐ­πι­θυ­μεῖ στα­θε­ρά μό­νον ὁΧρι­στός νά βα­σι­λεύ­ει στήν καρ­διά του, αὐ­τός καί μό­νον αὐ­τός νά εἶ­ναι ὁ πλή­ρως κυ­ρί­αρ­χος τοῦ εἶ­ναι του. Καί τοῦ­το, ὅ­πως συ­χνά τό­νι­ζε ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ, ἐ­πει­δή ὁ Χρι­στός εἶ­ναι Θε­ός ζη­λό­τυ­πος.
Ἡνο­ε­ρά προ­σευ­χή ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ τήν ἐν­τός μας Θεί­α Χά­ρη, ἡ ὁ­ποί­α ὡς ἄ­κτι­στη θε­ό­τη­τα, πού εἶ­ναι, κα­θα­ρί­ζει,φω­τί­ζει καί στα­δια­κά θε­ώ­νει χα­ρι­σμα­τι­κῶς τόν προ­σευ­χό­με­νο.Ἐμ­πλου­τι­ζό­με­νος χα­ρι­σμα­τι­κά ὁ προ­σευ­χό­με­νος μέ τίς ἄ­κτι­στες θεῖ­ες ἐ­νέρ­γει­ες, ἔ­χει ἄ­με­ση καί ἀ­σφα­λῆ πλη­ρο­φό­ρη­ση ἀ­πό τό Θε­ό, ἀ­πο­κτᾶ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα καί ἄλ­λα πνευ­μα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα κα­τά τήνδω­ρε­ά τοῦ Χρι­στοῦ.
Ἡπνευ­μα­τι­κή δύ­να­μη καί ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς προ­σευ­χῆς, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό βαθ­μό φορ­τί­σε­ως τῆς καρ­διᾶς μας μέ πό­νο καί ἀ­γά­πη πρός ἐ­κεῖ­νον, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο προ­σευ­χό­μα­στε. (Πα­ρά­δειγ­μα μέ πο­λι­τι­κές ἀ­να­τρο­πές. Ἔ­γρα­ψε ἱ­στο­ρί­α). Ἀλ­λά ἡ ἔμ­πο­νη, ἀ­γα­πη­τι­κή καί ἐ­πί­μο­νη προ­σευ­χή ἐ­νερ­γεῖ ἀ­κό­μη καί σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κῶς σέ ἤ­δη κε­κοι­μη­μέ­νους, ὅ­πως πι­στο­ποι­εῖ­ται ἀ­πό ἐμ­πει­ρι­κά δε­δο­μέ­να τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ γέ­ρον­τα Ἐ­φραίμ (βελ­τί­ω­ση θέ­σε­ως π. Νικ.). Τήν θερ­μή καί χα­ρι­τω­μέ­νη προ­σευ­χή ἀ­κο­λου­θεῖ με­ρι­κές φο­ρές καί αἰ­σθη­τή εὐ­ω­δί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, στήν ὁ­ποί­α ἤ­δη ἀ­να­φερ­θή­κα­με. Ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ μοῦ μί­λη­σε πολ­λές φο­ρές γι’ αὐ­τήν τήν εὐ­ω­δί­α καί,ὅ­πως αἰ­σθη­τῶς ἀν­τι­λή­φθη­κα,εὐ­ω­δί­α­ζε κα­τά και­ρούς καί ὁ ἴ­διος.Συ­χνά,ἄλ­λω­στε, κα­τά τήν προ­σευ­χή του βί­ω­νε τήν ἁρ­πα­γή τοῦ νοῦ του. Ἡ πε­ρι­γρα­φή τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν του, κα­τά τίς ἁρ­πα­γές αὐ­τές, ἦ­ταν ταυ­τό­ση­μες μέ ἐ­κεῖ­νες, πού πε­ρι­γρά­φον­ται σ’ ὅ­λους τούς μυ­στι­κούς θε­ο­λό­γους.Κοι­νός τό­πος ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν εἶ­ναι,ὅ­τι ὁ προ­σευ­χό­με­νος χά­νει τήν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α τοῦ νοῦ του, ἀ­γό­με­νως εὐ­χα­ρί­στως ἀ­πό τήν θε­ο­ποι­ό Χά­ρη [«κτη­νώ­δης ἐ­γε­νό­μην πα­ρά σοί» (Ψαλμ. 72,22), βλ. σχετ. ἑρμ. τοῦ ἁγ. Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μᾶ].
