Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

IGLESIA ORTODOXA CATÓLICA, APOSTÓLICA Y ECUMÉNICA DE HELADE-GRECIA

IGLESIA ORTODOXA CATÓLICA, APOSTÓLICA Y ECUMÉNICA DE HELADE-GRECIA
Apunte por el traductor xX jJ Amigos míos en Cristo Dios jaris para os y vuestras familias. Con mucho temor sagrado he traducido este capítulo de San Máximo, más la “Mystagogía” y el “Padre nuestro” que los he terminado, pero falta reparación y necesito también vuestra ayuda. La razón de esta traducción es que gran San Máximo es el gran desconocido en Occidente y he visto algunos comentarios por ahí de teólogos papistas de academia y protestantes que lo califican como filósofo diciendo que sigue a tal o cual filósofo; es una vergüenza, porque el mismo Santo lo dice y todos los Santos Padres hasta hoy en día que todos le siguen y afirman todo lo contrario, es imposible durante todos los siglos de la Ortodoxia que encuentres algún Santo o teólogo que no se refiera a San Máximo Confesor y Mártir:
Un apunte muy importante, traducido de los santos Padres:

{San Máximo, como también San Gregorio de Nicea, no se ocupan sólo de la dualidad “sensibles y νοητά noitá (concebibles o inteligibles)” sino también de lo más fundamental “seres increados y creados”, hacen un discernimiento radical entre el Dios el único increado y eterno y las creaciones formadas o creadas que tienen en el divino Logos increado sólo los logos, de acuerdo con los cuales han sido creados tomando existencia real. “Preguntas Filosóficas y teológicas 159». Ver también “Cómo telogizan los santos Padres: http://www.logosortodoxo.com/teologia-ortodoxa/como-teologizan-los-santos-padres-ortodoxos/
También san Máximo, dicho por él mismo, (Interpretaciól de logos 12 de san Gregorio el Teólogo, B, PG 35, 1084 BC, en preguntas y respuestas filosófica y teológicas por san Máximo, pag. 237) no hace filosofía especulativa, ni dialéctica como hacían los filósofos helenos, no sigue a ningún filósofo sino su experiencia de zéosis y la de los santos Padres, y su Teología es continuación y auténtica expresión de la empírica teologización profética que es el Cristianismo ortodoxo.
Con los términos filosofía práctica (de vida) y zeoría contemplación todos los Padres y también san Máximo se refieren como filosofía práctica=Catarsis, el primer estado de la vida espiritual cristiana y con el término teológico zeoría contemplación= Iluminación, al segundo estadio, y el tercero es la zéosis.}
Traducido por Jristos Jrisoulas Χρῆστος Χρυσούλας
¡!!Jaris increada para todos!!!
Amigos/as en Cristos Dios se sugiere leer antes en nuestro blog: http://www.logosortodoxo.com/minilexico/
* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 123-146).
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
Δεύτερη εκατοντάδα
1. Ο Θεός είναι ένας, γιατί μία είναι η θεότητα, άναρχη, απλή, πάνω από ουσία, δίχως μέρη και αδιαίρετη.
Η ίδια θεότητα είναι μονάδα και τριάδα. Μονάδα ακέραιη η αυτή, και Τριάδα πλήρης η αυτή.
Μονάδα ακέραιη κατά την ουσία η ίδια, και Τριάδα πλήρης κατά τις υποστάσεις η ίδια.
Γιατί η θεότητα είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Και η θεότητα είναι και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα.
Όλη η θεότητα σε όλον τον Πατέρα η ίδια, και όλος ο Πατέρας σε όλη την ίδια.
Και όλη η ίδια σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός σε όλη την ίδια.
Και όλη σε όλο το Άγιο Πνεύμα η ίδια θεότητα, και όλο το Άγιο Πνεύμα σε όλη την ίδια.
Όλη η θεότητα είναι Πατέρας, και είναι σε όλο τον Πατέρα· και ο Πατέρας είναι όλος σε όλη την θεότητα· και αυτή όλη είναι όλος ο Πατέρας.
Και στην ίδια όλη είναι όλος ο Υιός· και η ίδια είναι όλη σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός είναι όλη η θεότητα και σε όλη.
Και η ίδια είναι όλη Άγιο Πνεύμα, και σε όλο το Άγιο Πνεύμα· και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο όλη η θεότητα· και σε όλη την ίδια είναι όλο το Πνεύμα το Άγιο.
Γιατί δεν είναι η θεότητα κατά ένα μέρος της στον Πατέρα, ούτε κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Πατέρας· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στον Υιό, ή κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Υιός·
ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στο Άγιο Πνεύμα, ή το Άγιο Πνεύμα κατά ένα μέρος είναι Θεός.
Γιατί ούτε μερίζεται η θεότητα, ούτε είναι ελλιπής Θεός ο Πατέρας ή ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά όλη η θεότητα είναι η ίδια τέλεια τελείως στον τέλειο Πατέρα και όλη τελείως στον τέλειο Υιό η ίδια και όλη τελείως η ίδια στο τέλειο Άγιο Πνεύμα.
Γιατί ο Πατέρας είναι όλος τελείως σε όλο τον Υιό και στο Πνεύμα·
και όλος τελείως σε όλο τον Πατέρα και το Πνεύμα είναι ο Υίός·
και όλο τελείως σε όλο τον Πατέρα και τον Υιό είναι το Άγιο Πνεύμα.
Γι’ αυτό και είναι ένας Θεός ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· γιατί μία και η αυτή είναι η ουσία και η δύναμη και η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δεν υπάρχει ούτε νοείται καμιά από τις τρεις Υποστάσεις χωρίς τις άλλες.
2. Κάθε νόηση ανήκει στα όντα που νοούν και σ’ αυτά που νοούνται. Ο Θεός όμως δεν είναι από εκείνα που νοούν, ούτε από εκείνα που νοούνται, γιατί είναι πάνω από αυτά. Διαφορετικά, περιορίζεται· ή από την ανάγκη της σχέσεως με το νοούμενο, αν θα νοούσε· ή με το να υπόκειται φυσικά σ’ εκείνον που τον νοεί, αν θα ήταν νοούμενος. Απομένει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι ούτε νοεί ο Θεός, ούτε νοείται, αλλά ότι είναι πέρα από το να νοεί ή να νοείται. Γιατί οι ιδιότητες αυτές ανήκουν εκ φύσεως στα ύστερα από Εκείνον.
3. Κάθε νόηση, όπως έχει τη θέση της οπωσδήποτε σε κάποια ουσία ως ιδιότητα, έτσι έχει και την κίνηση της γύρω από κάποια ουσία με ιδιότητες. Γιατί δεν είναι δυνατό να τη δεχθεί κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό, απόλυτα ανεξάρτητο και απλό, γιατί και η νόηση δεν είναι ανεξάρτητη και απλή. Ο Θεός όμως, επειδή είναι και κατά τα δύο απόλυτα απλός (και ως ουσία δηλαδή δεν είναι κάτι που νοείται, και ως νόηση [δεν] έχει καθόλου ένα δεδομένο υποκείμενο), δεν είναι από εκείνα που [νοούν και] νοούνται· γιατί βέβαια ο Θεός είναι πάνω από ουσία και νόηση.
4. Για όλες τις ευθείες γραμμές που ξεκινούν από ένα κέντρο, αυτό παραμένει η ολότελα αδιαίρετη αρχή τους. Έτσι και εκείνος ο οποίος αξιώθηκε να βρεθεί μέσα στο Θεό, θα μάθει με μιά απλή και αδιαίρετη γνώση όλους τους λόγους των δημιουργημάτων που προϋπάρχουν σ’ Αυτόν.
5. Όταν η νόηση παίρνει τη μορφή όσων νοούνται, τότε η μία νόηση διαιρείται σε πολλές νοήσεις, παίρνοντας μορφή ανάλογα με κάθε ένα είδος όσων νοούνται. Όταν όμως ξεπεράσει το πλήθος των αισθητών και νοητών που της δίνουν μορφή και γίνει εντελώς χωρίς μορφή και σχήμα, τότε με κατάλληλο τρόπο ο λόγος που είναι πάνω από κάθε νόηση την οικειοποιείται και τη σταματά από όσα εκ φύσεως την αλλοιώνουν με τις μορφές των νοημάτων. Εκείνος που φτάνει στο σημείο αυτό αναπαύθηκε από ολα τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά Του (Εβρ. 4, 10· Γεν. 2,2).
6. Εκείνος που έφτασε εδώ τη δυνατή για τους ανθρώπους τελειότητα, καρποφορεί στο Θεό αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία(Γαλ. 5, 22). Οι μελλοντικοί καρποί είναι η αφθαρσία, η αιωνιότητα και τα όμοια με αυτά. Και ίσως τα πρώτα αρμόζουν σ’ εκείνον που ολοκλήρωσε την πρακτική αρετή, ενώ τα δεύτερα σ’ εκείνον που με αληθινή γνώση βγήκε έξω από τα δημιουργήματα.
7. Όπως το αποτέλεσμα της παρακοής είναι η αμαρτία, έτσι επίτευγμα της υπακοής είναι η αρετή. Και όπως στην παρακοή ακολουθεί παράβαση των εντολών και χωρισμός από το Θεό που έδωσε τις εντολές, έτσι και στην υπακοή ακολουθεί η τήρηση των εντολών και η ένωση με το Θεό. Εκείνος λοιπόν που τήρησε την εντολή με την υπακοή του, και την αρετή κατόρθωσε, και δε χώρισε τον εαυτό του από την ένωση με το Θεό μέσω της αγάπης.
8. Εκείνος που συγκεντρώνεται από τη διαίρεση που προκάλεσε η παράβαση, πρώτα χωρίζεται από τα πάθη, έπειτα από τους εμπαθείς λογισμούς· κατόπιν χωρίζεται από τη φύση και τους λόγους της φύσεως· στη συνέχεια από τα νοήματα και τη σχετική με αυτά γνώση. Και τελευταία, αφού προσπεράσει την ποικιλία των λόγων περί Προνοίας, καταλήγει κατά τρόπο άγνωστο σ’ αυτόν το λόγο περί Μονάδος· τότε ο νους, καθώς βλέπει μόνο τη σταθερότητά του, χαίρεται με την ανεκλάλητη χαρά, γιατί έλαβε την ειρήνη του Θεού που υπερβαίνει κάθε νου και που φρουρεί αδιάκοπα από κάθε πτώση εκείνον που αξιώθηκε να την λάβει(Φιλιπ. 4, 7).
9. Ο φόβος της κολάσεως κάνει τους αρχάριους να αποφεύγουν την κακία· ο πόθος της ανταποδόσεως των αγαθών χαρίζει σ’ εκείνους που προκόβουν την προθυμία της εργασίας των αρετών. Το μυστήριο όμως της αγάπης υπερυψώνει το νου πάνω απ’ όλα τα δημιουργήματα και κάνει το νου τυφλό προς όλα όσα είναι μετά το Θεό. Γιατί ο Κύριος κάνει σοφούς μόνο εκείνους που έγιναν τυφλοί(Ψαλμ. 145, 8) σε όλα όσα είναι έπειτα από το Θεό, δείχνοντάς τους τα πιο θεία.
10. Ο λόγος του Θεού, ο οποίος μοιάζει με κόκκο σιναπιού(Ματθ. 13, 31), προτού καλλιεργηθεί φαίνεται πάρα πολύ μικρός. Όταν όμως καλλιεργηθεί όπως πρέπει, γίνεται τόσο μεγάλος, ώστε οι υψηλοί λόγοι των αισθητών και νοητών κτισμάτων αναπαύονται πάνω σ’ αυτόν σαν πουλιά. Γιατί τότε γίνονται από αυτόν καταληπτοί οι λόγοι των πάντων, αυτός όμως δεν είναι κατανοητός σε κανένα από τα όντα. Γι’ αυτό εκείνος που έχει πίστη σαν κόκκο σιναπιού μπορεί με το λόγο του να μετακινήσει το βουνό που είπε ο Κύριος(Ματθ. 17, 20), δηλαδή τη δύναμη του διαβόλου που στρέφεται εναντίον μας να τη διώχνει και να τη μετακινεί από τη βάση της.
11. Κόκκος του σιναπιού είναι ο Κύριος, ο οποίος με την πίστη σπείρεται πνευματικά στις καρδιές εκείνων που Τον δέχονται. Όταν κανείς τον καλλιεργήσει επιμελώς με τις αρετές, μετακινεί, το βουνό του χωματένιου, φρονήματος απωθώντας με δύναμη τη δυσμετακίνητη έξη της κακίας του, και δίνει τόπο ν’ αναπαυθούν μέσα του, σαν πουλιά του ουρανού, οι λόγοι των εντολών και οι τρόποι ή και οι θείες δυνάμεις τους.
12. Πάνω στον Κύριο, σαν σε θεμέλιο της πίστεως, ας υψώσομε την οικοδομή των αγαθών, βάζοντας χρυσό, άργυρο, πολύτιμους λίθους(Α΄ Κορ. 3, 12), δηλαδή θεολογία καθαρή και ανόθευτη και βίο ολοκάθαρο και λαμπρό και θείους λογισμούς και νοήματα σαν μαργαριτάρια. Όχι όμως ξύλα, ούτε χόρτο, ούτε καλαμιά, δηλαδή όχι ειδωλολατρία —εννοώ την εμπαθή επιθυμία των αισθητών—, ούτε βίο ασυλλόγιστο, ούτε λογισμούς εμπαθείς που στερούνται τη σοφή σύνεση, σαν άχυρα.
13. Εκείνος που επιθυμεί τη γνώση, ας στηρίξει σταθερά τις βάσεις της ψυχής του κοντά στον Κύριο, όπως λέει ο Θεός στο Μωυσή: «Εσύ στάσου εδώ μαζί Μου»(Δευτ. 5, 31). Και πρέπει να γνωρίζομε ότι και σ’ αυτούς που στέκονται κοντά στον Κύριο, υπάρχει διαφορά, αν βέβαια οι φιλομαθείς δε διαβάζουν με επιπολαιότητα το χωρίο: «Είναι μερικοί από όσους στέκονται εδώ που δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη»(Μάρκ. 9, 1). Γιατί ο Κύριος δεν φανερώνεται πάντοτε με δόξα σ’ εκείνους που στέκονται κοντά Του, αλλά στους αρχαρίους παρουσιάζεται με μορφή δούλου(Φιλιπ. 2,7), ενώ σ’ εκείνους που μπορούν να Τον ακολουθήσουν καθώς ανεβαίνει στο ψηλό βουνό της μεταμορφώσεώς Του, φανερώνεται με μορφή Θεού(Ματθ. 17, 1-9), με την οποία υπήρχε πριν από τη δημιουργία του κόσμου(Ιω. 17, 5). Είναι λοιπόν δυνατό να μη φαίνεται σε όλους όσοι είναι κοντά Του ο Κύριος κατά τον ίδιο τρόπο, αλλά σε άλλους έτσι, και σε άλλους με άλλο τρόπο, ανάλογα με το μέτρο της πίστεως καθενός.
14. Όταν ο λόγος του Θεού γίνει μέσα μας ολοφάνερος και λαμπρός και λάμψει το πρόσωπό του όπως ο ήλιος, τότε φαίνονται κατάλευκα και τα φορέματά του(Ματθ. 17, 2), δηλαδή τα λόγια των Ευαγγελίων φαίνονται καθαρά , και σαφή και χωρίς να έχουν τίποτε καλυμμένο· αλλά και ο Μωυσής και ο Ηλίας τον πλησιάζουν, δηλαδή οι πνευματικότεροι λόγοι του Νόμου και των Προφητών.
15. Όπως θα έρθει ο Υιός του ανθρώπου, κατά τη Γραφή(Ματθ. 16, 27), μαζί με τους αγγέλους Του, μέσα στη δόξα του Πατέρα Του, έτσι σε κάθε προκοπή αρετής μεταμορφώνεται για τους άξιους ο λόγος του Θεού, ερχόμενος μαζί με τους αγγέλους του μέσα στη δόξα του Πατέρα. Γιατί οι πνευματικότεροι λόγοι του Νόμου και των Προφητών, τους οποίους προτυπώνουν ο Μωυσής και ο Ηλίας με την εμφάνισή τους στη Μεταμόρφωση του Κυρίου, διατηρούν την αναλογία της δόξας τους αποκαλύπτοντας το νόημά τους στους άξιους στο βαθμό που μπορούν αυτοί να εννοήσουν.
16. Εκείνος που διδάχθηκε κάπως τον μυστικό λόγο της μονάδας, οπωσδήποτε έμαθε και τους περί προνοίας και κρίσεως λόγους που είναι μαζί με αυτόν. Γι’ αυτό και, όπως ο Πέτρος, αποφασίζει πώς είναι καλό να κάνει μέσα του τρεις σκηνές για όσα είδε(Ματθ. 17, 4), δηλαδή τις τρεις καταστάσεις της σωτηρίας, εννοώ της αρετής, της γνώσεως και της θεολογίας. Γιατί η πρώτη έχει ανάγκη από την ανδρεία και τη σωφροσύνη στην πράξη, της οποίας τύπος ήταν ο μακάριος Ηλίας. Η δεύτερη έχει ανάγκη από τις αρετές τής φυσικής θεωρίας, την οποία φανέρωσε με τον εαυτό του ο μέγας Μωυσής. Και η τρίτη χρειάζεται την άκρα τελειότητα της φρονήσεως, την οποία έδειξε ο Κύριος. Ονομάστηκαν σκηνές, γιατί υπάρχουν άλλες καταστάσεις, καλύτερες από αυτές και ενδοξότερες, που θα αποδοθούν στους άξιους στο μέλλοντα αιώνα.
17. Ο πρακτικός λέγεται ότι προσωρινά κατοικεί στη σάρκα, γιατί με τις αρετές κόβει τη σχέση της ψυχής με τη σάρκα και αφαιρεί από τον εαυτό του την απάτη των υλικών πραγμάτων. Ο γνωστικός και σ’ αυτή την αρετή ακόμη λέγεται ότι κατοικεί προσωρινά, αφού ακόμα βλέπει την αλήθεια με ασάφεια, σαν μέσα σε καθρέφτη(A; Kor. 13, 12). Γιατί δεν είδε ακόμη όπως είναι πραγματικά τα είδη των αυτοϋπόστατων θείων αγαθών, και δεν τα απόλαυσε βλέποντάς τα πρόσωπο προς πρόσωπο. Κάθε άγιος περνά από εικόνες των αγαθών βαδίζοντας προς το μέλλον, και κραυγάζει: «Ξένος και περαστικός είμαι εδώ, όπως όλοι οι πατέρες μου»(Ψαλμ. 38,7 και 13).
