Ὁμιλία ποὺ ἐκφώνησε ὁ δάσκαλος κ. Σάββας Ἠλιάδης στὸ ἀρχονταρίκι τοῦ Ἱεροῦ Κοινοβίου Ὁσίου Νικοδήμου στὸ Κιλκὶς τὴν Δευτέρα 29 Μαΐου 2017
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἑρμηνεύοντας τὸν πρῶτο στίχο ἀπὸ τὸ 4ο κεφάλαιο, τῆς Ἃ΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῆς: «Τὸ δὲ Πνεῦμα ρητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονται τινὲς τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων…», γράφει: «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὰ λέγει διὰ τοὺς ὕστερον γενομένους αἱρετικούς, (…) καὶ διὰ ὅλους τούς ἄλλους, τὸς καταγομένους ἀπὸ τὴν πονηρᾶν φατρίαν τῶν αἱρετικῶν τούτων. Βλέπε δὲ ἀγαπητέ, ὅτι ὁ Παῦλος εἶπε, πὼς οἱ αἱρετικοὶ πρῶτον ἔχουν νὰ ἀποστατήσουν ἀπὸ τὴν...πίστιν καὶ τότε νὰ ξεράσουν τὰς κακοδοξίας αὐτῶν, διὰ νὰ δείξει πὼς ἡ πίστις εἶναι ὡσὰν ἄγκυρα καὶ ὅταν τινὰς ξεπέσει ἀπὸ τὴν ἄγκυραν, ναυαγεῖ καὶ καταποντίζεται εἰς τὴν ἀπώλειαν, κατὰ τὸν θεῖον Χρυσόστομον».
Καὶ συνεχίζει παρακάτω: «Ἐκεῖνα ὁπού οἱ αἱρετικοὶ οὗτοι ψεύδονται, δὲν τὰ ψεύδονται κατὰ ἄγνοιαν, ἀλλὰ γνωρίζοντες ὅτι εἶναι ψευδῆ, ὑποκρίνονται πὼς διδάσκουσι ταῦτα ὡς ἀληθινὰ καὶ βέβαια». Κρατῆστε καλὰ αὐτὴν τὴν μεγάλη διαχρονικὴ ἀλήθεια, ἀδελφοί μου, καθώς, ἀκριβῶς ἔτσι ἐργάζονται καὶ σήμερα οἱ ἐκτός, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἐκπορθοῦν καὶ ἁλώνουν τὶς ψυχές, ἀλλοιώνοντας τὴν Ἀλήθεια καὶ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφίσταται, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ καλό, -καὶ αὐτὸ τὸ καλὸ δὲν εἶναι παρὰ ἡ Ἀλήθεια, τὴν ὁποία διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, διὰ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Ἁγίων της- τότε ἀκολουθεῖ ἡ ἰσοπέδωση τῶν πάντων, ἡ ἅλωση, ἡ καταστροφή. Τὸ διδάσκει ἐξάλλου μέσα στὸ χρόνο, μὲ γεγονότα καὶ αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης ἀποτελεῖ μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς κοσμοϊστορικὲς περιπτώσεις. Αὐτά, ὡς μία μικρὴ εἰσαγωγή, διότι σήμερα ζοῦμε, χωρὶς πάσης ἀμφιβολίας, σὲ «ὕστερους καιρούς».
Ὁ Φώτης Κόντογλου μὲ τὸ δικό του κοντύλι θρηνεῖ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης:
«Ὅπως οἱ ἅγιοι βασανίζουνται καὶ στὸ τέλος τελειώνουνε τὸ μαρτύριό τους μὲ τὸ θάνατο καὶ παίρνουνε τὸ στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας, ἔτσι κι ἡ ἁγιασμένη Πόλη, ἡ νέα Σιῶν τῆς χριστιανοσύνης, ἀφοῦ βασανίστηκε, ἔκλαψε, πόνεσε, ἀπὸ κάθε λογὴς τυράννισμα, ἦρθε ἡ μέρα ποὺ παράδωσε τὸ πνεῦμα της. Ἡ Ἱερὰ Κιβωτός, ἡ Δωδεκάτειχος Πόλις, ἔπεσε ματοβαμμένη στὶς 29 Μαΐου 1453, σὰν τὴ σεβάσμια μητέρα τῶν Μακκαβαίων.
Ποιὸ καλέμι μπορεῖ νὰ γράψει μὲ αἷμα, γιὰ νὰ ξιστορήσει τὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο ποὺ περάσανε ὅσοι βρεθήκανε μέσα στὴ χιλιόχρονη καὶ γεραρὴ αὐτὴ πολιτεία, ποὺ ἤτανε, κατὰ τὰ θρηνητικὰ λόγια του βασιλιᾶ της Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου:
«ἐλπὶς καὶ χαρὰ πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πάσι τοῖς οὔσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολὴν» καὶ ποὺ τώρα ἤτανε σὰν μαραμένο λουλούδι!».