Πό­τε ὅ­μως, πό­σο καί ποῦ θά πρέ­πει ὁ πι­στός νά προ­σεύ­χε­ται νο­ε­ρῶς; Κά­θε τό­πος καί κά­θε χρό­νος εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιά τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή, ἔ­λε­γε καί τό ἐν­νο­οῦ­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ. (Ἀ­να­φο­ρά στήν πα­ρου­σί­α τοῦ δι­α­βό­λου). Πάν­τως, ὡς κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο χρό­νο θε­ω­ροῦ­σε τή νύ­χτα, λό­γῳ καί τῆς σχε­τι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρης ἡ­συ­χί­ας.Πέ­ρα ἀ­πό τήν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη προ­σευ­χή, συ­νι­στοῦ­σε ἐ­ναλ­λα­κτι­κά τό κομ­βο­σχοί­νι, τήν ψαλ­μω­δί­α καί τήν με­λέ­τη. Ὁ ἴ­διος συ­νό­δευ­ε καί ὅ­λες τίς χει­ρω­να­κτι­κές ἐρ­γα­σί­ες του μέ τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Ὡς ἀρ­χή γιά τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή ὅ­ρι­ζε τή μι­σή ἤ τή μί­α ὥ­ρα τό εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­μως αὐ­τό νά γί­νε­ται στα­θε­ρά καί ἀ­πα­ρέγ­κλι­τα, χω­ρίς νά ἐν­δί­δου­με στόν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πε­ρι­σπα­σμό. Ὁ χρό­νος τῆς προ­σευ­χῆς μπο­ρεῖ νά αὐ­ξά­νε­ται ὡς πρός τή διά­ρκειά της, ἀ­νά­λο­γα μέ τό βαθ­μό τῆς γλυ­κύ­τη­τας, πού θά συ­νό­δευ­ε τήν προ­σευ­χή.Βέ­βαι­α, μέ τόν ἐν­δι­ά­θε­το λό­γο ἡ νο­ε­ρά προ­σευ­χή μπο­ρεῖ νά συ­νε­χί­ζε­ται καί κα­τά τήν διά­ρκεια τοῦ ὕ­πνου, ἐ­νῶ οἱ δι­ά­φο­ροι πει­ρα­σμοί –κα­θ’ ὕ­πνον ἤ ἐν ἐ­γρη­γόρ­σει- μπο­ροῦν νά λει­τουρ­γοῦν καί ὡς πνευ­μα­τι­κό ξυ­πνη­τή­ρι γιά τήν ἐ­πα­νέ­ναρ­ξή της.
Ἀλ­λά ἡ νο­ε­ρά προ­σευ­χή, κα­τε­ξο­χήν στά πρῶ­τα στά­διά της,χρει­ά­ζε­ται πνεῦ­μα ἐγ­καρ­τέ­ρη­σης καί ὑ­πο­μο­νῆς (Τό πα­ρά­δειγ­μα μέ τό πρῶ­το κομ­βο­σχοί­νι). Ἄλ­λω­στε, ἡ ἔλ­λο­γη ὑ­πο­μο­νή καί ἐ­πι­μο­νή στήν προ­σευ­χή ἐκ­φρά­ζει πρα­κτι­κά τήν πί­στη μέ τήν πρω­το­γε­νῆ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξε­ως.Δη­λα­δή τήν ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη μας στήν ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ὁ­ποῖ­ος καί μᾶς ἔ­δω­σε τήν ἐν­το­λή τῆς ἀ­δι­α­λεί­πτου προ­σευ­χῆς.