18. Εκείνος που προσεύχεται, δεν πρέπει ποτέ να σταματά την υψηλή ανάβαση που οδηγεί στο Θεό. Γιατί, όπως πρέπει να ανεβαίνομε από δύναμη σε δύναμη(Ψαλμ.83, 6-8) στην πρακτική προκοπή των αρετών, και να υψωνόμαστε από δόξα σε δόξα(Β΄Κορ. 3, 18) στις πνευματικές γνώσεις της θεωρίας, και από το γράμμα της αγίας Γραφής να μεταβαίνομε στο πνεύμα, έτσι πρέπει να κάνομε και όταν βρεθούμε στον τόπο της προσευχής· να υψώνομε το νου από τα ανθρώπινα, και το φρόνημα της ψυχής προς τα θειότερα, για να μπορέσει ο νους να ακολουθήσει τον Ιησού, τον Υιό του Θεού, ο οποίος διαπέρασε τους ουρανούς(Εβρ. 4, 14) και βρίσκεται παντού. Αυτός διέρχεται απ’ όλα κατ’ οικονομίαν για χάρη μας, ώστε κι εμειίς, ακολουθώντας Τον, να προσπεράσομε όλα όσα είναι μετά από Αυτόν και να φτάσομε σ’ Αυτόν, αν βέβαια τον νοούμε όχι σύμφωνα με την ταπεινή μορφή που έλαβε από συγκατάβαση με τη σάρκωσή Του, αλλά σύμφωνα με την φυσική απεριόριστη μεγαλειότητά Του.
19. Καλό είναι πάντοτε να αφιερώνομε τον καιρό μας στο Θεό και να τον ζητούμε, όπως έχομε διαταχθεί. Αν και στην παρούσα ζωή δεν μπορούμε να φτάσομε στο τέλος του βάθους του Θεού, αλλά ίσως και σ’ ένα σημείο φτάνοντας, θα μπορέσομε να θεωρούμε διαρκώς αγιότερα και διαρκώς πνευματικότερα πράγματα. Και αυτό φανερώνει ο Αρχιερέας που έμπαινε από τα άγια, που είναι αγιότερα από την αυλή, στα άγια των αγίων, [που είναι αγιότερα από τα άγια](Λευϊτ.16, 12-16) .
20. Κάθε λόγος του Θεού ούτε πολλά λόγια απαιτεί, ούτε πολυλογία είναι, αλλά είναι ένας κι αποτελείται από διάφορα θεωρήματα, καθένα από τα οποία είναι στοιχείο του λόγου. Ώστε εκείνος που ομιλεί για χάρη της αλήθειας, ακόμη και αν τα πει όλα ώστε να μην παραλείψει τίποτε, ένα λόγο Θεού έχει πει.
21. Στο Χριστό, επειδή είναι Θεός και Λόγος του Πατέρα, κατοικεί κατ’ ουσίαν όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά(Κολ. 2, 9). Σ’ εμάς η θεότητα στην πληρότητά της κατοικεί κατά χάρη, όταν συλλέξομε μέσα μας κάθε αρετή και σοφία που δεν υπολείπεται διόλου —όσο είναι δυνατό σε άνθρωπο— από την ακριβή μίμηση του πρωτοτύπου. Γιατί δεν είναι ανάρμοστο κατά τον θέσει (και όχι φύσει) λόγο να κατοικήσει και σ’ εμάς το πλήρωμα της θεότητας, που αποτελείται από διάφορα πνευματικά θεωρήματα.
22. Όπως ο μέσα μας λόγος που πηγάζει φυσικά από το νου είναι αγγελιοφόρος των κρυμμένων κινήσεων του νου, έτσι και ο Λόγος του Θεού, επειδή γνωρίζει στην ουσία Του τον Πατέρα όπως ο λόγος γνωρίζει το νου που τον γέννησε —και χωρίς Αυτόν δεν μπορεί κανένα από τα δημιουργήματα να πλησιάσει τον Πατέρα(Ιω. 14,6)—, αποκαλύπτει τον Πατέρα επειδή είναι κατά φύση Λόγος. Και σύμφωνα μ’ αυτό λέγεται και «αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής»(Ησ. 9, 6).
23. Μεγάλη βουλή του Θεού και Πατέρα είναι το κρυμμένο στη σιγή(Ρωμ. 16, 25) και άγνωστο μυστήριο της θείας Οικονομίας, το οποίο φανέρωσε ο Μονογενής Υιός καθώς το πραγματοποίησε με τη σάρκωσή Του κι έγινε αγγελιοφόρος της μεγάλης προαιώνιας βουλής του Θεού και Πατέρα. Γίνεται αγγελιοφόρος της μεγάλης βουλής του Θεού και ο άνθρωπος που γνώρισε το λόγο του μυστηρίου και ανυψώνεται με έργο και λόγο σε κάθε περίπτωση, με τρόπο ακατανόητο, ώσπου να φτάσει σ’ Εκείνον που κατέβηκε τόσο πολύ προς αυτόν.
24. Εἰ δι᾿ ἡμᾶς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος οἰκονομικῶς κατῆλθεν εἰς τά κατώτερα μέρη τῆς γῆς, κατ’ οικονομία για χάρη μας στα κατώτερα μέρη της γης και ανέβηκε πάνω από όλους τους ουρανούς(Κολ. 1, 18), —Αυτός που κατά τη φύση Του είναι ολότελα ακίνητος—, προενεργώντας κατ’ οικονομία στον εαυτό Του ως άνθρωπο αυτά που μέλλουν να συμβούν. Ας βλέπει λοιπόν με μυστική χαρά εκείνος που αγαπά τη φιλία της γνώσεως, ποιο είναι το υποσχεμένο τέλος εκείνων που αγαπούν τον Κύριο.
25. Αν ο Θεός Λόγος του Θεού και Πατέρα έγινε άνθρωπος και Υιός ανθρώπου, για να κάνει τους ανθρώπους θεούς και υιούς Θεού, ας πιστέψομε ότι εκεί θα φτάσομε, όπου τώρα είναι αυτός ο Χριστός, ως κεφαλή του όλου σώματος(Κολ. 1,18), που έγινε για χάρη μας πρόδρομος μας(Εβρ. 6, 20) προς τον Πατέρα με τη δική μας φύση. Γιατί στη σύναξη των θεών, δηλαδή αυτών που θα σωθούν, θα σταθεί ο Θεός(Ψαλμ. 81,1) ανάμεσά τους μοιράζοντας τις αμοιβές της επουράνιας μακαριότητας, χωρίς να υπάρχει καμιά απόσταση μεταξύ Αυτού και των αξίων.
26. Εκείνος που ικανοποιεί ακόμη τις εμπαθείς ορέξεις της σάρκας, σαν ειδωλολάτρης και ειδωλοποιός κατοικεί τη χώρα των Χαλδαίων. Όταν λίγο ξεκαθαρίσει τα πράγματα και αισθανθεί τους τρόπους που ταιριάζουν στην ανθρώπινη φύση, αφού εγκαταλείψει τη χώρα των Χαλδαίων, έρχεται στη Χαρράν της Μεσοποταμίας(Γεν.11, 31), δηλαδή στην κατάσταση που βρίσκεται μεταξύ αρετής και κακίας, η οποία δεν καθαρίστηκε ακόμη από την πλάνη της αισθήσεως· γιατί αυτό σημαίνει η Χαρράν. Αν όμως υπερβεί και τη μέτρια κατανόηση του καλού που αποκτά μέσω της αισθήσεως, τότε θα σπεύσει προς την αγαθή γη, δηλαδή στην κατάσταση που είναι ελεύθερη από κάθε κακία και άγνοια· την οποία ο Θεός, ο οποίος δεν ψεύδεται, δείχνει και υπόσχεται να δώσει(Γεν. 12, 1) σαν βραβείο αρετής σ’ εκείνους που Τον αγαπούν.
27. Αν σταυρώθηκε για μας ο Λόγος του Θεού ως αδύνατος άνθρωπος και αναστήθηκε με τη δύναμη του Θεού(Β΄ Κορ. 13, 4), αυτό σημαίνει πνευματικώς ότι πάντοτε το κάνει αυτό και πάσχει προς χάρη μας, γιατί γίνεται τα πάντα, για να σώσει τους πάντες(Α΄ Κορ. 9, 22). Καλώς λοιπόν ο θείος Απόστολος στους Κορινθίους που ήσαν ασθενείς έκρινε ότι τίποτε άλλο δεν έπρεπε να μάθουν, παρά μόνο τον Ιησού Χριστό, και Αυτόν σταυρωμένο(Α΄ Κορ. 2,2,). Στους Εφεσίους όμως που ήσαν τέλειοι, γράφει: «Ο Θεός μας συνανέστησε και μας κάθισε μαζί με το Χριστό στα επουράνια»(Εφ. 2. 6). Λέει μ’ αυτά ότι ο Λόγος του Θεού γίνεται στον καθένα ανάλογα με τα μέτρα της δυνάμεώς του. Σταυρώνεται λοιπόν για εκείνους που πρωτομπαίνουν πρακτικώς στην ευσέβεια, καρφώνοντας τις εμπαθείς ενέργειές τους με το θείο φόβο. Ανασταίνεται και ανεβαίνει στους ουρανούς για εκείνους που ξεντύθηκαν τον «παλαιό άνθρωπο» που φθείρεται από τις απατηλές επιθυμίες και ντύθηκαν το νέο άνθρωπο που κτίζεται κατ’ εικόνα Θεού με το Πνεύμα(Εφ. 4, 22-24) και έφτασαν στον Πατέρα με τη χάρη που είναι μέσα τους παραπάνω από κάθε αρχή και εξουσία και δύναμη και κυριότητα και από κάθε όνομα που ονομάζεται όχι μόνον στον παρόντα αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα(Εφ. 1,21). Γιατί όλα τα έπειτα από το Θεό, και πράγματα και ονόματα και αξιώματα, θα είναι κάτω από εκείνον που με τη χάρη θα φτάσει στο Θεό.
28. Πριν από τη φανερή κατά σάρκα παρουσία Του, ο Λόγος του Θεού ενδημούσε νοητά στους Πατριάρχες και τους Προφήτες, προτυπώνοντας τα μυστήρια της παρουσίας Του. Έτσι και ύστερα από αυτήν, έρχεται όχι μόνο σ’ εκείνους που είναι ακόμη νήπιοι για να τους θρέψει πνευματικά και να τους φέρει στην ηλικία της κατά Θεόν τελειότητας, αλλά και στους τέλειους επίσης, ιχνογραφώντας εκ των προτέρων σ’ αυτούς μυστικά, σαν σε εικόνα, τα χαρακτηριστικά της μέλλουσας παρουσίας Του.
29. Οι λόγοι του Νόμου και των Προφητών, ως πρόδρομοι της κατά σάρκα παρουσίας του Λόγου, παιδαγωγούσαν τις ψυχές να πιστέψουν στο Χριστό(Γαλ. 3, 24). Έτσι και ο δοξασμένος Λόγος του Θεού με τη Σάρκωσή Του έγινε πρόδρομος της πνευματικής παρουσίας Του, παιδαγωγώντας τις ψυχές με τους λόγους Του για να υποδεχθούν τη φανερή θεϊκή παρουσία Του, την οποία κάνει πάντοτε μεταβάλλοντας από σαρκικούς σε πνευματικούς τους αξίους με την αρετή. Θα την κάνει και στο τέλος του αιώνα, αποκαλύπτοντας ολοφάνερα τα ως τότε ανέκφραστα και μυστικά.
30. Όσο εγώ είμαι ατελής και ανυπότακτος και δεν υπακούω στο Θεό με την εργασία των εντολών, ούτε γίνομαι τέλειος στο νού(Α΄ Κορ. 14, 20) ως προς την γνώση, στο πρόσωπο μου φαίνεται ατελής και ανυπότακτος και ο Χριστός, εξαιτίας μου. Γιατί τον ελαττώνω και Τον κολοβώνω, αφού δε μεγαλώνω κι εγώ μαζί Του κατά πνεύμα, ως σώμα που είμαι Χριστού και ένα από τα μέλη Του(Α΄ Κορ. 12, 27).
31. «Ανατέλλει ο ήλιος και βασιλεύει ο ήλιος»(Εκκλ. 1, 5), λέει η Γραφή. Λοιπόν και ο λόγος άλλοτε βλέπεται ψηλά, άλλοτε χαμηλά, σύμφωνα δηλαδή με την αξία και την αναλογία ή τον τρόπο εκείνων που εργάζονται την αρετή και κινούνται γύρω από τη θεία γνώση. Και είναι μακάριος εκείνος που κρατεί αβασίλευτο μέσα του, όπως ο Ιησούς του Ναυή(Ι. Ναυή 10, 12-13), τον ήλιο της δικαιοσύνης για όλη τη διάρκεια της ημέρας της παρούσας ζωής, χωρίς να περιορίζεται από τη νύχτα της κακίας και της άγνοιας, για να μπορέσει νόμιμα να κατατροπώσει τους πονηρούς δαίμονες που ξεσηκώνονται εναντίον του.
32. Όταν ανυψώνεται μέσα μας ο Λόγος του Θεού με την πράξη και τη θεωρία, ελκύει όλους προς τον εαυτό Του(Ιω. 12, 32), και τους λογισμούς και λόγους μας γύρω από τη σάρκα και την ψυχή και τη φύση των όντων, και αυτά τα μέλη του σώματος και τις αισθήσεις, αγιάζοντάς τα με την αρετή και τη γνώση και θέτοντάς τα κάτω από τον ζυγό Του. Εκείνος λοιπόν που θεωρεί τα θεία, ας ανεβαίνει με μεγάλη προθυμία, ακολουθώντας το Λόγο μέχρις ότου φτάσει τον τόπο όπου βρίσκεται· γιατί εκεί τον έλκει. Όπως λέει ο Εκκλησιαστής: «Και έλκει στον τόπο Του»(Εκκλ. 1, 5), εννοείται εκείνους που τον ακολουθούν ως Μεγάλο Αρχιερέα· τους οποίους εισάγει στα Άγια των Αγίων όπου για χάρη μας Αυτός πρόδρομος εισήλθε φορώντας την ανθρώπινη φύση(Εβρ. 6, 20).
33. Εκείνος που ασκείται στην ευσέβεια και αντιπαρατάσσεται στις αόρατες δυνάμεις, ας προσεύχεται να παραμένουν σ’ αυτόν και η φυσική διάκριση με το μέτριο φως της, και η φωτιστική χάρη του Πνεύματος. Γιατί η μία παιδαγωγεί με την πρακτική άσκηση τη σάρκα στην αρετή, ενώ η άλλη καταφωτίζει το νου να προτιμά πάνω απ’ όλα να ζει μαζί με τη σοφία, με την οποία γκρεμίζει τα οχυρώματα της κακίας και κάθε τί που υψώνεται υπερήφανα εναντίον της γνώσεως του Θεού(Β΄ Κορ. 10, 5). Το φανερώνει αυτό ο Ιησούς του Ναυή που προσευχήθηκε να σταματήσει ο ήλιος κατά το μέρος της Γαβαών, δηλαδή να μη δύσει το φως της γνώσεως του Θεού από το όρος της νοερής θεωρίας· και η σελήνη στη φάραγγα(Ι. Ναυή 10, 12-13), δηλαδή η φυσική διάκριση που εποπτεύει τη σαρκική αδυναμία, να μένει αμετάβλητη στην αρετή.
34. Η Γαβαών είναι ο νους ο στραμμένος προς τα άνω. Η φάραγγα είναι η σάρκα που έχει ταπεινωθεί με τον θάνατο. Ο ήλιος είναι ο λόγος που φωτίζει το νου και του δίνει δύναμη για τη θεωρία και τον ελευθερώνει από κάθε άγνοια, ενώ η σελήνη είναι ο φυσικός νόμος, ο οποίος πείθει τη σάρκα να υποταχθεί, όπως είναι δίκαιο, στο πνεύμα, για να δεχθεί το ζυγό των εντολών. Η σελήνη είναι σύμβολο της φύσεως, γιατί είναι μεταβλητή. Στους αγίους όμως είναι αμετάβλητη, γιατί απόκτησαν την αμετάβλητη έξη της αρετής.
35. Εκείνοι που ζητούν τον Κύριο, δεν πρέπει να Τον ζητούν έξω από τον εαυτό τους, αλλά μέσα τους, με την έμπρακτη πίστη. Γιατί λέει η Γραφή: «Είναι κοντά σου ο λόγος, στο στόμα σου και στην καρδιά σου»(Ρωμ. 10,8), δηλαδή ο λόγος της πίστεως, γιατί ο ζητούμενος λόγος είναι αυτός ο Χριστός.
36. Και αν σκεφτούμε το ύψος της θεϊκής απεραντοσύνης, ας μην απελπιστούμε για τη φιλανθρωπία του Θεού, ότι τάχα είναι τόσο ψηλά, ώστε δε φτάνει ως εμάς· ούτε να βάλομε στο νου μας το άπειρο βάθος στο οποίο πέσαμε με την αμαρτία και απιστήσομε το αν μπορεί να αναστηθεί η αρετή που νεκρώθηκε μέσα μας. Γιατί και τα δύο είναι δυνατά στο Θεό: και το να κατεβεί και να φωτίσει το νου μας με τη γνώση, και το να αναστήσει πάλι μέσα μας την αρετή και να μας ανυψώσει μαζί Του με τα έργα της αρετής. Γιατί λέει: «να μη σου περάσει η σκέψη, ποιος θα ανεβεί στον ουρανό για να κατεβάσει από εκεί το Χριστό; Ή ποιος θα κατεβεί, στην άβυσσο, για να αναστήσει το Χριστό από τους νεκρούς;»(Ρωμ. 10, 6-7). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, άβυσσος είναι όλα όσα είναι έπειτα από το Θεό, όλα σε όσα πηγαίνει κατά πρόνοιαν όλος ο λόγος του Θεού, σαν ζωή που επέρχεται στα νεκρά όντα· γιατί όλα όσα ζούν μετέχοντας στη ζωή, καθ’ εαυτά είναι νεκρά. Ως ουρανό δε, εννόησε τη φυσική του Θεού κρυφιότητα, σύμφωνα με την οποία σε όλους είναι ακατάληπτος. Κι αν κανείς εννοήσει ως ουρανό τον λόγο της θεολογίας, και ως άβυσσο το μυστήριο της θείας Οικονομίας, δεν θα πει κάτι ανάρμοστο κατά την γνώμη μου. Γιατί και τα δύο είναι δύσκολο να τα συλλάβουν εκείνοι που επιχειρούν να τα εξετάσουν λογικά· ή μάλλον είναι ολότελα απρόσιτα όταν ερευνώνται χωρίς πίστη.
37. Στον πρακτικό, παχύνεται ο Λόγος με την εξάσκηση των αρετών και γίνεται «σάρκα», στον θεωρητικό λεπτύνεται με τα πνευματικά νοήματα και γίνεται εκείνο που ήταν από την αρχή, Θεός Λόγος μαζί με τον Πατέρα(Ιω. 1, 1-2).
38. Κάνει το λόγο σάρκα εκείνος που με παραδείγματα και λόγια υλικότερα, ανάλογα με τη δυνατότητα κατανοήσεως των ακροατών, διδάσκει την ηθική πλευρά του λόγου. Αντίθετα κάνει πνεύμα τον λόγο, εκείνος που εκθέτει με υψηλά θεωρήματα τη μυστική θεολογία.
39. Εκείνος που θεολογεί καταφατικά, χρησιμοποιώντας θέσεις, κάνει τον λόγο σάρκα, γιατί δε γνωρίζει από αλλού το Θεό ως αίτιο, παρά από όσα βλέπομε και ψηλαφούμε. Εκείνος όμως που θεολογεί αποφατικά, χρησιμοποιώντας αρνήσεις, κάνει πνεύμα τον λόγο, επειδή από την αρχή είναι Θεός. Και γνωρίζει ορθά τον Υπεράγνωστο, χωρίς τη χρήση κανενός απολύτως από όσα μπορούν να γνωσθούν.
40. Εκείνος που έμαθε να ανοίγει, όπως οι Πατριάρχες, με πράξη και θεωρία τα πηγάδια (Γεν. 26, 15-19) της αρετής και της γνώσεως που είναι μέσα του, θα βρει μέσα του το Χριστό, την πηγή της ζωής, από την οποία μας παρακινεί η σοφία να πίνομε με τα εξής λόγια: «Πίνε νερό από τα δικά σου δοχεία και από την πηγή των πηγαδιών σου»(Παροιμ. 5, 15)· το οποίο αν κάνομε, θα βρούμε ότι μέσα μας είναι οι θησαυροί της.
41. Εκείνοι που ζουν σαν κτήνη με μόνη την αίσθηση, κάνουν σάρκα το λόγο με μεγάλο τους κίνδυνο, κάνοντας κατάχρηση στα κτίσματα του Θεού για την ικανοποίηση των παθών, και μη κατανοώντας τη σοφία που βρίσκεται σε όλα τα κτίσματα για να γνωρίσουν και να δοξάσουν το Θεό από τα έργα Του, και ν’ αντιληφθούν από που, και τι, και για ποιο σκοπό γίναμε και που πρέπει να οδηγούμαστε από τα βλεπόμενα, αλλά περνούν τη ζωή αυτή μέσα στο σκοτάδι, ψηλαφώντας μονάχα με τα δυό τους χέρια την αγνωσία γύρω από το Θεό.
42. Εκείνοι που παραμένουν στο γράμμα μόνο της Γραφής και δεσμεύουν το αξίωμα της ψυχής στη σωματική λατρεία του νόμου, κάνουν στον εαυτό τους σάρκα το λόγο με τρόπο αξιοκατηγόρητο και νομίζουν ότι ο Θεός ευχαριστείται με θυσίες άλογων ζώων. Αυτοί φροντίζουν πολύ για την εξωτερική καθαρότητα του σώματος και παραμελούν το κάλλος της ψυχής που λεκιάζεται από τις κηλίδες των παθών, για χάρη της οποίας προσφέρθηκε όλη η δύναμη των ορατών και έχει δοθεί κάθε θείος λόγος και νόμος.
43. Το άγιο Ευαγγέλιο λέει πως ο Κύριος θα γίνει αιτία πτώσεως και αναστάσεως πολλών μέσα στον Ισραηλιτικό λαό(Λουκ. 2, 34). Λοιπόν ας προσέξομε μήπως είναι αιτία πτώσεως σ’ εκείνους που μόνο με την αίσθηση παρατηρούν την ορατή κτίση και μόνο το γράμμα της Γραφής ακολουθούν, γιατί δεν μπορούν να περάσουν και να φτάσουν στο καινούργιο πνεύμα της χάρης λόγω της ανοησίας τους. Και πάλι μήπως είναι αιτία αναστάσεως σ’ εκείνους που και τα κτίσματα και τα λόγια του Θεού τα θεωρούν και τα ακούν πνευματικώς και με τους κατάλληλους τρόπους φροντίζουν μόνον για τη θεία εικόνα της ψυχής.
44. Το ότι ο Κύριος θα γίνει αιτία πτώσεως και αναστάσεως πολλών μέσα στον Ισραήλ, όταν εννοηθεί από τη θετική μόνο άποψη, αναφέρεται στην πτώση των παθών και των πονηρών λογισμών μέσα σε κάθε πιστό, και στην ανάσταση των αρετών και κάθε θεάρεστου λογισμού.
45. Εκείνος που θεωρεί τον Κύριο δημιουργό μόνον εκείνων που γεννιούνται και φθείρονται, Τον παραγνωρίζει ως κηπουρό, όπως η Μαγδαληνή Μαρία. Γι’ αυτό, για να τον ωφελήσει, αποφεύγει το άγγιγμά του ο Κύριος, γιατί δεν μπόρεσε ακόμη να ανεβεί μαζί Του προς τον Πατέρα, και του λέει: «μη με αγγίζεις»(Ιω. 20, 15-17). Γιατί γνωρίζει ο Κύριος ότι βλάπτεται εκείνος που άρχεται σ’ Αυτόν με τέτοια χαμηλή ιδέα.
46. Εκείνοι οι οποίοι από το φόβο των Ιουδαίων κάθησαν στο υπερώο στη Γαλιλαία και έκλεισαν τις θύρες, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι για το φόβο των πνευμάτων της πονηρίας ανέβηκαν με ασφάλεια στο ύψος των θείων θεωρημάτων στη χώρα των Αποκαλύψεων και έκλεισαν σαν θύρες τις αισθήσεις, δέχονται το Λόγο του Θεού και Θεό, που έρχεται με τρόπο άγνωστο και παρουσιάζεται σ’ αυτούς χωρίς να μεσολαβεί η αίσθηση. Σ’ αυτούς, δίνοντάς τους ειρήνη τους χαρίζει απάθεια, και φυσώντας τους τούς χορηγεί το και το Άγιο Πνεύμα(Ιω. 20, 19-22), παρέχει την εξουσία κατά των πονηρών πνευμάτων(Μαρκ. 16, 17) και δείχνει σ’ αυτούς τα σύμβολα των μυστηρίων Του.
47. Για εκείνους που ερευνούν σαρκικά το λόγο περί του Θεού, ο Κύριος δεν ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Για εκείνους όμως που τον αναζητούν πνευματικά, με υψηλά θεωρήματα, ανεβαίνει προς τον Πατέρα. Ας μην κρατούμε λοιπόν κάτω για πάντα Εκείνον που ήρθε για χάρη μας κάτω από φιλανθρωπία, αλλά ας πάμε μαζί Του ψηλά προς τον Πατέρα, αφού αφήσομε τη γη και τα γήινα· για να μην πει και σ’ εμάς εκείνο που είπε στους αδιόρθωτους Ιουδαίους: «Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να ‘ρθείτε»(Ιω. 8, 21). Γιατί χωρίς το Λόγο, είναι αδύνατο να φτάσομε στον Πατέρα του Λόγου.
48. Η γη των Χαλδαίων είναι ο εμπαθής βίος, στον οποίον φτιάχνονται και προσκυνούνται τα είδωλα των αμαρτημάτων. Η Μεσοποταμία είναι η ασταθής συμπεριφορά που κυμαίνεται ανάμεσα σε αντίθετα άκρα. Η γη της επαγγελίας είναι η κατάσταση που είναι γεμάτη από κάθε καλό. [Καθένας] λοιπόν, που —όπως ο παλαιός Ισραήλ— αμελεί την έξη του αγαθού, παρασύρεται πάλι στη δουλεία των παθών και στερείται την ελευθερία που του δόθηκε.
49. Πρέπει να σημειώσομε ότι κανένας από τους Αγίους δεν φαίνεται να πήγε θεληματικά στη Βαβυλώνα. Γιατί δεν είναι σωστό, ούτε φρόνιμο, να προτιμούν από τα αγαθά, τα χειρότερα, εκείνοι που αγαπούν το Θεό. Μερικούς τώρα από αυτούς, τους οδήγησαν διά της βίας εκεί μαζί με το λαό(Δ΄ Βασ. 25). Με αυτούς νοούμε όποιους άφησαν τον υψηλότερο λόγο της γνώσεως όχι θεληματικά, αλλά γιατί το ζήτησε η περίσταση, για χάρη της σωτηρίας εκείνων που έχουν ανάγκη καθοδηγήσεως, και καταγίνονται με τη διδασκαλία περί παθών. Γι’ αυτό το λόγο και ο μέγας Απόστολος Παύλος έκρινε συμφερότερο να μένει στη σάρκα, δηλαδή στην ηθική διδασκαλία για χάρη των μαθητών, μολονότι είχε όλο τον πόθο να αφήσει την ηθική διδασκαλία και να είναι μαζί με το Θεό(Φιλιπ. 1, 23) με την υπερκόσμια, νοερή και απλή θεωρία.
50. Όπως τον Σαούλ που τον έπνιγε πονηρό πνεύμα, τον καταπράυνε ο μακάριος Δαβίδ, ψάλλοντας με την κιθάρα του(Α΄ Βασιλ. 16, 12), έτσι κάθε λόγος πνευματικός που γλυκαίνεται με θεωρίες της γνώσεως, γαληνεύει το νου που επηρεάζεται από δαίμονες και τον ελευθερώνει από την πονηρή συνείδηση που τον πνίγει.
51. Πυρρόξανθος με ωραία μάτια είναι, όπως ήταν ο Δαβίδ(Α΄ Βασ. 17, 42), εκείνος που μαζί με τη λαμπρότητα της κατά Θεόν ζωής έχει και την επιπλέον λάμψη της γνώσεως, με τις οποίες παίρνουν ύπαρξη η πράξη και η θεωρία. Η πράξη λαμπρύνεται με τους τρόπους των αρετών, η θεωρία φωτίζεται με θεία νοήματα.
52. Η βασιλεία του Σαούλ είναι εικόνα της σωματικής λατρείας του Νόμου, την οποία κατάργησε ο Κύριος γιατί τίποτε δεν έφερε στην τελειότητα. Γιατί λέει: «Τίποτε δεν έφερε στην τελειότητα ο Νόμος»(Εβρ. 7, 19). Η βασιλεία όμως του μεγάλου Δαβίδ είναι προτύπωση της ευαγγελικής λατρείας, γιατί περιέχει τέλεια τα εγκάρδια θελήματα του Θεού.
53. Ο Σαούλ είναι ο φυσικός νόμος που δόθηκε από τον Κύριο στην αρχή για να εξουσιάζει την ανθρώπινη φύση. Αυτός, επειδή δεν τήρησε την εντολή με την παρακοή του, γιατί λυπήθηκε τον Αγάγ, τον βασιλιά του Αμαλήκ(Α΄ Βασ. 15, 8-28), δηλαδή το σώμα, και γλίστρησε στα πάθη, διώχνεται από τη βασιλεία, για να παραλάβει τον Ισραήλ ο Δαβίδ, δηλαδή ο νόμος του πνεύματος, που γεννά την ειρήνη, η οποία κτίζει ολόλαμπρο για το Θεό το ναό της θεωρίας (Β΄ Βασ. 7,13).
54. [Σαμουήλ] ερμηνεύεται υπακοή Θεού. Εφόσον λοιπόν ιερατεύει μέσα μας ο λόγος της υπακοής, και αν ακόμη ο Σαούλ λυπηθεί τον Αγάγ, δηλαδή το γήινο φρόνημα, αλλ’ όμως το σκοτώνει ο ιερέας λόγος και επιπλήττει καταντροπιάζοντας το νου που αγαπά την αμαρτία, ως παραβάτη των θείων δικαιωμάτων (Α΄ Βασ. 15, 22 και 33).
55. Όταν ο νους από υπερηφάνεια καταφρονήσει το λόγο της διδασκαλίας, ο οποίος τον έχρισε βασιλιά εναντίον των παθών, και πάψει να του απευθύνει τις κατάλληλες ερωτήσεις για το τι πρέπει να κάνει και τι να μην κάνει, κυριεύεται οπωσδήποτε από τα πάθη λόγω της άγνοιας. Με τα πάθη χωρίζεται σταδιακά από το Θεό, οπότε βαδίζει προς τις αθέλητες θλίψεις· και τότε κάνει Θεό την κοιλιά του προς ευχαρίστηση των δαιμόνων, ζητώντας από εκεί παρηγοριά των δεινών του. Ας σε πείσει σ’ αυτό, το παράδείγμα του Σαούλ που δεν είχε σε όλα σύμβουλο τον Σαμουήλ και γύρισε κατά συνέπειαν στην ειδωλολατρία και καταδεχόταν να ερωτά σαν κάποιο θεό την εγγαστρίμυθο (Α΄ Βασ. 28, 7-19).
56. Εκείνος που προσεύχεται να λάβει τον επιούσιο άρτο(Ματθ. 6, 11), δεν τον δέχεται οπωσδήποτε ολόκληρο, όπως είναι ο άρτος, αλλά όσο μπορεί αυτός να δεχτεί. σε όλους όσοι τον ζητούν δίνει τον εαυτό Του ο Άρτος της ζωής(Ιω. 6, 35), ως φιλάνθρωπος, όχι όμως με όμοιο μέτρο σε όλους, αλλά σ’ εκείνους που έχουν κάνει μεγάλα έργα αρετής, περισσότερο, σ’ εκείνους που έχουν κάνει μικρότερα, λιγότερο. Στον καθένα αναλόγως, όσο μπορεί να δεχτεί η δύναμη του νου του.
57. Ο Κύριος άλλοτε λείπει μακριά, άλλοτε είναι μέσα μας. Κατά τη θεωρία πρόσωπο προς πρόσωπο είναι μέσα μας· κατά τη θεωρία σαν σε καθρέφτη, ώστε να μένουν αινίγματα(Α΄ Κορ. 13, 12), λείπει.
58. Στον πρακτικό, ο Κύριος είναι παρών με τις αρετές. από εκείνον που δεν λογαριάζει διόλου την αρετή, λείπει μακριά. Και πάλι στον θεωρητικό είναι παρών με την αληθινή γνώση των όντων από εκείνον που σφάλλει σε κάτι από αυτήν, λείπει μακριά.
59. Απομακρύνεται από την σάρκα(Β΄ Κορ. 5, 8) εκείνος που από την πρακτική πέρασε στην κατάσταση της γνώσεως. Αυτός αρπάζεται με τα υψηλότερα νοήματα, σαν με σύννεφα, στο διάφανο αέρα της μυστικής θεωρίας, όπου θα μπορεί να είναι πάντοτε μαζί με τον Κύριο(Α΄ Θεσ. 4, 17). Φεύγει από τον Κύριο(Β΄ Κορ. 5, 6) εκείνος που δεν μπορεί ακόμη, χωρίς τις ενέργειες των αισθήσεων, με καθαρό νου να θεωρήσει τα νοήματα, όσο αυτό είναι εφικτό, και δεν μπορεί να δεχτεί τον λόγο του Κυρίου απλό και χωρίς αινίγματα.
60. Ο Λόγος του Θεού δε λέγεται «σάρκα»(Ιω. 1, 14) μόνο γιατί σαρκώθηκε, αλλά και για άλλη αιτία. Όταν νοείται απλώς ως Θεός Λόγος που είναι από την αρχή μαζί με το Θεό Πατέρα(Ιω. 1, 1-2) και που έχει σαφή και γυμνά τα πρότυπα της αλήθειας για όλα, τότε δεν περιέχει παραβολές και αινίγματα, ούτε ιστορίες που έχουν ανάγκη από αλληγορική ερμηνεία. Όταν όμως έρθει προς ανθρώπους που δεν μπορούν με γυμνό νου να προσεγγίσουν γυμνά τα νοητά, τότε μιλώντας σ’ αυτούς με το συνηθισμένο σ’ αυτούς τρόπο, συγκροτείται από την ποικιλία των ιστοριών, των αινιγματικών φράσεων, των παραβολών και των δυσνόητων λόγων και γίνεται σάρκα. Γιατί στο πρώτο πλησίασμα, δεν πλησιάζει ο νους μας σε γυμνό λόγο, αλλά σε λόγο σαρκωμένο, δηλαδή στην ποικιλία των λέξεων, που είναι λόγος κατά τη φύση, αλλά σάρκα στην όψη, ώστε οι πολλοί όχι μόνο να τον βλέπουν, αλλά και να τον πιστεύουν σάρκα, κι ας είναι πράγματι λόγος. Η έννοια της Γραφής δεν είναι εκείνη που νομίζουν οι πολλοί, αλλά άλλη από εκείνη που φαίνεται. Γιατί ο λόγος γίνεται σάρκα με καθένα από τα γραμμένα λόγια.
61. Η αρχή της μαθητείας των ανθρώπων στην ευσέβεια γίνεται από τη σάρκα. Γιατί κατά την πρώτη προσπάθειά μας για τη θεοσέβεια συναντούμε το γράμμα και όχι το πνεύμα. Προχωρώντας όμως σταδιακά στο πνεύμα και πελεκώντας την παχύτητα των λέξεων με τα πιο λεπτά θεωρήματα, φτάνομε καθαρά στον καθαρό Χριστό, όσο είναι δυνατό στον άνθρωπο. Μπορούμε τότε να λέμε όπως ο Απόστολος: «Αν και γνωρίσαμε κατά σάρκα το Χριστό, τώρα όμως δεν τον γνωρίζομε πλέον με τον ίδιο τρόπο»(Β΄ Κορ. 5, 16), λόγω δηλαδή της άμεσης επαφής του νου με το Λόγο χωρίς τα καλύμματα που τον σκεπάζουν, επειδή προκόψαμε από τη γνώση του Λόγου ως σάρκας, στη γνώση της δόξας Του που έχει ως μονογενής από τον Πατέρα(Ιω. 1, 14).
62. Εκείνος που έζησε την εν Χριστώ ζωή, ξεπέρασε τη δικαιοσύνη και του νόμου και της φύσεως. Αυτό δείχνοντας ο Απόστολος, λέει: «Στην καινούργια ζωή της κοινωνίας με το Χριστό ούτε η περιτομή αξίζει τίποτε, ούτε η ακροβυστία»(Γαλ. 5, 6). Με την περιτομή φανερώνει τη νομική δικαιοσύνη, με την ακροβυστία υπαινίσσεται τη φυσική ισότητα.