Ἡ ὑ­πο­μο­νή γε­νι­κό­τε­ρα, ὡς ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση στίς δο­κι­μα­σί­ες καί στίς θλί­ψεις πού μᾶς βρί­σκουν, ἀ­πο­δει­κνύ­ει καί τήν ἀ­γά­πη μας πρός τό Θε­ό. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, ὁ πα­ρε­χό­με­νος ἀ­πό τό Θε­ό σταυ­ρός τῶν θλί­ψε­ων ἀ­πο­τε­λεῖ, κα­τά τόν μα­κα­ρι­στό γέ­ρον­τα, ἀ­πό­δει­ξη τῆς πολ­λῆς ἀ­γά­πης πρός ἐ­μᾶς. Ἡ μα­θη­τεί­α μας στό Χρι­στό περ­νᾶ μέ­σα ἀ­πό τόν προ­σω­πι­κό σταυ­ρό τῶν θλί­ψε­ών μας, ἐ­νῶ ἡ προ­αί­ρε­σή μας εἶ­ναι ἐ­κεί­νη, πού κα­τε­ξο­χήν προσ­δί­δει καί τήν ἀ­νά­λο­γη βι­ω­μα­τι­κή βα­ρύ­τη­τα στόν προ­σω­πι­κό μας σταυ­ρό.Με­γά­λος καί βα­ρύς σταυ­ρός, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, ση­μαί­νει με­γά­λη πνευ­μα­τι­κή δό­ξα στόν οὐ­ρα­νό.
Κα­τά συ­νέ­πεια, εἶ­ναι προ­φα­νές,ὅ­τι οἱ θλί­ψεις καί οἱ δο­κι­μα­σί­ες εἶ­ναι ὠ­φέ­λι­μες, για­τί μέ­σῳ αὐ­τῶν προ­σεγ­γί­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο τό Θε­ό, ὁὁ­ποῖ­ος ἤ­δη βρί­σκε­ται καί ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα στόν πό­νο τῶν ποι­κί­λων θλί­ψε­ων. Γι’ αὐ­τό καί ἐμ­φα­τι­κά συ­νι­στοῦ­σε ὄ­χι τήν ἀ­παλ­λα­γή ἀ­πό τίς ἀ­σθέ­νει­ες καί τίς θλί­ψεις, ἀλ­λά τήν ὑ­πο­μο­νή σ’ αὐ­τές.Ὑ­πο­μο­νή συ­νι­στοῦ­σε καί κα­τά τήν ἐκ­δή­λω­ση τῶν πα­θῶν, εἴ­τε τῶν δι­κῶν μας, εἴ­τε τοῦ πλη­σί­ον μας.Ἀλ­λά τήν ὑ­πο­μο­νή τήν ἐ­πε­ξέ­τει­νε καί στόν ἑ­κού­σιο αὐ­το­πε­ρι­ο­ρι­σμό μας στά ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, σύμ­φω­να μέ τή Βι­βλι­κή ἐ­πι­τα­γή.
Ἡ ἑ­κού­σια ὑ­πο­μο­νή δέν ἔ­χει κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως σχέ­ση μέ τό ψυ­χο­λο­γι­κό πλέγ­μα τῆς κα­κο­μοι­ριᾶς ἤ τοῦ μα­ζο­χι­σμοῦ. Καί τοῦ­το,για­τί,κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, τό ζη­τού­με­νο τῆς ὑ­πο­μο­νῆς εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καί ὄ­χι τό δι­κό μας, κά­ποι­ου ἄλ­λου ἤ τοῦ δι­α­βό­λου. Βέ­βαι­α, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, πώς δέ γνω­ρί­ζου­με πάν­το­τε τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ γιά μᾶς.Ἕ­να ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως βέ­βαι­ο, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ, ὅ­τι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ δέν εἶ­ναι πάν­το­τε εὐ­χά­ρι­στο γιά μᾶς. Με­ρι­κές φο­ρές μά­λι­στα εἶ­ναι καί πο­λύ πι­κρό, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λω­στε καί τό πο­τή­ρι τοῦ σταυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ ἀ­πό­λυ­τος γνώ­στης τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι μό­νον ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός. Ἐ­μεῖς, πάν­τως, ὅ­ταν ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τίς ἐ­περ­χό­με­νες θλί­ψεις καί δο­κι­μα­σί­ες ὡς τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ γιά μᾶς προ­σω­πι­κά, εἰ­ρη­νεύ­ου­με πνευ­μα­τι­κά καί ἀ­πε­λευ­θε­ρω­νό­μα­στε ἀ­πό τό πνεῦ­μα τῆς ἀ­νη­συ­χί­ας.