63. Άλλοι αναγεννιούνται με νερό και πνεύμα(Ιω. 3, 5), άλλοι δέχονται το βάπτισμα με Άγιο Πνεύμα και φωτιά(Ματθ. 3, 11). Με τα τέσσερα αυτά, το νερό, το πνεύμα, τη φωτιά και το Πνεύμα το Άγιο, νοώ το ένα και το αυτό Πνεύμα του Θεού. Σε άλλους το Άγιο Πνεύμα είναι νερό επειδή καθαρίζει τους εξωτερικούς σωματικούς μολυσμούς. Σε άλλους είναι πνεύμα, γιατί ενεργεί τα αγαθά έργα της αρετής. Σε άλλους είναι φωτιά, γιατί καθαρίζει τις εσωτερικές κηλίδες που είναι βαθιά στην ψυχή. Σε άλλους είναι, όπως λέει ο μέγας Δανιήλ(Δαν. 5, 11), Πνεύμα Άγιο γιατί χορηγεί σοφία και γνώση. Από τις ενέργειές Του, που είναι διάφορες στον καθένα, παίρνει διάφορες ονομασίες το ένα και το αυτό Πνεύμα.
64. Ο Νόμος έδωσε το σάββατο για να αναπαυθεί, λέει, το υποζύγιό σου και ο δούλος σου(Έξ. 20, 10). Και τα δύο αυτά υπαινίσσονται το σώμα. Γιατί το σώμα είναι υποζύγιο του πρακτικού νού που αναγκάζεται διά της βίας να σηκώνει το βάρος της πρακτικής ασκήσεως των αρετών. Ενώ του θεωρητικού είναι δούλος το σώμα, γιατί έγινε πλέον λογικό με τις θεωρίες και υπηρετεί λογικά στις διαταγές του νου που ξεκινούν από τη θεία γνώση. Και για τα δύο υπάρχει σάββατο, που είναι η περάτωση των καλών που αυτά ενεργούν, τόσο στην πράξη όσο και τη θεωρία, και δίνει στο καθένα την κατάλληλη ανάπαυση.
65. Εκείνος που καλλιεργεί την αρετή με την πρέπουσα γνώση, έχει υποζύγιο το σώμα και το οδηγεί λογικά στην ενέργεια όσων πρέπει. Δούλο του εχει τον τρόπο της πρακτικής ασκήσεως της αρετής, δηλαδή αυτόν τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει να σχηματίζεται η αρετή, που τον αγόρασε σαν με χρήματα με τους λογισμούς της διακρίσεως. Σάββατο γι’ αυτόν είναι η απαθής και ειρηνική κατάσταση της ψυχής και του σώματος, δηλαδή η αμετάβλητη έξη της αρετής.
66. Ο λόγος του Θεού, σ’ εκείνους που φροντίζουν περισσότερο για τα σωματικά είδη της αρετής, γίνεται άχυρο και χορτάρι που τρέφει το παθητικό μέρος της ψυχής για να υπηρετεί τις αρετές. Σ’ εκείνους που έχουν υψωθεί στη θεωρία της πραγματικής κατανοήσεως των θείων, είναι άρτος που τρέφει το νοερό μέρος της ψυχής και την ανεβάζει στη θεοειδή τελειότητα. Γι’ αυτό βλέπομε τους Πατριάρχες να εφοδιάζονται για το δρόμο με άρτους για τον εαυτό τους και χορτάρι για τα ζώα τους(Έξ. 42, 25-27). Και ο Λευΐτης του βιβλίου των Κριτών που φιλοξενήθηκε από τον γέροντα στη Γαβαών, του είπε: «Έχομε και άρτους για μας και άχυρα για τους όνους μας, και δε λείπει τίποτε από τους δούλους σου»(Κριτ. 19, 19).
67. Ο λόγος του Θεού λέγεται και είναι δροσιά(Δευτ. 32,2), νερό, πηγή(Ιω. 4, 14) και ποταμός(Ιω. 7, 38), όπως λέει η Γραφή, δηλαδή είναι και γίνεται αυτά αναλόγως με τη δύναμη εκείνων που τον δέχονται. Σε άλλους είναι δροσιά, γιατί σβήνει την πύρωση και ενέργεια των παθών, που τους έρχεται στο σώμα από έξω. Σ’ εκείνους που ψήνονται στα βάθη τους από το φαρμάκι της κακίας είναι νερό, όχι μόνο γιατί καταστρέφει την κακία ως αντίμαχός της, αλλά και γιατί μεταδίδει ζωτική δύναμη που οδηγεί στη μακαριότητα. Σ’ εκείνους που η έξη της θεωρίας αναβλύζει αενάως, είναι πηγή γιατί είναι χορηγός σοφίας. Σ’ εκείνους που χύνουν σαν ποτάμι την ευσεβή και ορθή και σωτήρια διδασκαλία, είναι ποταμός γιατί ποτίζει άφθονα ανθρώπους και κτήνη και θηρία και φυτά. Έτσι και οι άνθρωποι θα θεωθούν καθώς θ’ ανυψωθούν με τα νοήματα των λεγομένων και εκείνοι που αποκτηνώθηκαν με τα πάθη θα γίνουν πάλι άνθρωποι με την ακριβή κατόρθωση της ενάρετης ζωής, και θα ξαναπάρουν τη φυσική λογικότητα· και εκείνοι που έγιναν θηρία με τις πονηρές συνήθειες και κακές πράξεις, αφού εξημερωθούν με την ήπια και απαλή παρακίνηση, θα ξαναγυρίσουν στη φυσική ημερότητα· και εκείνοι που σαν φυτά είναι αναίσθητοι στα αγαθά, αφού μαλακώσουν με την είσοδο του λόγου βαθιά μέσα τους, θα δεχθούν τη γονιμότητα του λόγου που τους διατρέφει, αποκτώντας αίσθηση και δύναμη προς καρποφορία.
68. Ο λόγος του Θεού είναι οδός(Ιω. 14, 6) για κείνους που κατά την πρακτική άσκηση τρέχουν σωστά και δυνατά στο στάδιο της αρετής και μήτε δεξιά κλίνουν με την κενοδοξία, μήτε αριστερά με τη ροπή προς τα πάθη, καθώς κατευθύνει τα βήματά τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αυτό δεν το τήρησε μέχρι το τέλος ο Ασά ο βασιλεύς Ιούδα, γι’ αυτό και λέγεται ότι στα γηρατειά του ασθένησε στα πόδια(Γ΄ Βασ. 15, 23), επειδή είχε εξασθενήσει στο δρόμο του κατά Θεόν βίου.
69. Θύρα λέγεται ο Λόγος του Θεού (Ιω. 10, 9) γιατί εισάγει στη θεία γνώση εκείνους που πέρασαν μ’ επιτυχία το δρόμο των αρετών κατά την αψεγάδιαστη πορεία της πρακτικής ασκήσεως, και σαν φως δείχνει τους ολοφώτεινους θησαυρούς της σοφίας. Ο ίδιος είναι και οδός και θύρα και κλειδί και βασιλεία. Είναι οδός, ως οδηγός· κλειδί, γιατί ανοίγει στους άξιους τα θεία και ανοίγεται και ο ίδιος· θύρα γιατί εισάγει· και βασιλεία, γιατί κληρονομείται και μετέχεται από όλους.
70. Ο Κύριος λέγεται φως και ζωή και ανάσταση και αλήθεια(Ιω. 8, 12· 11, 25· 14, 6). Λέγεται φως γιατί κάνει λαμπρές τις ψυχές και διώχνει το σκοτάδι της άγνοιας και φωτίζει το νου για να κατανοεί τα απόρρητα και δείχνει τα μυστήρια που μπορούν να δουν μόνον οι καθαροί. Ζωή λέγεται, γιατί δίνει την κίνηση προς τα θεία που αρμόζει στις ψυχές που αγαπούν τον Κύριο. Ανάσταση, γιατί ανασταίνει το νου από τη νεκρή προσκόλληση στα υλικά καθαρό από κάθε φθορά και νεκρότητα. Και αλήθεια, γιατί χαρίζει στους αξίους αμετάβλητη και σταθερή την έξη των αγαθών.
71. Ο Θεός και Λόγος του Θεού και Πατέρα βρίσκεται μυστικά μέσα σε κάθε μια από τις εντολές Του. Ο Θεός και Πατέρας είναι όλος αχώριστος σε όλο το Λόγο Του εκ φύσεως. Εκείνος λοιπόν που δέχεται μια θεία εντολή και την πράττει, δέχεται το Λόγο του Θεού που υπάρχει μέσα σ’ αυτήν. Εκείνος που δέχθηκε το Λόγο διά μέσου των εντολών, διά μέσου Αυτού δέχθηκε και [τον Πατέρα που υπάρχει εκ φύσεως μέσα σ’ Αυτόν, όπως επίσης και] το Πνεύμα που εκ φύσεως υπάρχει μέσα σ’ Αυτόν. Γιατί λέει: «Σας λέω αλήθεια, όποιος δέχεται αυτόν που θα στείλω, δέχεται εμένα· κι όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που μ’ έχει στείλει»(Ιω. 13, 20). Εκείνος λοιπόν που έλαβε εντολή και την τήρησε, έλαβε και έχει μυστικά την Αγία Τριάδα.
72. Δοξάζει το Θεό στο πρόσωπό του, όχι εκείνος που με λόγια μόνο τιμά το Θεό, αλλά εκείνος που υπομένει για το Θεό τους κόπους και τα παθήματα για χάρη της αρετής. Και αντιδοξάζεται από το Θεό με τη δόξα που βρίσκεται στο Θεό, παίρνοντας σαν έπαθλο της αρετής τη χάρη της απάθειας κατά μέθεξη. Γιατί ο καθένας που στο πρόσωπό του δοξάζει το Θεό με τους κόπους της πρακτικής ασκήσεως για χάρη της αρετής, δοξάζεται κι ο ίδιος μέσα στο Θεό με την απαθή έκλαμψη των θείων κατά τη θεωρία. Γιατί ο Κύριος, ερχόμενος προς το Πάθος, έλεγε: «Τώρα δοξάστηκε ο Υιός του ανθρώπου, και σ’ αυτόν δοξάστηκε ο Θεός· και ο Θεός θα τον δοξάσει με τον εαυτό Του, και θα τον δοξάσει αμέσως»(Ιω. 13, 31-32). Από αυτό γίνεται φανερό ότι στους κόπους για χάρη της αρετής ακολουθούν τα θεία χαρίσματα.
73. Όσο βλέπομε το Λόγο του Θεού σωματωμένο στο γράμμα της αγίας Γραφής με τα διάφορα αινίγματα, δεν έχομε δει ακόμη νοητώς τον ασώματο και απλό και ενιαίο και μόνο Πατέρα μέσα στον ασώματο και απλό και ενιαίο και μόνο Υιό, κατά το ρητό: «Όποιος έχει δει έμενα, έχει δει και τον Πατέρα· και εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα, κι ο Πατέρας σ’ εμένα»(Ιω. 14, 9-10).
Υπάρχει λοιπόν ανάγκη από πολλή γνώση, ώστε, αφού περάσομε προηγουμένως κάτω από τα λόγια που καλύπτουν το Λόγο, έτσι με γυμνό το νου να δούμε καθαρό τον Λόγο, όπως είναι καθ’ εαυτόν, να μας δείχνει καθαρά, όσο είναι εφικτό στους ανθρώπους, τον Πατέρα που είναι μέσα Του.
Γι’ αυτό, είναι ανάγκη, εκείνος που επιζητεί με ευσέβεια το Θεό, να μην πιάνεται από κανένα ρητό της Γραφής, για να μην απατηθεί παίρνοντας αντί του Θεού τα γύρω από το Θεό· δηλαδή αντί του Λόγου, δεχόμενος λανθασμένα το γράμμα της Γραφής, ενώ ο Λόγος έχει διαφύγει από το νου, που κρατώντας το περίβλημα νομίζει ότι κρατά τον ασώματο Λόγο. Και συμβαίνει όπως με την Αιγυπτία, που κράτησε όχι τον Ιωσήφ, αλλά τα ρούχα του(Γεν. 39,12), και όπως με τους παλαιούς ανθρώπους, οι οποίοι παραμένοντας μόνο στην ομορφιά των ορατών, χωρίς να καταλάβουν λάτρευαν τη κτίση και όχι τον Κτίστη(Ρωμ. 1, 25).
74. Ο λόγος της αγίας Γραφής, όταν ξεντυθεί μέσω των υψηλοτέρων νοημάτων τη σύνθεση των λέξεων που είναι σωματικά διαμορφωμένες πάνω του, φανερώνεται σαν να υπάρχει στον ήχο λεπτής αύρας στο διορατικό νου, ο οποίος με την ακρα απόθεση των φυσικών ενεργειών του μπόρεσε να λάβει αίσθηση μόνο της απλότητας που κάνει κάπως γνωστό το λόγο, όπως ο μέγας Ηλίας που αξιώθηκε στο σπήλαιο Χωρήβ να δει αυτή την δράση(Γ΄ Βασ. 19, 12-13). Χωρήβ εξηγείται νεοοργωμένη γη, που σημαίνει την μόνιμη απόκτηση των αρετών με το νέο πνεύμα της χάρης. Το σπήλαιο είναι η κρυφιότητα της σοφίας του νου, στην οποία όποιος φτάσει θα αισθανθεί μυστικά τη γνώση εκείνη που υπερβαίνει την αίσθηση· στη γνώση αυτή λέγεται ότι βρίσκεται ο Θεός. Ο καθένας λοιπόν που ζητεί αληθινά το Θεό, όπως ο μέγας Ηλίας, δε θα φτάσει μόνο στο Χωρήβ, δηλαδή ως πρακτικός στην έξη των αρετών, αλλά και στο σπήλαιο που είναι στο Χωρήβ, δηλαδή ως θεωρητικός θα φτάσει στην κρυφιότητα της σοφίας, η οποία βρίσκεται μόνο στην έξη των αρετών.
75. Όταν ο νους αποτινάξει τις πολλές δοξασίες που έχει περί των όντων, τότε φαίνεται σ’ αυτόν καθαρός ο λόγος της αλήθειας, ο οποίος του δίνει τις υποδείξεις της πραγματικής γνώσεως και απομακρύνει τις προηγούμενες εμπαθείς αντιλήψεις σαν λέπια από τα μάτια του, όπως έγινε στον θεσπέσιο και μέγα Απόστολο Παύλο(Πράξ. 9, 18). Γιατί λέπια είναι πράγματι, που επικάθονται στο διορατικό μέρος της ψυχής και εμποδίζουν το πέρασμα στον καθαρό λόγο της αλήθειας, και οι γνώμες που στηρίζονται στο γράμμα μόνο της Γραφής, και οι κατά την αίσθηση εμπαθείς θεωρίες των ορατών.
76. Ο θείος Απόστολος Παύλος είπε ότι εχει μερική γνώση του Λόγου(Α΄ Κορ. 13, 9), ενώ ο μέγας Ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι είδε τη δόξα Του. «Είδαμε, λέει, τη δόξα Του που την έχει ως μονογενής από τον Πατέρα· ήταν γεμάτος από χάρη και αλήθεια»(Ιω. 1, 14).
Ίσως ο άγιος Παύλος είπε ότι εχει μερική γνώση του Λόγου ως Θεού· γιατί από τις ενέργειές Του μόνο γνωρίζεται κάπως, ενώ η γνώση της ουσίας και της υποστάσεώς Του είναι εξίσου απλησίαστη και στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Ο άγιος Ιωάννης πάλι, που μυήθηκε τέλεια —όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο— στο λόγο της ενανθρωπήσεως του Λόγου, είπε ότι είδε τη δόξα του ένσαρκου Λόγου, δηλαδή είδε το λόγο, το σκοπό, για τον οποίο ο Θεός έγινε άνθρωπος γεμάτος χάρη και αλήθεια. Γιατί ο Μονογενής δεν χαριτώθηκε ως Θεός που είναι κατά την ουσία και ομοούσιος με το Θεό Πατέρα, αλλά καθώς έγινε φύσει άνθρωπος κατ’ οικονομία και ομοούσιος με μας, χαριτώθηκε για μας που έχομε ανάγκη από χάρη. Και από την πληρότητα της δικής Του χάρης δεχόμαστε πάντοτε σε κάθε προκοπή μας την ανάλογη χάρη. Ώστε εκείνος που φύλαξε το λόγο τελείως καθαρό μέσα του, θα λάβει τη δόξα τη γεμάτη από χάρη και αλήθεια του Θεού Λόγου που σαρκώθηκε για μας και που δόξασε ως άνθρωπος για χάρη μας και άγιασε τον εαυτό Του κατά τον καιρό της επίγειας παρουσίας Του. Γιατί λέει: «Όταν φανερωθεί, θα είμαστε όμοιοι με Αυτόν»(Α΄ Ιω. 3, 2).
77. Έως ότου η ψυχή μεταβαίνει από δύναμη σε δύναμη(Β΄ Κορ. 3, 18) και από δόξα σε δόξα(Ψαλμ. 83, 8), δηλαδή πραγματοποιεί μεγαλύτερη προκοπή από αρετή σε αρετή και υψηλότερη ανάβαση από γνώση σε γνώση, δεν έπαψε να κατοικεί εδώ προσωρινά, σύμφωνα με το λόγο: «Είναι πολύς καιρός που παροικεί η ψυχή μου»(Ψαλμ. 119, 6). Γιατί είναι πολύ το διάστημα και το πλήθος των γνώσεων που πρέπει αυτή να περάσει ώσπου να φτάσει στον τόπο της θαυμαστής σκηνής, ως τον οίκο του Θεού, με φωνή αγαλλιάσεως και εορταστικό ήχο(Ψαλμ. 41, 5), προσθέτοντας πάντοτε φωνή νοερή στις νοερές φωνές με την προκοπή στις θείες θεωρίες, μαζί με τη μεγάλη αγαλλίαση του νού — τη χαρά δηλαδή και την ανάλογη ευχαριστία για όσα έχουν θεωρηθεί. Γιατί τέτοιες εορτές εορτάζουν εκείνοι που έλαβαν το πνεύμα της χάρης στις καρδιές τους και φωνάζουν: «Αββά, Πατέρα»(Γαλ. 4, 6).
78. Ο τόπος της θαυμαστής σκηνής είναι η απαθής και αδιατάρακτη έξη των αρετών, κατά την οποία ο Λόγος του Θεού καταστολίζει σαν σκηνή την ψυχή με διάφορα είδη αρετών. Ο οίκος του Θεού είναι η γνώση που αποτελείται από πολλά και διάφορα θεωρήματα, κατά την οποία έρχεται ο Θεός στην ψυχή και την γεμίζει από τον κρατήρα της σοφίας. Η φωνή της αγαλλιάσεως είναι το σκίρτημα της ψυχής για τον πλούτο των αρετών. Εξομολόγηση είναι η ευχαριστία για τη δόξα της ευωχίας της σοφίας. Και ο ήχος είναι η συνεχής μυστική δοξολογία που παράγεται από τη σύγκραση και των δύο, δηλαδή της αγαλλιάσεως και της εξομολογήσεως.
79. Εκείνος που νίκησε παλεύοντας με γενναιότητα τα πάθη του σώματος και πολέμησε αρκετά τα ακάθαρτα πνεύματα και έδιωξε τα νοήματά τους από τη χώρα της ψυχής του, ας προσεύχεται να του δοθεί καρδιά καθαρή και να εγκατασταθεί στα βάθη Του πνεύμα ευθύτητας(Ψαλμ. 50,12). Να αδειάσει δηλαδή τελείως από τους φαύλους λογισμούς και να γεμίσει από τις θειες έννοιες με τη χάρη, ώστε να μεταβληθεί σε κόσμο νοητό του Θεού, λαμπρό και μεγάλο, [αποτελούμενο] από ηθικά και φυσικά και θεολογικά θεωρήματα.
80. Εκείνος που έκανε καθαρή την καρδιά του, δε θα γνωρίσει τους λόγους των υψηλών και μετά το Θεό όντων μόνο, αλλά μετά την προσπέραση όλων, βλέπει κάπως και αυτόν το Θεό, κι αυτό είναι το ακρότατο όριο όλων των αγαθών. Όταν ο Θεός έρθει σ’ αυτή την καρδιά, την αξιώνει να χαράξει σ’ αυτή τα δικά Του γράμματα μέσω του Πνεύματος, σαν να ήταν οι πλάκες του Μωυσή(Έξ. 31, 18)· και τόσο περισσότερο, όσο αυτή επιδόθηκε στην πράξη και τη θεωρία, σύμφωνα με την εντολή που προστάζει μυστικά, «να αυξάνεσαι»(Γεν. 35, 11).
81. Καρδιά καθαρή λέγεται ίσως εκείνη, που δεν έχει με κανένα τρόπο καμιά φυσική κίνηση προς ο,τιδήποτε· στην οποία έρχεται ο Θεός και, σαν σε πίνακα καλά καθαρισμένο από την άκρα απλότητα, γράφει τους δικούς Του νόμους.
82. Καρδιά καθαρή είναι εκείνη που παρουσίασε στο Θεό τελείως ασχημάτιστη και αδιαμόρφωτη τη μνήμη και έτοιμη να σφραγισθεί μόνο με τα δικά Του σημεία, με τα οποία συμβαίνει να φανερώνεται ο Θεός.
83. Ο νους του Χριστού τον οποίο αποκτούν οι άγιοι σύμφωνα με εκείνον που είπε: «Εμείς έχομε νουν Χριστού»(Α΄ Κορ. 2, 16), δεν δημιουργείται σ’ εμάς με στέρηση της δυνάμεως του νού που έχομε, ούτε ως συμπλήρωμα του δικού μας νου, ούτε ότι έρχεται κατά την ουσία και την υπόστασή του στο δικό μας νου, αλλά με τη θεία ιδιότητά του λαμπρύνει τη δύναμη του νου μας και την οδηγεί στην ενέργεια την ίδια με τη δική του. Εγώ λέω ότι νουν Χριστού έχει εκείνος ο οποίος νοεί όπως ο Χριστός και μέσω όλων νοεί Αυτόν.
84. Σώμα Χριστού λεγόμαστε πως είμαστε, σύμφωνα με το λόγο: «Εμείς είμαστε σώμα του Χριστού και επιμέρους μέλη Του»(Α΄ Κορ. 12, 27). Και γινόμαστε εκείνο το σώμα όχι γιατί στερούμαστε τα σώματά μας, ούτε πάλι γιατί εκείνο άρχεται κατά την υπόστασή του σε μας ή διαμελίζεται, αλλά γιατί, όμοια με την σάρκα του Κυρίου, τινάζομε από πάνω μας τη φθορά της αμαρτίας. Όπως ο Χριστός, νοούμενος ως άνθρωπος, ήταν κατά φύση αναμάρτητος και στο σώμα και στην ψυχή, ετσι κι εμείς που πιστέψαμε σ’ Αυτόν μπορούμε να είμαστε χωρίς αμαρτία.
85. Αναφέρονται στη Γραφή και χρονικοί αιώνες που περιλαμβάνουν τη συντέλεια άλλων αιώνων, σύμφωνα με το: «Τώρα όμως μια φορά με τη συντέλεια των αιώνων κτλ.»(Εβρ. 9, 26). Επίσης και άλλοι αιώνες που δεν έχουν χρονική φύση, μετά τον παρόντα αιώνα που άρχισε με τη συντέλεια των αιώνων, κατά το λόγο: «Για να δείξει στους αιώνες που έρχονται τον υπερβολικό πλούτο κτλ.»(Εφ. 2, 7). Βρίσκομε στη Γραφή πλήθος αιώνων, και περασμένων και τωρινών και μελλοντικών. Είναι και αιώνες αιώνων(Ψαλμ. 83, 5), και αιώνας του αιώνα(Ψαλμ. 9, 6), και χρόνοι αιώνιοι(Β΄ Τιμ. 1, 9), και γενεές που συνδέονται με αιώνες(Γεν. 9, 12). Και για να μην επεκτεινόμαστε τώρα πολύ εξω από το θέμα μας, λέγοντας τι θέλει να φανερώσει ο λόγος με τους χρονικούς αιώνες και τι με τους αιώνιους χρόνους και τις γενεές, και ποιοι πάλι είναι απλώς αιώνες, και ποιοι οι αιώνες των αιώνων, και ποιος είναι απλώς ο αιώνας του αιώνα, ας επανέλθομε στο σκοπό για τον οποίο τα αναφέραμε αυτά, αφήνοντας τη μελέτη τους στους φιλομαθείς.
86. Γνωρίζομε τι είναι κατά τη Γραφή το υπεραιώνιο. Ότι υπάρχει το δήλωσε· τι όμως είναι αυτό δεν το κατονόμασε, όπως στο λόγο: «Ο Κύριος βασιλεύει κατά τον αιώνα και στον αιώνα και παραπέρα»(Έξ. 15, 18). Επομένως η αδιατάρακτη βασιλεία του Θεού είναι κάτι που υπερβαίνει τους αιώνες· γιατί δεν επιτρέπεται βέβαια να πούμε ότι έχει λάβει αρχή η βασιλεία του Θεού ή ότι αναφαίνεται από τους αιώνες ή τους χρόνους. Πιστεύομε ότι αυτή είναι η κληρονομία εκείνων που σώζονται, και η διαμονή και ο τόπος τους, όπως παραδίδει ο αληθινός λόγος, γιατί είναι το τέλος εκείνων που κινούνται με πόθο προς το έσχατο επιθυμητό. Όταν φτάσουν σ’ αυτό, δέχονται την παύση οποιασδήποτε κινήσεως, γιατί δεν υπάρχει πλέον γι’ αυτούς χρόνος ή αιώνας που πρέπει να τον διανύσουν· έφτασαν πλέον στο Θεό που υπάρχει προ πάντων των αιώνων και τον οποίο δεν μπορεί να φτάσει η φύση των αιώνων.
87. Όσο χρόνο κανείς είναι στη ζωή αυτή, και αν ακόμη στην εδώ κατάσταση φτάσει το τέλος της πράξεως και θεωρίας, εχει μερική μόνο τη γνώση και την προφητεία και τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος, και όχι όλο το πλήρωμα. Θα έρθει κάποτε μετά την περάτωση των αιώνων στην τέλεια κατάληξη που δείχνει πρόσωπο προς πρόσωπο(Α΄ Κορ. 13, 12) στους άξιους καθ’ εαυτήν την αλήθεια, ώστε να μην έχει πλέον μέρος μόνο του πληρώματος, αλλά να παίρνει κατά μέθεξη ολόκληρο το πλήρωμα της χάρης. Γιατί λέει ο θείος Απόστολος ότι θα φτάσουν, εννοείται όλοι οι σωζόμενοι, να γίνουν άνδρες τέλειοι στο μέτρο του πληρώματος του Χριστού(Εφ. 4, 13), στον οποίο είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως(Κο. 2, 3)· όταν αυτοί φανερωθούν, θα καταργηθεί το επιμέρους.
88. Μερικοί θέλουν να μάθουν πώς θα είναι η κατάσταση εκείνων που θα αξιωθούν την τελειότητα της βασιλείας του Θεού. Ποιο από τα δύο, θα είναι κατάσταση προόδου και μεταβάσεως, ή στατικής ταυτότητας; Και πώς πρέπει να νομίζομε ότι θα είναι οι ψυχές και τα σώματα; Σ’ αυτό μπορεί ν’ απαντήσει κανείς εύστοχα μ’ ενα παράδειγμα: στη σωματική ζωή, είναι διπλός ο λόγος της τροφής. Ο ένας είναι για να αυξηθεί το σώμα και ο άλλος για να συντηρηθεί. Μέχρις ότου ολοκληρωθεί η σωματική μας ανάπτυξη, τρεφόμαστε για αύξηση, όταν όμως το σώμα σταματήσει να μεγαλώνει, δεν τρέφεται πλέον για αύξηση, αλλά για συντήρηση. Έτσι και στην ψυχή, διπλός είναι ο λόγος της τροφής. Γιατί καθώς προχωρεί, τρέφεται με τις αρετές και τις θεωρίες, μέχρις ότου, αφού περάσει όλα τα όντα, φτάσει το μέτρο της ηλικίας του πληρώματος του Χριστού. Και όταν φτάσει σ’ αυτό, σταματά κάθε πρόοδος προς ανάπτυξη και αύξηση με τα μέσα αυτά και τρέφεται κατά τρόπο άμεσο με αυτό που υπερβαίνει τη νόηση. Και γι’ αυτό, το είδος της άφθαρτης τροφής υπερβαίνει την αύξηση και είναι για να συντηρηθεί η θεοειδής τελειότητα που δόθηκε στην ψυχή και να φανερωθούν οι άπειρες λαμπρότητες της τροφής εκείνης. Με αυτήν η ψυχή δέχεται την παντοτινή και αμετάβλητη ευδαιμονία που ήρθε σ’ αυτήν, και γίνεται θεός με τη μέθεξη της θείας χάρης, παύοντας κάθε ενέργεια του νου και της αισθήσεώς της, μαζί και τις φυσικές ενέργειες του σώματος, καθώς κι αυτό θεώθηκε μαζί μ’ αυτήν κατά τη μέθεξη της θεώσεως που του αναλογεί. Έτσι διά μέσου και της ψυχής και του σώματος φαίνεται μόνον ο Θεός, επειδή τα φυσικά τους γνωρίσματα έχουν παραμεριστεί από την υπερβολή της δόξας.
89. Κάποιοι φιλομαθείς ζητούν να μάθουν πώς θα διαφέρουν μεταξύ τους τα αιώνια καταλύματα και αγαθά που υποσχέθηκε ο Θεός: κατά την τοπική υπόσταση, ή νοητώς κατά την ποιότητα και ποσότητα που προσιδιάζουν σε κάθε πνευματικό κατάλυμα; Άλλοι πιστεύουν το πρώτο, άλλοι το δεύτερο. Εκείνος όμως που γνώρισε τι θα πει «η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας»(Λουκ. 17, 21), και τι θα πει «στον Πατέρα μου υπάρχουν πολλά καταλύματα»(Ιω. 14, 2), θα παραδεχθεί μάλλον το δεύτερο.
90. Κάποιοι ζητούν να μάθουν ποια διαφορά έχει η βασιλεία του Θεού από τη βασιλεία των ουρανών. Διαφέρουν μεταξύ τους ουσιαστικά ή νοητώς; Σ’ αυτούς πρέπει να πούμε ότι διαφέρουν όχι ουσιαστικά, αλλά νοητώς. Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι η κατανόηση της προαιώνιας ακέραιης γνώσεως των όντων που βρίσκεται στο Θεό, σύμφωνα με τους λόγους τους. Ενώ η βασιλεία του Θεού είναι μετάδοση κατά χάρη, των αγαθών τα οποία φύσει έχει ο Θεός. Η πρώτη θα συμβεί κατά το τέλος των όντων, ενώ η άλλη θα είναι νοερή, μετά το τέλος των όντων.
91. Ο λόγος «πλησίασε η βασιλεία των ουρανών»(Ματθ. 3, 2·4, 17) δε σημαίνει, νομίζω, χρονικό περιορισμό. Γιατί αυτή δεν άρχεται κατά τρόπο που να παρατηρείται, ούτε θα πουν: «Νάτην εδώ, νάτην εκεί»(Λουκ. 17, 20-21), αλλά αναφέρεται στη σχέση των αξίων προς αυτήν ανάλογα με την κατάστασή τους. Γιατί λέει: «Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας»(Λουκ. 17, 21).
92. Η βασιλεία των ουρανών βρίσκεται ως δυνατότητα σε όλους όσοι πιστεύουν, ενεργοποιείται όμως σ’ εκείνους που απέβαλαν θεληματικά όλη τη φυσική ζωή της ψυχής και του σώματος και απόκτησαν μόνο τη ζωή του Πνεύματος και μπορούν να λένε: «Δε ζω πια εγώ, αλλά μέσα μου ζει ο Χριστός»(Γαλ. 2, 20).
93. Μερικοί λένε ότι η βασιλεία των ουρανών είναι η ζωή των αξίων στους ουρανούς. Άλλοι, ότι είναι η όμοια με των αγγέλων κατάσταση των σωζομένων. Άλλοι, ότι είναι αυτή η μορφή της θεϊκής ωραιότητας εκείνων που φόρεσαν την εικόνα του επουρανίου(Α΄ Κορ. 15, 49). Συμπίπτουν, νομίζω, με την αλήθεια και οι τρεις αυτές γνώμες. Γιατί σε όλους ανάλογα με την ποιότητα και την ποσότητα της δικαιοσύνης τους δίνεται η μελλοντική χάρη.
94. Έως ότου κανείς, κατά την πρακτική φιλοσοφία, περνά με ανδρεία τους θείους αγώνες, κατέχει κοντά του τον Λόγο, ο οποίος ήρθε στον κόσμο από τον Πατέρα μέσω των εντολών. Όταν όμως αφήσει την έμπρακτη πάλη κατά των παθών, επειδή αποδείχθηκε νικητής των παθών και των δαιμόνων, και περάσει με τη θεωρία στη γνωστική φιλοσοφία, επιτρέπει στο Λόγο μυστικά να αφήσει πάλι τον κόσμο και να πορευθεί προς τον Πατέρα. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος στους μαθητές: «Εσείς με αγαπήσατε και πιστέψατε ότι εγώ ήρθα από το Θεό. Ξεκίνησα από τον Πατέρα και ήρθα στον κόσμο. Αφήνω πάλι τον κόσμο και πορεύομαι προς τον Πατέρα»(Ιω. 16, 27-28).
Κόσμο ίσως να είπε την επίπονη εργασία των αρετών κατά την πρακτική άσκηση, και πατέρα την υπερκόσμια και ελεύθερη από κάθε υλικό φρόνημα κατάσταση του νου, κατά την οποία έρχεται μέσα μας ο Λόγος του Θεού και παύει τη μάχη εναντίον των παθών και των δαιμόνων.
95. Εκείνος που μπόρεσε με την πρακτική άσκηση να νεκρώσει τα μέλη του που επιθυμούν τα γήινα(Κολ. 3, 5) και να νικήσει με τις εντολές τον κόσμο των παθών που βρίσκεται μέσα του, δε θα έχει στο εξής καμιά θλίψη, γιατί άφησε τον κόσμο και ενώθηκε με τον Χριστό, ο οποίος νίκησε τον κόσμο των παθών και χορηγεί κάθε ειρήνη.
Εκείνος που δεν άφησε την εμπαθή προσκόλληση στα υλικά, θα έχει διαρκώς θλίψη, γιατί αλλάζει η διάθεσή του μαζί με τα υλικά που αλλάζουν από τη φύση τους. Εκείνος όμως που έφτασε στο Χριστό, δεν αισθάνεται ολότελα καμία υλική μεταβολή. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Σας τα είπα αυτά για να έχετε ειρήνη μαζί μου. Θα έχετε θλίψη μέσα στον κόσμο· αλλά να έχετε θάρρος, εγώ νίκησα τον κόσμο»(Ιω. 16, 33).
Δηλαδή, σ’ εμένα, το Λόγο της αρετής, έχετε ειρήνη, ελεύθεροι από τον στροβιλισμό και την ταραχή των υλικών παθών και πραγμάτων. Στον κόσμο όμως, δηλαδή στην εμπαθή προσκόλληση στα υλικά, θα έχετε θλίψη λόγω της ακατάπαυστης μεταβολής τους. Γιατί έχουν θλίψη και οι δύο, και εκείνος που εργάζεται την αρετή, για τον κόπο που τη συνοδεύει, και εκείνος που αγαπά τον κόσμο, για την αποτυχία των υλικών. Ο ένας όμως έχει θλίψη σωτήρια, ενώ ο δεύτερος, καταστρεπτική και ολέθρια. Και των δύο ανάπαυση είναι ο Κύριος. Τον πρώτο τον αναπαύει από τους κόπους των αρετών με την απάθεια κατά τη θεωρία· από τον δεύτερο αφαιρεί την προσκόλληση προς τα υλικά με τη μετάνοια.
96. Η διατύπωση της κατηγορίας εναντίον του Σωτήρα στην επιγραφή του Σταυρού, δίδαξε καθαρά ότι Αυτός που σταυρώθηκε είναι Κύριος και βασιλεύς της πρακτικής και της φυσικής και της θεολογικής φιλοσοφίας. Γιατί λέγεται ότι ήταν γραμμένη στα Ρωμαϊκά, στα Ελληνικά και στα Εβραϊκά(Ιω. 19, 20). Με τα Ρωμαϊκά νοώ την πρακτική αρετή, αφού η ρωμαϊκή βασιλεία κατά τον Δανιήλ ορίζεται ότι είναι η πιο ανδρεία απ’ όλες τις βασιλείες του κόσμου(Δαν. 2, 40)· και γνώρισμα της πρακτικής, παραπάνω από κάθε άλλο, είναι η ανδρεία. Με τα Ελληνικά, τη φυσική θεωρία, γιατί το έθνος των Ελλήνων περισσότερο από όλους τους άλλους ανθρώπους ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία. Με τα Εβραϊκά, τη θεολογική μυσταγωγία, γιατί το έθνος αυτό προφανώς ήταν ανέκαθεν αφιερωμένο μέσω των Πατριαρχών στο Θεό.
97. Πρέπει να είμαστε όχι μόνο φονευτές των σωματικών παθών, αλλά και εξολοθρευτές των εμπαθών λογισμών της ψυχής, σύμφωνα με τον άγιο που λέει: «Τα πρωινά σκότωνα όλους τους αμαρτωλούς της γης, για να εξολοθρεύσω από την πόλη του Κυρίου όλους όσοι κάνουν άνομα έργα»(Ψαλμ. 100, 8) δηλαδή τα πάθη του σώματος και τους άνομους λογισμούς της ψυχής.