Τίς δο­κι­μα­σί­ες καί τίς θλί­ψεις ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρη­γο­ρί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ὅ­πως καί κά­ποι­α ἄλ­λη δω­ρε­ά τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­ταν ὅ­μως ἡ δω­ρε­ά αὐ­τή δέν γί­νε­ται ἐμ­φα­νής, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, ἀ­φο­ρᾶ στήν ἐ­ξά­λει­ψη κά­ποι­ας ἄ­γνω­στης ἁ­μαρ­τί­ας. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό, μπο­ροῦ­με νά δι­α­κρί­νου­με τήν βα­θύ­τα­τη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη του, ἀ­φοῦ δέν δι­α­νο­εῖ­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ καί αὐ­τός νά δο­κι­μά­ζε­ται ἀ­πό τόνΘε­ό γιά τήν κρυ­φή ἀ­ρε­τή του, ὅ­πως ἄλ­λο­τε ὁ πο­λύ­α­θλος Ἰ­ώβ.
Ὡς ἐμ­φα­νῆ πνευ­μα­τι­κή δω­ρε­ά, πούἀ­κο­λου­θεῖ τήν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν θλί­ψε­ων, ὁ πα­τήρ Ἐ­φραίμ κα­το­νο­μά­ζει τήν κα­τά­νυ­ξη καί τά δά­κρυ­α, καί σέ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις τήν θέ­α τῆς ἄ­κτι­στης θεί­ας δό­ξας. Πρίν ἀ­πό τή θέ­α προ­η­γεῖ­ται πάν­το­τε ἡ σκλη­ρή ὀ­δύ­νη τοῦπρο­σω­πι­κοῦ σταυ­ροῦ τῶν θλί­ψε­ων. Γι’ αὐ­τό καί χω­ρίς ἄλ­λη ἀ­σκη­τι­κή πρά­ξη, μό­νο διά τῆς ὑ­πο­μο­νῆς, ἔ­λε­γε, μπο­ρεῖ νά ἀ­ξι­ω­θεῖ κά­ποι­ος τι­μή ἀγ­γε­λι­κῆς τά­ξε­ως (π.χ. ἡ ξα­δέλ­φη του) ἤ νά ἀ­ξι­ω­θεῖ νάμυ­ρο­βλή­σει (π.χ. ἡμη­τέ­ρα του).
Οἱ θλί­ψεις λοι­πόν εἶ­ναι ἀ­χώ­ρι­στες ἀ­πό τή ζω­ή μας καί μᾶς συν­δέ­ουν ὀρ­γα­νι­κά μέ τή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Κα­τά τήν εὔ­στο­χη πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ χα­ρι­σμα­τού­χου γέ­ρον­τα, ὁ ἴ­διος ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ μᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νει, ὅ­τι «διά πολ­λῶν θλί­ψε­ων δεῖ ἡ­μᾶς εἰ­σελ­θεῖν εἰς τήν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ» (Πράξ. 14,22). Οὐ­δείς εἰ­σῆλ­θε, ἔ­λε­γε, μέ ἄ­νε­ση στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Οἱ θλί­ψεις γεν­νοῦν τήν τα­πεί­νω­ση τοῦ φρο­νή­μα­τός μας, χω­ρίς τήν ὁ­ποί­α κα­νείς δέν χω­ρᾶ ἀ­πό τήν στε­νή πύ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.