98. Εκείνος που διατήρησε ακέραιη την οδό των αρετών, με ευσεβή και ορθή γνώση, χωρίς να κλίνει δεξιά ή αριστερά, αυτός θα γνωρίσει την παρουσία του Θεού προς αυτόν με την απάθεια. Γιατί λέει ο ψαλμωδός: «Θα ψάλω και θα κατανοήσω με άμεμπτο τρόπο ζωής πότε θα έρθεις προς εμένα»(Ψαλμ. 100,2). Με τον ψαλμό φανερώνει την ενάρετη πράξη, ενώ με την κατανόηση τη γνωστική επιστήμη που προξενείται από την αρετή και που μ’ αυτήν αισθάνεται κανείς τη θεία παρουσία. Κι εκείνος που ξαγρυπνώντας στις αρετές περιμένει τον Κύριό του, είναι πιστός και αγαθός.
99. Δεν πρέπει ο αρχάριος στην ευσέβεια, να οδηγείται προς την πράξη των εντολών μόνο με την αγαθότητα, αλλά και με τη μνήμη των δίκαιων κρίσεων του Θεού να αγωνιστεί με βία εντονότερα, ώστε όχι μόνο να αγαπά τα θεία με πόθο, αλλά και να απέχει από την κακία από φόβο. Γιατί λέει: «Την ευσπλαχνία και τη δικαιοσύνη Σου θα ψάλω, Κύριε»(Ψαλμ. 100, 1). Έτσι και θα ψάλλει μ’ ευχαρίστηση στο Θεό από τον πόθο, και θα αντέχει στην υμνωδία καθώς θα χαλυβδώνεται από το φόβο.
100. Εκείνος που με την αρετή και τη γνώση εναρμόνισε το σώμα προς την ψυχή, έγινε κιθάρα του Θεού και ναός και αυλός. Έγινε κιθάρα, γιατί φύλαξε καλώς την αρμονία των αρετών. Αυλός, γιατί με τις θείες θεωρίες δέχεται την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος. Και ναός, γιατί λόγω της καθαρότητας του νου του έγινε κατοικητήριο του Λόγου.
Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, β΄τόμος, σελ. 123-146.
Filocalía de los Santos Nípticos, tomo 2 (pag 123-146)
San Máximo el Confesor
200 capítulos a Thalasio, sobre la teología y la Economía de la Encarnación del Hijo de Dios
Segunda centuria
1. El Dios es Uno, porque una es la deidad, sin principio, simple, suprasubstancial, sin partes e indivisible.
La misma deidad increada es mónada-unidad y trinidad. Mónada completa la misma, y Trinidad completa la misma.
Mónada completa según la esencia (increada) la misma, y Trinidad plena según las hipostasis la misma (bases substanciales o personas increadas).
Porque la deidad (increada) es Padre, Hijo y Espíritu Santo. Y la deidad es y está también al Padre y al Hijo y al Espíritu Santo.
Toda deidad en todo el Padre la misma, y todo el Padre en toda la misma.
Y toda la misma en todo el Hijo, y todo el Hijo en toda la misma;
Y toda, en todo el Espíritu Santo la misma deidad increada, y todo el Espíritu Santo en toda ella la misma.
Toda la deidad es Padre, es y está en todo el Padre; y el Padre es y está todo en toda la deidad; y toda ella está y es todo el Padre;
Y en la misma toda es y está todo el Hijo, y la misma toda está y es en todo el Hijo, y todo el Hijo es toda la deidad y en toda;
Y la misma es toda Espíritu Santo, y en todo Espíritu Santo; y el Espíritu Santo es todo toda la deidad; y en ella toda misma es y está todo el Espíritu Santo.
Porque no es deidad (increada) parcialmente en el Padre, ni es parcialmente Dios el Padre;
ni parcialmente la deidad es y está en el Hijo, ni es parcialmente Dios el Hijo;
ni parcialmente la deidad es y está en el Espíritu Santo, o el Espíritu Santo es Dios parcialmente.
Porque la deidad increada no se divide, ni es deficiente Dios el Padre o el Hijo o el Espíritu Santo, sino toda deidad es perfectamente la misma en el perfecto Padre y perfectamente en el perfecto Hijo la misma, y toda perfectamente la misma al perfecto Espíritu Santo.
Porque el Padre es y está todo perfectamente todo en el Hijo y en el Espíritu Santo;
y todo perfectamente en todo el Padre y el Espíritu está y es el Hijo;
y todo perfectamente en el Padre y el Hijo es y está el Espíritu Santo.
Por eso también es un Dios el Padre y el Hijo y el Espíritu Santo; porque una es la esencia, la potencia y la energía increadas del Padre y del Hijo y del Espíritu Santo, y no existe ni se entiende ninguna de las tres Hipostasis (Personas o bases substanciales) sin las otras.
2. Cada noesis comprensión, intelección, pertenece a los seres y de las realidades o cosas que son comprendidas. Pero el Dios no es de los que entienden, ni de las realidades o cosas que son comprendidas, porque está por encima de todo esto. Si no fuera así, sería delimitado, por la necesidad de relación con lo comprendido o por estar sujeto o sometido naturalmente por esta relación con aquel que le comprende. Nos queda pues, admitir que el Dios no comprende (no piensa) ni es comprendido (ni es pensado). Porque estas cualidades o atributos pertenecen por naturaleza a los seres o realidades que están después de Él.
3. Cada noesis comprensión, intelección, tiene ciertamente su propio lugar en alguna esencia como atributo o cualidad; así como tiene su movimiento determinado por la cualidad relativa a la esencia. Porque no es posible acogerla o recibirla algo que existe de por sí, absolutamente independiente y simple, porque la noesis no es independiente, libre y simple. El Dios, en cambio, siendo simple bajo ambos aspectos, -es decir, como usía-esencia increada no es algo que se comprende, y como noesis comprensión no tiene un sujeto dado-, entonces no es de aquellas realidades que comprenden y son comprendidas; por qué ciertamente el Dios está más allá de la esencia y la noesis comprensión, intelección.
4. Igual que todas las líneas rectas que empiezan de un centro, este permanece totalmente indivisible al inicio de las líneas. Así también el que se ha hecho digno de encontrarse dentro de Dios, aprenderá y entenderá todos los logos de las creaciones que preexisten en Él, con una gnosis increada, indivisible y sencilla.
5. Cuando la noesis comprensión toma forma de las cosas comprendidas (o pensadas), entonces una comprensión se convierte y se divide en varias comprensiones, porque toma forma de los aspectos o especies de las cosas comprendidas o pensadas. Pero, después de haber superado la multitud de las realidades sensibles y las comprensibles (inteligibles) que la dan forma, se convierte del todo sin forma, entonces el Logos (increado) que está por encima de toda comprensión (intelección) de modo adecuado se apropia de ella, y la quita o hace parar de las formas que por naturaleza la alteran mediante las formas de las compresiones conceptos y significados. Aquel que llega a este punto reposó de todas sus obras, como el Dios de Sus propias (Heb 4,10 · Gen 2,2).
6. Aquel que ha alcanzado la perfección posible aquí abajo, fructifica por Dios “agapi-amor, alegría, paz, fe, magnanimidad, tolerancia…” (Gal 5,22). Los frutos del futuro son incorruptibilidad, eternidad y similares. Tal vez los primeros frutos corresponden para quien ha completado la práctica por la virtud, en cambio los segundos para quien con verdadera gnosis (increada) ha salido y está fuera de las creaciones.
7. Así como el resultado de la desobediencia es el pecado (enfermedad física, psíquica y espiritual), así la obra propia de la obediencia es la virtud. Y como la desobediencia sigue la transgresión de los mandamientos-logos y la separación de Dios que dio los mandamientos, así también a la obediencia sigue el cumplimiento y aplicación de los mandamientos y la unión con el Dios. Por tanto, aquel que con su obediencia ha aplicado y cumplido el mandamiento, también ha logrado la virtud, y mediante la agapi (amor, divina energía increada) no ha separado el sí mismo de la unión con el Dios.
8. Aquel que se concentra en la división que ha producido la transgresión, primero se aparta de los pazos y después de los loyismí pasionales e indecentes, luego de la naturaleza y los logos de la naturaleza, y a continuación de las comprensiones (conceptos) y la gnosis relativa a ellos. Y por último, una vez prosperando la multiplicidad de los logos sobre la Providencia, resulta de modo desconocido al logos sobre la Mónada; entonces el nus mientras ve su estabilidad y firmeza goza con felicidad y alegría inefable, porque ha recibido la paz de Dios que supera todos nus y que cuida constantemente de cada caída a quien ha sido hecho digno de recibirla; «Y la paz de Dios, que sobrepasa todo entendimiento, guardará vuestros corazones y vuestros pensamientos en Cristo Jesús» (Fil 4,7).
9. El temor del infierno hace a los principiantes a evitar el mal; el anhelo de la recompensa de los bienes a los que progresan, les regala el buen ánimo y la buena disposición para trabajar las virtudes. Pero el misterio de la agapi (amor desinteresado o increado y energía increada si es divina) eleva al nus por encima de las creaciones dejándole ciego para todo lo que viene después de Dios. Porque el Señor sólo hace sabios aquellos que se han vuelto ciegos respecto a todo lo que viene después de Dios mostrándoles las cosas más divinas.
10. El logos de Dios, el cual es similar a una semilla de mostaza (Mt 13,31), antes de ser cultivada se ve muy pequeña. Pero después de ser cultivada debidamente, se vuelve tan grande, de modo que los logos altos de las creaciones sensibles y concebibles o inteligibles como si fueran pájaros reposan en ella. Entonces se hacen comprensibles por él los logos de todas las cosas y realidades, pero él no es comprendido en ninguno de los seres. Por eso aquel que tiene fe como una semilla o granito de mostaza puede con el logos increado de Dios mover el monte que ha dicho el Señor (Mt 17,20), es decir, expulsar la fuerza del diablo, el cual está contra nosotros y moverla desde su base.
11. El grano de mostaza que es el Señor, quien con fe es sembrado espiritualmente en Espíritu (en energía increada) en los corazones de los que Le reciben y aceptan. Cuando uno lo cultiva con cuidado mediante las virtudes, puede mover la montaña de la actitud o conducta moral terrenal, expulsando con fuerza su propio hábito del mal, tan difícil de desplazar; y da lugar a que reposen en su interior, como los pájaros del cielo, los logos de los mandamientos y los tropos (maneras, modos o formas) de los logos-mandamientos, y también sus divinas energías y potencias increadas.
12. Encima del Señor, como cimiento de la fe, elevemos el edifico de los bienes, colocando oro, plata y piedras preciosas (1Cor3,12); es decir, teología pura y genuina, vida trasparente y luminosa, divinos loyismí y conceptos resplandecientes como perlas. Pero no leña, ni paja, ni caña, es decir, idolatría -me refiero el deseo con pazos indecente o pasión, emoción a las cosas y realidades sensibles-, ni una vida insensata e imprudente, ni pajas que son loyismí con pazos indecentes o pasionales privados de la sabia coherencia y lógica suprema.
13. Aquel que desea la gnosis (espiritual y la increada), que fije firmemente las bases de su psique al Señor, como dice el Dios a Moisés: “Tú quédate aquí junto a mi” (Deut 5,31). Debemos saber que hay diferencia entre los que están cerca del Señor, si en realidad los amantes del estudio no leen superficialmente el pasaje: “De cierto os digo que hay algunos de los que están aquí, que no gustarán la muerte hasta que hayan visto el reinado de la realeza increada de Dios venido con poder” (Mc 9,1). Porque el Señor no se manifiesta siempre con doxa(gloria, luz increada) a los que están cerca de Él, sino que a los principiantes se les aparece en forma de dulos siervo (Fil 2,7); en cambio, a los que pueden seguirLe mientras sube al alto monte de la Metamorfosis, se manifiesta en forma de Dios (Mt 17, 1-9), con la que existía antes de la creación del mundo (Jn 17, 1-9). Por tanto, es posible que el mismo Señor no se manifieste de la misma manera a todos quienes se encuentran cerca de Él, sino que a unos de un modo y a otros de otro, según la medida de la fe de cada uno.
14. Cuando el logos de Dios esté en nuestro interior, claro y esplendoroso, y su rostro brille como el sol, entonces se ven brillantísimas también sus vestiduras (Mt 17,2), es decir, los logos de los Evangelios se ven claros y ciertos, sin tener nada cubierto; pero también se presentan con él Elías y Moisés, es decir, los logos más espirituales de la Ley y de los Profetas.
15. Tal como vendrá el Hijo del hombre, según la Escritura (Mt 16,27), junto con Sus ángeles, dentro de la doxa (gloria, luz increada) de Su Padre, así, a cada progreso de la virtud el Logos de Dios se metamorfosea, transforma para los son dignos de eso, viniendo con sus ángeles dentro de la doxa (luz increada) del Padre. Porque los logos más espirituales de la Ley y de los Profetas, los que prefiguran o pretipizan Moisés y Elías con la aparición de ellos en la Metamorfosis del Señor, mantienen su analogía de la doxa relevando su significado a los dignos, al grado que es comprensible a los que puedan entender.
16. Quien ha sido, en cierta medida, algo enseñado e iniciado el logos místico de la mónada (unidad), por supuesto que ha conocido también los logos de la providencia y del juicio que están con él. Por eso decide, igual que Pedro, que es bueno hacer en su interior tres tiendas para las realidades que ha visto (Mt 17,4), es decir, las tres situaciones o estados de la sotiría redención, sanación y salvación, me refiero de la virtud, de la gnosis y de la teología. Porque la primera necesita de la fortaleza y la templanza en la praxis, de la que tipo (o modelo) era el bienaventurado Elías. La segunda necesita de las virtudes de la contemplación natural, la que manifestaba en sí mismo el gran Moisés. Y la tercera necesita la actitud extrema de la prudencia, la que mostraba el Señor. Han sido denominadas tiendas, porque hay otras situaciones (o estados) mejores y más gloriosas que estas, que recibirán en el siglo futuro quienes se han hecho dignos y merecedores de ello.
17. El que se ocupa de la práctica, se dice que provisionalmente habita en la carne (o cuerpo), porque va cortando mediante las virtudes la relación entre la psique y el cuerpo (carne) y aleja de sí el engaño de las cosas materiales. Al gnóstico o al que tiene conocimiento espiritual, incluso en la misma virtud se dice que habita provisionalmente, puesto que todavía contempla la verdad con imprecisión, como enigma y en espejo (1 Cor 13,12). Porque todavía no ha visto cómo son realmente el índole (o formas) de los bienes divinos en sí mismos subsistentes, y no las ha disfrutado viéndolas cara a cara. Cada santo pasa por las imágenes de los bienes caminando hacia el futuro, clamando: “Aquí soy forastero y un huésped igual que todos mis padres” (Sal 38,7 y 13).
18. Aquel que ora no debe nunca detenerse en la ascensión sublime que conduce a Dios. Porque, tal como hay que ascender de potencia en potencia (Sal 83, 6-8), en el progreso de la práctica por la virtud, y ascender de doxa (luz increada) en doxa (2Cor 3,18) en las gnosis espirituales de la zeoría contemplación, y de la letra de la santa Escritura pasar al espíritu, así debemos hacer también cuando nos encontremos en el lugar o espacio de la oración; debemos elevar el nus de las cosas humanas y la actitud moral o el sentir de la psique hacia las cosas más divinas, para que el nus pueda seguir a Jesús, al Hijo de Dios, el cual ha traspasado los cielos (Heb 4,14) y se encuentra en todas partes. Él penetra a todas partes a favor nuestro por economía, para que nosotros siguiéndoLe penetrar en todas las que están después de Él y llegar a Él; pero con la condición de que le entendamos no de su forma humilde que ha tomado por condescendencia con Su encarnación, sino según la grandeza de Su infinitud natural.
19. Es bueno siempre dedicar nuestro tiempo a la búsqueda de Dios, como nos ha sido ordenado. Aunque a lo largo de nuestra vida presente no podemos llegar al fin o límite de la profundidad de Dios, tal vez, llegando a un punto podremos contemplar continuamente realidades más santas y más espirituales. Esto lo manifiesta el sumo sacerdote que entraba de lo santo, que es más santo que el patio, en el Santo de los Santos (altar de los altares), que es más divino que lo Santo (Lev 16, 12-15, Heb 9,12 y ss).
20. Cada logos increado de Dios no requiere muchas palabras, ni charlatanería, sino que es uno y está compuesto de distintas consideraciones (o conceptos), y cada una de estas es elemento y parte del Logos (increado). De modo que, quien habla por la verdad, aunque lo diga todo sin dejar nada, un logos de Dios habrá dicho.
21. En Cristo, como es Dios y Logos, habita por esencia toda la plenitud de la deidad (usía-esencia y energía increadas) corporalmente (Col 2,9). Pero en nosotros la deidad habita por la jaris (energía increada) en su plenitud, cuando hemos recogido y reunido en nosotros mismos toda virtud y sabiduría que no es falta de nada –a medida de lo posible al ser humano- de la exactitud de la imitación del arquetipo. Porque no es inadecuado que por tesis y no por fisis (natura) logos habite en nosotros la plenitud de la deidad (la energía increada) que es constituida de varias contemplaciones y consideraciones contempladas espiritualmente.
22. Tal como de nuestro interior el logos que procede naturalmente del nus, es mensajero o como ángel mensajero de los movimientos secretos del nus, así también el Logos increado de Dios, como conoce la esencia increada del Padre tal y como el logos increado conoce al nus que lo ha generado y formado –y sin Él ninguna de las creaciones o criaturas se puede acercar al Padre (Jn 14,6)- apocalipta, revela al Padre porque es Logos increado por naturaleza. Y en concordancia con esto se llama también “el Ángel mensajero de la Gran Voluntad” (Is 9,6).
23. Gran voluntad de Dios y Padre es: “según la revelación del misterio que se ha mantenido en la hisijía, oculto desde tiempos eternos” (Rom 16, 25) y misterio oculto y desconocido de la Divina Economía, el que el Hijo Unigénito apocaliptó-reveló mediante Su encarnación, siendo el mensajero o ángel de la gran voluntad de Dios y Padre. Se convierte en ángel o mensajero de la gran voluntad de Dios también el hombre que ha conocido el logos increado del misterio y en cada caso se eleva con el logos (creado) y con la obra, de manera incomprensible, hasta llegar hasta Aquel que tanto se ha bajado hacia él.
24. El Logos de Dios ha descendido por economía en las partes más inferiores de la tierra para beneficio nuestro y ha subido por encima de todos los cielos (Ef 4,9 y ss); -Él que es por naturaleza totalmente inmóvil-, actuando precedentemente en Sí Mismo como hombre, por economía, las realidades o cosas que sucederán en el futuro; pues, que observe con alegría mística aquel que ama ser amigo de la gnosis (increada), cuál es el fin prometido de aquellos que aman al Señor.
25. Si el Dios increado Logos y Padre se ha hecho hombre y también Hijo del hombre con el fin de hacer a los hombres dioses/as y hijos/as de Dios, debemos creer que llegaremos allá donde ahora está el mismo Cristo, como cabeza de todo el cuerpo (Col 1,18), que se hizo en beneficio nuestro precursor (Heb 6,20) del Padre con nuestra naturaleza (fisis). En efecto, en la asamblea de los dioses, es decir, de los que se salvarán, “Él será el Dios” (Sal 81,1), estará entre medio de ellos distribuyendo las recompensas de la felicidad o bienaventuranza celeste, sin que haya ninguna distancia entre Él y los dignos y merecedores.
26. Aquel que todavía satisface las ganas o apetitos pecadores de la carne, habita como idólatra y hacedor de ídolos, en la tierra de los caldeos. Paro una vez examinadas y limpiadas un poco las cosas y haya sentido los tropos (modos, maneras) que convienen a la naturaleza humana, entonces deja la tierra de los Caldeos y viene a Jarán de Mesopotamia (Gen 11, 31), es decir, en el estado o situación intermedia entre la virtud y la malicia, que no está todavía limpia y libre del engaño del sentido o de la percepción sensible; en efecto, esto significa Jarán. Pero en cuando ha sobrepasado la comprensión normal del bien que percibe mediante el sentido o la percepción sensible, entonces acudirá hacia la tierra buena, es decir, hacia el estado libre de toda malicia e ignorancia, la que el Dios que no miente, e indica y promete dar (Gen 12,1) como premio de la virtud a aquellos que Le aman.
27. Si el Logos de Dios ha sido crucificado para nosotros como hombre débil y resucitado con la fuerza de Dios (2 Cor 13,4), esto espiritualmente significa que siempre lo hace y padece para beneficio nuestro, porque se convierte y se hace todo para redimir, sanar y salvar a todos (1 Cor 9,22). Por tanto, hizo bien el divino Apóstol, entre los corintios débiles, en no aceptar que aprendan nada más que a Jesús Cristo, y a Éste crucificado (1 Cor 2,2). Pero a los Efesios, que eran perfectos, les escribe: “Nuestro Dios juntamente con él nos resucitó, y asimismo nos hizo sentar en los lugares celestiales con Cristo Jesús” (Ef 2,6). Con esto el Logos de Dios dice que se hace en cada uno según su capacidad y la medida de su fuerza. Por tanto, para aquellos que son iniciados en la piedad o devoción es crucificado, clavando las energías malignas de los pazos indecentes con el temor divino. En cambio, resucita y sube a los Cielos para los que se han despojado enteramente del “hombre viejo” que se corrompe y se desgasta de los deseos indecentes y las ilusiones engañosas, y se han revestido del nuevo hombre que se crea a imagen de Dios mediante (la energía increada) del Espíritu (Ef 4, 22-24 y Col 3,10), y que han llegado al Padre con la jaris (gracia, energía increada) que está en el interior de ellos “por encima de todo principado, potestad, poder, fuerza y dominación y de todo nombre que se dice no sólo en el siglo presente sino también en el futuro (Ef 1,21). Puesto que todo lo que viene después de Dios, cosas, nombres y axiomas (o cargos) será sometido aquel que, mediante la jaris, llegará y se encontrará en Dios.
28. Antes de Su clara presencia en cuerpo (carne), el Logos de Dios inteligible y espiritualmente moraba en los Patriarcas y Profetas pretipizando o prefigurando los misterios de Su presencia y venida. Así también después de esta presencia, no viene solamente a los que todavía son niños para alimentarlos espiritualmente y conducirlos a la edad de la perfección según Dios, sino que también a los perfectos para delinear o imprimir en ellos, de antemano, las características de Su futura presencia.
29. Los logos de la Ley y de los Profetas, como precursores de la venida y presencia del Logos en carne, instruían o educaban las psiques a creer en Cristo (Gal 3,24). Así también el glorioso Logos de Dios con Su Encarnación se hizo precursor de Su presencia espiritual, educando las psiques con Sus logos, para que acojan Su manifiesta presencia divina, que Él siempre efectúa convirtiendo de carnales en espirituales, mediante la virtud, a los que son dignos y merecedores de ello, y que efectuará al final de este siglo, revelando clarividentemente los misterios hasta entonces inefables y místicos (secretos).
30. Mientras yo sea imperfecto e insumiso (rebelde) y no obedezco a Dios mediante la práctica y aplicación de los logos-mandamientos, y mientras no me convierta maduro y perfecto en el nus (1 Cor 14,20) sobre la gnosis (espiritual), en mi rostro se ve imperfecto e insumiso también el Cristo a causa mía. Porque yo Le disminuyo y mutilo, ya que no crezco junto a Él en el el espíritu, como cuerpo que soy de Cristo y uno de Sus miembros (1 Cor 12,27).
31. “Sale el sol y el sol se pone” (Ecl 1,5), dice la Escritura. Por tanto, también el logos a veces se ve alto, a veces bajo; es decir, de acuerdo con la dignidad y la analogía o del tropo (modo, manera, forma) de los que practican la virtud y se mueven alrededor de la gnosis divina. Pero bienaventurado y feliz aquel que tiene inextinguible (sin ocaso) en sí mismo, como Jesús de Naví (J. Na 10,12-13), el sol de justicia durante todo el día de su vida presente, sin que sea limitado por la malicia de la noche y de la ignorancia; y así legalmente pueda poner en fuga los demonios malignos y viles que se sublevan contra él.
32. El Logos de Dios cuando es elevado en nuestro interior mediante la praxis y la zeoría contemplación, atrae a todos hacia Sí Mismo (Jn 12,32), y también nuestros loyismí pensamientos, ideas y reflexiones sobre el cuerpo (carne), la psique y la naturaleza de los seres, incluso los mismos miembros del cuerpo, los santifica mediante la virtud y la gnosis, poniéndolos bajo Su propio yugo. Por tanto, quien contempla las cosas divinas, pues, que vaya subiendo con buen ánimo y predisposición, siguiendo al Logos increado hasta llegar al lugar donde Él se encuentra; en efecto, hasta allí le atrae, como dijo el Eclesiastés: “Y le atrae hasta Su lugar” (Ecl 1,5), se entiende a quienes le siguen como Gran Sacerdote y que los introduce a lo Santo de los Santos (Altar de los Altares), en el cual ha entrado Él mismo revistiéndose la naturaleza humana para beneficio nuestro.
33. Quien se ejercita a la filosofía de vida* práctica (la catarsis) en la piedad o devoción y se pone enfrente y refuta las potencias y energías invisibles, pues, que rece para que permanezcan en él también el discernimiento natural con su luz proporcionada y la Jaris (energía increada) iluminadora del Espíritu. Porque una instruye la carne en la virtud mediante la práctica (en la catarsis), y la otra sobreilumina el nus para que prefiera ante todo vivir con la sabiduría divina increada, con la que destruye las fortalezas de la malicia y de toda actitud que se levante soberbiamente contra la gnosis increada de Dios (2 Cor 10,5). Esto lo muestra Jesús de Naví, cuando con la oración pidió que el sol se detenga sobre la parte de Gabaón, es decir, que no se pusiera o que le acompañara sin ocaso la luz increada de la gnosis de Dios del monte de la contemplación noerá o espiritual; y que la luna se detenga en el valle (Jos 10, 12-13), es decir, el discernimiento natural que controla la debilidad carnal, permaneciendo inalterable y fieme en la virtud.
* También san Máximo, dicho por él mismo, no hace filosofía especulativa, ni dialéctica como hacían los filósofos helenos, no sigue a ningún filósofo sino su experiencia de zéosis y la de los santos Padres, y su Teología es continuación y auténtica expresión de la empírica teologización profética que es el Cristianismo ortodoxo.

Con los términos filosofía práctica (de vida) y
zeoría contemplación todos los Padres y también san Máximo se refieren como filosofía práctica=Catarsis, el primer estado de la vida espiritual cristiana y con el término teológico zeoría contemplación= Iluminación, al segundo estadio, y el tercero es la zéosis. Ver también: http://www.logosortodoxo.com/teologi...a-y-filosofia/ y también http://www.logosortodoxo.com/teologi...a-mundanizada/

34. “Gabaón” es el nus vuelto hacia lo alto; el “valle” es la carne que se ha humillado por la muerte. El “sol” es el logos que ilumina y le da la potencia y energía para la zeoría contemplación y le libera de toda ignorancia; en cambio la “luna” es la ley natural que convence la carne a someterse de modo debido al espíritu para recibir el yugo de los mandamientos-logos. La “luna” es también símbolo de la naturaleza porque es mutable. Paro en los santos es inmutable porque han adquirido el hábito inalterable de la virtud.
35. Aquellos que buscan al Señor, no deben hacerlo afuera de sí mismos, sino en sus interiores con la energía de la fe operante en praxis. Porque dice la Escritura: “Cerca de ti está el logos, en tu boca y en tu corazón” (Rom 10,8); es decir, el logos de la fe, porque el logos (increado) buscado es el Cristo.
36. Y si pensamos la altura de la divina inmensidad, pues, no debemos desesperar por la filantropía de Dios, como si no llegara a nosotros a causa de estar tan alto; ni pensar en el enorme abismo que hemos caído con el pecado y faltar a la fe de que la virtud que se ha mortificado en nuestro interior no puede ser resucitada. Ambas cosas son posibles para el Dios: descender para iluminar nuestro nus con la luz increada de la gnosis; y también con resucitar de nuevo en nuestro interior la virtud y elevarnos junto a él con las obras de la virtud. Porque dice: “que no pase por tu mente el pensamiento que dice, ¿quién subirá al cielo, para hacer bajar de allí a Cristo? o bien, ¿quién bajará al abismo para hacer resucitar a Cristo de entre los muertos? (Rom 10, 6-7). Según otra interpretación, “el abismo” es todo lo que viene después de Dios, en todas las realidades mediante la providencia va todo el logos de Dios, como vida que sobreviene a los seres que están muertos; en efecto, todas las realidades que viven participando de la vida, de por sí mismas son muertas. En cambio, como “cielo” dio a entender el misterio natural de Dios, por el cual Él es incomprensible, no captable. Sin embargo, si alguien entendiese como cielo el logos de la teología, y por abismo el misterio de la divina Economía, a mi juicio, no diría algo impropio. Porque las dos son difíciles de captar y entender para aquellos que quieren escrutarlas con la lógica (el racionalismo o la mente, intelecto o cerebro); más bien, ambas realidades son totalmente inaccesibles cuando son escrutadas sin la energía increada operante de la fe.
37. Al que se ocupa de la práctica (de la catarsis), el Logos increado se engorda con el ejercicio de las virtudes y se convierte “cuerpo”, al hombre contemplativo se convierte sutil con los conceptos y significados espirituales y se hace aquello que era desde el principio, Dios Logos increado junto con el Padre (Jn 1, 1-2).
38. Hace cuerpo al logos aquel que con ejemplos y palabras más materialistas, según la capacidad de comprensión de los oyentes, enseña la parte ética del logos. Al contrario, convierte en espíritu al logos, quien con consideraciones y contemplaciones sublimes expresa la teología mística.
39. Aquel que teologiza catafáticamente (afirmación positiva), convierte al logos cuerpo, porque no conoce a Dios más que como causa de las cosas de las que vemos y palpamos. Pero aquel que teologiza apofáticamente (afirmación por deducción, resta o negativa, o sí a lo que no es) utilizando eliminaciones, convierte en espíritu el logos, porque era Dios en el principio. Y conoce bien y correctamente el Supradesconocido sin la utilización absoluta de alguna cosa como base de las que pueden ser conocidas.
40. Aquel que ha aprendido a abrir como hicieron los Patriarcas, mediante la praxis y la zeoría contemplación, los pozos (Gen 26, 15-19) de la virtud y de la gnosis que está en su interior, encontrará allí dentro a Cristo, la fuente de la vida, de la que la sabiduría nos mueve beber con las siguientes palabras: “Bebe agua de tus propias cisternas y brota de la fuente de los pozos” (Pr 5,15); y haciendo esto encontraremos sus tesoros que están dentro de nosotros.
41. Aquellos que viven como las bestias con los instintos animales o las percepciones sensibles solamente, ellos convierten en carne el logos, con gran peligro para ellos abusan de las creaciones de Dios para satisfacción de sus propios pazos perversos e indecentes, y no entienden la sabiduría que se manifiesta en todas las creaciones para que conozcan y glorifiquen a Dios por Sus obras, y perciban desde dónde y para qué hemos sido hechos y hacia dónde debemos dirigirnos a través las cosas visibles, sino que pasan esta vida en las tinieblas, palpando con las dos manos la ignorancia respecto de Dios.
42. Quienes se detienen sólo en la letra de la Escritura y comprometen el axioma (o decoro, dignidad) de la psique al culto corporal de la ley, convierten en sí mismos carne el logos, de modo reprochable creen que el Dios se complace con sacrificios de animales irracionales. Ellos cuidan mucho la limpieza exterior del cuerpo, descuidando la belleza de la psique, manchada por los pazos, puesto que es precisamente para la psique para la que ha sido dada toda la fuerza y energía de las cosas visibles y han sido dados todos los divinos logos y la ley.
43. El santo Evangelio dice que el Señor será la causa de caída y resurrección de muchos en Israel (Lc 2,34). Por tanto, tengamos cuidado no vaya ser que la causa de la caída de los que sólo con el sentido físico o percepción sensible observan la creación visible, y se atienen y siguen sólo la letra de la Escritura, porque no son capaces de pasar y llegar al nuevo espíritu de la jaris (gracia, energía increada) a causa de su insensatez e idiotez; y por otro lado, posiblemente sean la causa de resurrección de aquellos que contemplan, oyen y consideran espiritualmente las creaciones y los términos o dichos de Dios, y de tropos (modos, maneras, formas) adecuados se ocupan sólo para la divina imagen que está en sus psiques.
44. El logos que dice que el Señor será la causa de caída y resurrección de muchos en Israel, cuando es entendido sólo positivamente, se refiere para la caída de los pazos y de los viles y malignos loyismí que están en el interior de cada uno de los creyentes, y en la resurrección de las virtudes y de cada loyismós agradable a Dios.
45. Aquel que contempla y considera al Señor creador sólo de las cosas que nacen y se corrompen, Le confunde con el jardinero, tal como María Magdalena. Por eso, el Señor para beneficio de éste, evita que le toque, porque no ha podido aún subir junto con Él al Padre, y le dice: “no me toques” (Jn 20,15-17). Porque el Señor conoce que es perjudicado aquel que viene hacia Él con este tipo de idea demasiado baja.
46. Aquellos que por miedo a los judíos quedaron sentados en el cenáculo en Galilea y cerraron las puertas, es decir, aquellos que por temor a los espíritus del mal han ascendido con seguridad a la altura de las divinas contemplaciones, al país de las Apocalipsis (revelaciones) y cerraron como puertas los sentidos físicos, reciben el Logos increado de Dios y Dios, que sobreviene y se presenta en ellos de modo desconocido sin que intervenga la percepción sensible. En ellos, concediendo la paz, les regala la apazia (impasibilidad, sin pazos), y soplando sobre ellos les concede también (la energía increada) del Espíritu Santo (Jn 20, 19-22), y el poder contra los espíritus malignos (Mc 16,17) y también les muestra los símbolos de Sus misterios.
47. Para quienes escrutan según la carne el logos sobre a Dios, el Señor no sube hacia al Padre. Pero para aquellos que le buscan espiritualmente, con sublimes contemplaciones, Él sube hacia al Padre. No retengamos, pues, siempre aquí abajo a Aquel que vino por filantropía y amor a nosotros, sino subamos a lo alto junto con Él hacia al Padre, después de haber dejado la tierra y las cosas terrenales, para que no diga también a nosotros aquello que dijo a los irremediables judíos: “A donde yo voy vosotros no podéis venir” (Jn 8,21). Porque sin el Logos es imposible llegar al Padre del Logos increado.
48. La tierra de los caldeos es la vida con pazos (pazos indecentes, vida pasional), en la cual se fabrican y se adoran los ídolos de los pecados. La Mesopotamia es el comportamiento inestable que oscila entre extremos opuestos. La tierra prometida es el estado de ser rebosante de todo bien. Por tanto, el que descuida la práctica (por la catarsis) y el hábito por la virtud, es de nuevo arrastrado a la esclavitud de los pazos, privado de la libertad que le había sido entregada.
49. Debemos apuntar que ninguno de los Santos parece que ha ido voluntariamente a Babilonia. Porque no es correcto, ni sensato que prefieran los males a los bienes aquellos que aman a Dios. Pero algunos de estos han sido conducidos por la fuerza allí junto con el pueblo (4 Re 25). Con estos, entendemos a los que dejaron al logos más alto de la gnosis increada no voluntariamente, sino inducidos por las circunstancias, para la salvación de los que necesitan ser conducidos y que se dedican a la enseñanza que se refiere a la sanación, terapia de los pazos. Por este motivo también el gran Apóstol razonaba que sería más útil quedándose en el cuerpo o carne, es decir, en la enseñanza ética, a favor y beneficio de los alumnos, a pesar de que deseara dejar la enseñanza ética y estar con el Dios (Fil 1,23) mediante la zeoría contemplación ultra-cósmica, espiritual y sencilla.
50. Como a Saúl le ahogaba el espíritu malo, el bendito David le calmaba salmodiando con su guitarra (1 Re 16, 12), así cada logos espiritual que es endulzado con contemplaciones y consideraciones de la gnosis divina (increada), serena y regocija al nus (y el corazón) que está influenciado de los demonios y lo libera de la conciencia vil y maligna que le está atormentando y ahogando.
51. Rubio y con ojos bellos es, como estaba David (1 Re 17,42), aquel que junto con el esplendor de la vida según Dios, tiene también el brillo de la luz de la gnosis (increada), de los cuales (esplendor y brillo de la luz increada) toma la existencia la praxis y la zeoría contemplación. La praxis es resplandecida con los tropos (modos, maneras o formas) de la virtud, y la zeoría contemplación es iluminada con conceptos y significados divinos.
52. El reino de Saúl es la imagen del culto corporal de la Ley, el cual el Señor abolió porque nada ha cumplido y llevado a la perfección. En efecto, dice: “Porque la ley no ha llevado cosa alguna a la perfección” (Heb 7,9). Pero el reino del gran David es pretipización (prefiguración o símbolo) del culto evangélico, porque contiene perfectamente en el corazón todas las voluntades de Dios.