Μιά μέ­ρα ζή­τη­σα ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ νά μοῦ πεῖ κά­τι, γιά τό τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται. Αὐ­τός,ὅ­μως,ἔ­μει­νε σκυ­φτός καί ἀ­μί­λη­τος, φαι­νό­ταν σάν νά μή μέ ἄ­κου­σε. Ὅ­ταν σέ λί­γο ἐ­πα­νῆλ­θα στόἐ­ρώ­τη­μά μου, μοῦ εἶ­πε μέ πο­λύ σο­βα­ρή,ἀλ­λά καί ἔν­το­νη φω­νή: «Δέν μπο­ρῶ νά σοῦ μι­λή­σω γιά κά­τι, πού δέν ἔ­χω». Συγ­κλο­νί­στη­κα! Ἄν ὁ γέ­ρον­τας Ἐ­φραίμ δέν ἔ­χει τα­πεί­νω­ση, σκέ­φτη­κα, τό­τε τί εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ἡ τα­πεί­νω­ση; Μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σα μέ­σα μου τή σκέ­ψη αὐ­τή, μοῦ εἶ­πε: «Ἡ τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ἡ στο­λή τῆς θε­ό­τη­τας, μέ τήν ὁ­ποί­α ντύ­θη­κε ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ καί ἦρ­θε ἀ­νά­με­σα στούς ἀν­θρώ­πους» (Πα­ρά­δειγ­μα τό πα­γώ­νι γιά τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια).
Σέ ἄλ­λη συ­ζή­τη­ση, πού εἶ­χα μα­ζί του, κα­τά­λα­βα ἔμ­με­σα,ὅ­τι τό αὐ­θεν­τι­κά τα­πει­νό ἦ­θος του ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς αὐ­το­γνω­σί­ας, πού προ­έ­κυ­πτε ἀ­πό τήν αὐ­το­ε­πί­σκε­ψη καί τήν κρι­τι­κή αὐ­το­ε­ξέ­τα­σή του. Ἡ γνή­σια αὐ­τή αὐ­το­γνω­σί­α –πού συμ­πυ­κνώ­νον­ταν στή γνώ­ση τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας του- ἔ­δι­νε τή φυ­σι­κό­τη­τα τοῦ τα­πει­νοῦ φρο­νή­μα­τός του, τό ὁ­ποῖ­ο, σύμ­φω­να μέ τόν πνευ­μα­τι­κό νό­μο, ἥλ­κυ­ε τή θε­ο­ποι­ό Χά­ρη, ἡ ὁ­ποί­α τόν ἐμ­πλού­τι­ζε μέ ποι­κί­λα χα­ρί­σμα­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.Ὅ­σο τα­πει­νώ­νε­ται ὁἄν­θρω­πος, ἔ­λε­γε, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο προ­σεγ­γί­ζει τό Θε­ό. Καί ὅ­σο προ­σεγ­γί­ζει τό Θε­ό,βλέ­πει τόν ἑ­αυ­τό του ἁ­μαρ­τω­λό καί τούς ἄλ­λους κα­λούς, ἐ­νῶ ἀν­τί­θε­τα ὅ­σο ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πό τό Θε­ό, βλέ­πει τούς ἄλ­λους κα­τω­τέ­ρους του.Κα­τά συ­νέ­πεια, θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με, ὅ­τι ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πό τό Θε­ό καί ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια ἀ­πο­τε­λοῦν τίς δύ­ο ὄ­ψεις τοῦ ἴ­διου νο­μί­σμα­τος.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό σύμ­πτω­μα ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας εἶ­ναι ἡ κα­τά­κρι­ση τοῦ πλη­σί­ον. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κρυ­φῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, πού ἐ­νέ­χει ἡ κα­τά­κρι­ση, γί­νε­ται ση­μαν­τι­κό ἐμ­πό­διο στήν προ­σευ­χή. Οὐ­σι­α­στι­κά, κα­τα­στρέ­φει τή γέ­φυ­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας μέ τό Θε­ό, για­τί μέ τό πνεῦ­μα τῆς ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας, πού ἔ­χει, φυ­γα­δεύ­ει τή θεί­α Χά­ρη. Ἡκο­ρύ­φω­ση τῆς κα­τα­κρί­σε­ως βρί­σκε­ται στήν κα­τά­κρι­ση τοῦπνευ­μα­τι­κοῦ κα­θο­δη­γητοῦ μας, τοῦ γέ­ρον­τά μας. Αὐ­τή ἰ­σο­δυ­να­μεῖ, κα­τά τόν πα­τέ­ρα Ἐ­φραίμ, μέ τήν κα­τά­κρι­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. (Πα­ρά­δειγ­μα). Ἡ δι­όρ­θω­ση τοῦ πλη­σί­ον δέν γί­νε­ται μέ τήν κα­τά­κρι­σή του, ἀλ­λά μέ τή δι­όρ­θω­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Ἀ­κό­μη καί στά ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα σφάλ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν τα­γῶν συ­νι­στοῦ­σε ὑ­πο­μο­νή καί προ­σευ­χή καί ὄ­χι τόν ἄ­με­σο χω­ρι­σμό καί τόσχῖ­σμα.Πο­νοῦ­σε πο­λύ γιά τήν ὑ­πό­θε­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ἑ­νώ­σε­ως, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι νά ἑ­νώ­νεις τόν ἄν­θρω­πο μέ τό Θε­ό. Τήν πνευ­μα­τι­κή αὐ­τή ἐ­λε­η­μο­σύ­νη τήν ὀ­φεί­λου­με ὅ­λοι στόν ἑ­αυ­τό μας, ἀλ­λά καί στόν πλη­σί­ον μας, γιά κα­θα­ρά ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κούς λό­γους.Ἄλ­λω­στε, αὐ­τό εἶ­ναι καί τό κα­τε­ξο­χήν αἴ­τη­μα τῆς Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς Προ­σευ­χῆς τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ σκο­πός πού ὑ­πάρ­χου­με: «ἵ­να πάν­τες ἕν ὦ­σιν». Ἀλ­λά ἡ πραγ­μά­τω­ση τοῦ αἰ­τή­μα­τος αὐ­τοῦ ἔ­χει ὡς θε­με­λι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση τήμε­το­χή τοῦ ἀν­θρώ­που στήν ἄ­κτι­στη θεί­α δό­ξα, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως πα­ρέ­χε­ται μό­νο διά τοῦ Χρι­στοῦ καί ἐν Χρι­στῷ, δη­λα­δή μό­νο διά τοῦθε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τός Του, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του, ὅ­πως μᾶς τό δι­α­βε­βαί­ω­σε στήν προ­σευ­χή ὁ ἴ­διος ὁ Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ. Με­τέ­χον­τας στήν ἄ­κτι­στη αὐ­τή δό­ξα –μέ τή μορ­φή ἀρ­ρα­βῶνα- ἀ­πό τήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ὁ μα­κα­ρι­στός Ἐ­φραίμ ἔ­λα­βε τά ἀ­σφα­λῆ ἐ­χέγ­γυ­α γιά τήν προσ­δο­κου­μέ­νη ἀ­νά­παυ­ση καί με­το­χή του στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που βρί­σκε­ται κα­τε­ξο­χήν καί ὁ Πα­τέ­ρας τοῦ Ὄ­γδο­ου καί ἄ­λη­κτου μέλ­λον­τα αἰ­ῶ­να. Νά ἔ­χου­με τήν εὐ­χή του!

http://aktines.blogspot.gr/2016/06/blog-post_642.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ



ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΚΟΥΣΤΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΤΩΣΤΕ ΟΜΙΛΙΕΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ- ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