53. Saúl es la ley natural que en el principio fue dada por el Señor para que el hombre pudiera dominar y gobernar su naturaleza humana. Puesto que él con su desobediencia no cumplió el mandamiento, perdonando a Agag, rey de Amalec (1Re 15, 8-28), es decir, el cuerpo, y se deslizó en los pazos, es echado del reino, para quien acoja a Israel sea David como rey, es decir, la ley del espíritu que engendra la paz; y esta paz divina construye para el Dios el todo-luminoso templo de la zeoría contemplación (2Re 7,13).
54. Samuel significa obediencia a Dios. Por tanto, en cuanto en nuestro interior el logos oficia la obediencia, aunque si Samuel perdonara a Agag, es decir, la conducta terrenal, pero le mata el logos sacerdote y reprende al nus amante del pecado haciéndole pasar vergüenza, como transgresor de los divinos mandamientos-logos (1 Re 15,22-33).
55. Cuando el nus, a través de la soberbia u orgullo, desprecia el logos de la enseñanza, al cual le ha ungido como rey contra los pazos, y deje de dirigirle preguntas adecuadas sobre lo que tiene que hacer o no, entonces seguro que queda dominado de los pazos a causa de la ignorancia. Con los pazos se va separando gradualmente de Dios, siendo así, camina hacia las involuntarias aflicciones, sufrimientos y dolores; y entonces convierte en Dios su panza o estómago para agrado de los demonios, buscando allí consuelo de sus males que le oprimen. Pues, que te convenza de esto Saúl, que no toma a Samuel como consejero en todo y a consecuencia de esto se vuelve en idólatra y condescendía a preguntar la ventrílocua como si fuera dios (1 Re 28, 7-19).
56. Aquel que ora para recibir al pan sobresubstancial (Mt 6,11), por supuesto que no lo recibe entero, tal y como es el pan normal, sino según la propia capacidad de recibirlo; el Pan de vida, se da a Sí Mismo a todos los que lo piden «YoSoY el pan de la vida...» (Jn 6,35), como filántropo que es, pero no a todos del mismo modo; de modo superior a los que han realizado grandes obras de virtud, y menos a los que han hecho inferiores. A cada uno según la fuerza y la capacidad que pueda recibir su nus.
57. El Señor, unas veces está ausente, otras veces está en nuestro interior. En la zeoría contemplación y consideración, cara a cara, está en nuestro interior; en la zeoría y consideración, como en espejo, de manera que queden enigmas (1 Cor 13,12), está ausente.
58. Al práctico que está en la catarsis, el Señor está presente con las virtudes. A quien no le importa para nada la virtud, Él está ausente. Y también para quien se ocupa de la zeoría contemplación Él está presente mediante (la luz increada o energía) de la verdadera gnosis de los seres, pero está ausente en quien por algún motivo se ha desviado de esta gnosis divina.
59. Se aleja de la carne (2 Cor 5,8) aquel que ha pasado de la práctica al estado de la gnosis (increada). Éste es raptado, por los conceptos y significados más elevados, al aire diáfano de la zeoría contemplación mística, donde puede estar siempre junto con el Señor (1 Tes 4,17). En cambio se aleja del Señor (2 Cor 5,6) aquel que todavía no puede sin las energías de los sentidos y con nus limpio y lúcido contemplar los conceptos y significados, dentro de lo posible, y no puede recibir el logos (increado) del Señor sencillo y sin enigmas.
60. El Logos de Dios es llamado “carne o cuerpo” (Jn 1,14) no sólo porque se ha encarnado, sino también por otra causa. Cuando se entiende simplemente como Dios Logos increado que es desde el principio junto con el Padre (Jn 1, 1-2) que posee claros y despojados los prototipos (o estándares, formas o símbolos) de la verdad para todas las cosas y realidades, entonces no contiene parábolas y enigmas, ni historias que requieran interpretación alegórica. Sin embargo, cuando llega a los hombres que no pueden acercarse desnudos a las concebibles o inteligibles y espirituales, entonces Él se presenta, hablando de modo familiar y acostumbrado en ellos, es decir, con una variedad de relatos, historias, frases enigmáticas, parábolas y logos difíciles de comprender, se vuelve carne. Porque en el primer contacto, nuestro nus no puede acercarse al logos desnudo, sino al logos encarnado, es decir, en la variedad de las palabras que son logos por naturaleza, pero carne en su apariencia, de modo que muchos lo ven y lo creen como carne, aunque realmente es logos. El sentido y significado de la Escritura no es aquello que muchos creen, sino distinto de lo que parece. Porque el logos se hace carne con cada una de los términos escritos.
61. El inicio del aprendizaje de los hombres en la piedad se hace por la carne. Porque en nuestro primer intento para la divina piedad encontramos la letra y no el espíritu. Pero progresando escalonadamente en el espíritu y afinando el espesor de las palabras con las contemplaciones y consideraciones más sutiles, llegamos purgados y limpios claramente al puro Cristo, dentro de lo posible para el hombre. Entonces podemos decir como el Apóstol Pablo: “y aunque si a Cristo conocimos según la carne, ya no lo conocemos así” (2 Cor 2,5), es decir, a causa del inmediato contacto del nus con el Logos increado sin los velos que lo cubren, porque hemos progresado desde la gnosis del Logos como carne, hasta la gnosis (increada) de Su doxa (gloria, luz increada) que tiene como Unigénito del Padre (Jn 1,14).
62. Aquel que ha vivido la vida en Cristo, ha sobrepasado con justicia tanto la ley como también la naturaleza. Esto mostrándolo el divino Apóstol, dice: “En la nueva vida de la κοινωνία (kinonía, comunión, conexión y unión) con Cristo no sirve la circuncisión ni la in-circuncisión” (Gal 5,6). Con la circuncisión manifiesta la justicia según la ley, y con la in-circuncisión la igualdad natural.
63. Unos renacen con agua y espíritu (energía increada) (Jn 3,5), otros reciben el bautismo con el Espíritu Santo y fuego (Mt 3,11). Con estos cuatro, agua, espíritu, fuego y el Espíritu Santo, me refiero el uno y único Espíritu de Dios. Para unos el Espíritu Santo es agua porque los limpia de las infecciones exteriores del cuerpo. Para otros es espíritu (energía divina increada) porque opera con la energía increada las buenas obras de la virtud. Para otros es fuego, porque hace la catarsis, purga y sana las manchas que están en las profundidades de la psique. Para otros según dice el gran Daniel (Dan 5,11), Santo Espíritu porque concede sabiduría y gnosis increadas. De Sus operaciones y energías increadas que son distintas para cada uno, el mismo y uno Espíritu (o la energía increada) toma también las denominaciones.
64. dice que la Ley ha dado el sábado para que descanse tu animal buey y tu sirviente (Ex 29,10). Ambos aluden el cuerpo. Porque el cuerpo es el “animal” del nus práctico que está obligado a la fuerza a llevar las cargas del ejercicio práctico de las virtudes. En cambio para el nus contemplativo, el cuerpo es “siervo”, porque se ha convertido y hecho ya lógico con las contemplaciones y sirve lógicamente a las órdenes del nus que empiezan de la divina gnosis increada. Y para ambos el sábado es la finalización de los bienes que ellos operan, tanto en la praxis como en la contemplación, y ofrece así a cada uno el descanso adecuado.
65. Aquel que cultiva la virtud con la gnosis adecuada, tiene como sostén el cuerpo y lo conduce lógicamente a la realización de las cosas adecuadas. Como sirviente tiene el tropo (método, modo, manera, forma) de praxis para la virtud, es decir, éste modo gracias al cual se adquiere la virtud, que ha comprado, como con dinero, por medio de los loyismí de la virtud del discernimiento. Para él, el sábado es el estado sin pazos, impasible y pacífico de la psique y del cuerpo, es decir, el hábito inalterable de la virtud.
66. El logos de Dios, para los que se preocupan sobre los aspectos corporales de la virtud, se vuelve en paja y hierba que alimenta la parte pasional de la psique para servir las virtudes. Para los que se han elevado en la zeoría contemplación de la verdadera comprensión de las realidades divinas, es pan que alimenta la parte noerá (el nus) de la psique y le eleva a la perfección divina. Por esto vemos a los Patriarcas, en sus viajes, se proveen de panes y forraje para sus animales (Ex 42, 25-27). Y el Levita, del libro de los Jueces, que fue hospedado por el anciano Gabaón, le dijo: “Tenemos pan para nosotros y paja para nuestros asnos, y no falta nada para tus sirvientes” (Juec 19,19).
67. El logos increado de Dios se llama y es rocío (Deut. 32,2), “agua” “fuente” (Jn 4,14) y río (Jn 7,38), tal y como dice la Escritura, es decir, es y se vuelve tal según la capacidad, fuerza y energía de aquellos que le reciben y aceptan (es decir, la energía increada del logos). Para unos, es “rocío”, porque apaga el ardor y la energía de los pazos que vienen al cuerpo por el exterior. Es “agua” para los que arden en las profundidades de su psique por causa del veneno del mal, y no sólo destruye el mal como adversario, sino que transmite fuerza y energía (increada) vital que conduce a la felicidad y a la bienaventuranza. En aquellos que brota el hábito de la zeoría contemplación es fuente porque, el logos (increado) es donador de sabiduría (increada). El logos (increado) es como “río” para quienes como torrentes de río difunden la enseñanza piadosa, correcta, redentora, sanadora y salvadora; es río también porque riega o abreva abundantemente a los hombres, a las bestias, a las fieras y a las plantas. Así también los hombres serán divinizados o glorificados, ya que serán elevados con los conceptos y significados de dichos logos (increados); y aquellos que con los pazos se han vuelto como bestias, volverán otra vez a ser seres humanos con la adquisición exacta de la vida virtuosa, y retomarán la lógica natural; y aquellos que con los hábitos malignos, viles y con praxis malas se han convertido como fieras, una vez domesticados con una exhortación moderada y suave, volverán de nuevo a la mansedumbre natural; y aquellos que son insensibles a los bienes como las plantas, una vez que con la entrada del logos (increado) hayan suavizado sus profundidades, recibirán la fertilidad del logos que los alimenta, adquiriendo sentido, fuerza y energía para fructificar.
68. El logos (increado) de Dios es camino (Jn 14,6) para los que durante la práctica de la ascesis o catarsis corren correctamente y con vigor en el estadio de la virtud, sin volverse o caerse a la diestra con la vanagloria y a la siniestra por la inclinación a los pazos, mientras que dirigen sus pasos de acuerdo con la voluntad de Dios. Esto por no haberlo aplicado y cumplido hasta el fin, se dice que Asa el rey Juda que hasta la vejez se había vuelto enfermo de los pies (3Re 15,23), porque se había debilitado en la carrera de la vida según el Dios.
69. El Logos increado de Dios se llama “puerta” (Jn 10, 9) porque introduce a la divina gnosis (increada) aquellos que han pasado con éxito el camino de las virtudes, en la carrera intachable de la práctica de la catarsis o ascesis, y como luz indica los todoesplendorosos tesoros de la sabiduría (increada). Porque el mismo es camino, puerta, llave y realeza (increada). Es camino, en cuanto guía; llave, porque el mismo es abierto y abre a los dignos de las cosas divinas; puerta, porque introduce; realeza o reinado de realeza (increada) porque es heredado y participado de todos.
70. El Señor se llama luz (increada), vida, resurrección y verdad (Jn 8,12 · 25 · 14,6). Se llama “Luz” increada porque convierte y hace las psique brillantes, espléndidas e ilustres, y expulsa la tiniebla de la ignorancia e ilumina al nus para que conciba y comprenda los misterios o las realidades secretas e indica los misterios que sólo los pueden ver aquellos que han hecho la catarsis y están purgados y sanados. Se llama “Vida” porque proporciona el movimiento hacia las realidades y cosas divinas que corresponde a las psiques que aman al Señor. Se llama “Resurrección” porque hace resucitar el nus del apego a las cosas materiales, convirtiéndolo limpio de toda corrupción y mortalidad. Y “Verdad”, porque regala, a los que son dignos, el hábito inmutable y estable de realizar los bienes.
71. Dios y Logos (increado) de Dios y Padre se encuentra místicamente en cada uno de Sus mandamientos o logos. Y Dios Padre se encuentra por naturaleza todo e indiviso en todo el Logos. Aquel, pues, que acoge y acepta un divino mandamiento o logos y lo realiza en praxis, recibe el Logos increado de Dios que está dentro de este. Aquel que ha acogido y aceptado el Logos increado mediante los mandamientos o logos, a través de Él recibió también al Padre que existe por naturaleza dentro de Él, como también el Espíritu Santo que por naturaleza existe dentro de Él. Porque dice: «Amín, amín, de verdad en verdad os digo, aquel que recibe al que yo enviare, a mí me recibe. Y aquel que recibe y acepta a mí, recibe al que me ha enviado. Por lo tanto, aquel que os recibe y acepta como discípulos y apóstoles míos, es como si recibiese a mí y a mi Padre» (Jn 13,29). Pues, el que ha recibido y aceptado un mandamiento o logos y lo ha aplicado y cumplido, ha recibido y posee también místicamente la Santa Trinidad.
72. Glorifica y alaba a Dios en su persona, no solamente quien lo honra con palabra, sino aquel que sufre y soporta por Dios los esfuerzos y padecimientos gracias a la virtud. Y éste a su vez, es glorificado y divinizado de Dios con la doxa (gloria, luz increada) que se encuentra en Dios, recibiendo por participación, como premio de la virtud, la jaris de la apazia (sin pazos, impasibilidad). Porque, cada uno que en su persona glorifica a Dios, mediante los esfuerzos de la práctica ascética a favor de la virtud, es a su vez glorificado dentro de Dios mediante la impasible y apacible iluminación de las realidades divinas durante la zeoría contemplación. En efecto, el Señor, llegando hacia Su Pazos (Pasión), decía: «Ahora es glorificado el Hijo del hombre y el Dios es glorificado en él. Si Dios es glorificado en él, Dios también le glorificará en sí mismo, y enseguida le glorificará» (Jn 13, 31-32). Y por esto es evidente cómo los carismas divinos siguen los esfuerzos y sufrimientos por causa de la virtud.
73. Mientras nosotros veamos el Logos increado de Dios encarnado en la letra de la santa Escritura con distintos enigmas, todavía no habremos visto intelectivamente o espiritualmente al Padre incorpóreo, sencillo, eterno, unitario y uno, como Él es en el incorpóreo, sencillo, unitario, eterno y único Hijo, según lo dicho: «Jesús le dijo: «Felipe, ¿tanto tiempo hace que estoy con vosotros y todavía no me conoces? El que me ha visto a mí ha visto al Padre. ¿Cómo dices tú: Muéstranos al Padre? 9Jesús le dijo: Felipe ¿llevo tanto tiempo con vosotros y todavía no me conoces quién soy sobre mi divina naturaleza? Es decir, que yo soy el Hijo de Dios y Dios, como el Padre. El que me ha visto a mí y se ha introducido al misterio de mi encarnación, ha visto al Padre. ¿Cómo dices tú: Muéstranos al Padre? 10¿Tú no crees que yo estoy unido en el Padre y el Padre en mí? La sabiduría de los logos que yo os hablo y enseño no los digo de mí mismo, sino el Padre que permanece unido en mí, él energiza y realiza las obras» (14, 9-10).
Hace falta, pues, mucha gnosis (increada), para que después, una vez de haber penetrado bajo los términos que cubren al Logos increado, se pueda ver o contemplar con el nus desnudo y claro al puro Logos increado, tal y como es de por sí mismo, indicándonos claramente, dentro de lo posible a los hombres, al Padre que está en Su interior. Por tanto, es necesario que quien busca con piedad y devoción a Dios, no sea entretenido por algún término o sentencia de la Escritura, para que no sea engañado tomando, en vez a Dios, a lo que está alrededor de Dios; es decir, en vez del Logos increado, recibiendo y aceptando equivocadamente la letra de la Escritura, mientras que el Logos increado se ha escapado del nus (espíritu del corazón de la psique humana), creyendo que tiene incorporado al Logos incorpóreo e increado por medio de las vestiduras o la envoltura. Y sucede como la egipcia que no había tomado o detenido a José sino sus vestiduras o prendas (Gen 39,12), y como con los antiguos hombres, que deteniéndose sólo a la belleza de las cosas visibles, no se gdieron cuenta que adoraban y glorificaban la creación y no al Creador, (Rom 1,25).
74. El logos de la santa Escritura, una vez desvestido o despojado de las palabras complejas que están sobre él dándole forma corpórea, a causa de los conceptos y significados más elevados, se revela en el nus clarividente como voz con sonido de aura fina, el cual nus mediante el absoluto abandono de sus operaciones y energías naturales ha podido recibir y capturar sólo la percepción espiritual de la sencillez, que de alguna manera hace conocer o revelar el logos; tal como el gran Elías que fue hecho digno y merecedor de ver esta acción en la cueva de Jorib. Jorib significa “tierra recién arada o arado nuevo”, que se interpreta como la adquisición fija de las virtudes con el nuevo espíritu de la jaris (la energía increada). La “cueva” es el lugar secreto de la sabiduría del nus*, en el cual cuando habrá llegado, percibirá y sentirá místicamente la gnosis increada que trasciende o rebasa la percepción sensible; en esta gnosis que se dice que se encuentra el Dios. Por tanto, quien busca verdaderamente, como el gran Elías, no llegará solamente a Jorib, o sea, en el hábito y posesión de las virtudes como práctico u operante, sino también a la cueva que está en Jorib, es decir, como contemplativo, llegará al lugar secreto de la sabiduría increada, la que se encuentra solamente en el hábito y posesión de las virtudes. * (Nus es el espíritu o energía u ojo del corazón de la psique, dónde el intelecto o mente con atención describe con logos o términos creados la percepción espiritual o lo que es percibido allí en el fondo interior de la psique, en este caso, la divina sabiduría increada y así unido con la jaris adquiere la gnosis increada).
75. Cuando el nus se haya desprendido de sus muchas opiniones y nociones que tiene sobre los seres, entonces el logos (increado) de la verdad se le revela claramente, dándole enseñanzas de la verdadera gnosis increada y elimina las anteriores percepciones falsas y pasionales, como escamas de sus ojos, tal como le sucedió al gran Apóstol Pablo (Hec 9,18). Porque realmente son “escamas” las opiniones o nociones que son basadas solamente en la letra de la Escritura y en las zeorías contemplaciones y consideraciones falsas y pasionales percibidas de las cosas visibles, que se asientan en la parte intelectual o mental de la psique e impiden el paso al logos puro de la verdad.
76. El divino Apóstol Pablo dijo tener una gnosis parcial del Logos increado (1 Cor 13,9), en cambio el gran Evangelista Juan dice que ha visto Su doxa increada que la tiene natural del Padre: «…y nosotros hemos contemplado su δόξα doxa (gloria, luces de luz increada) como unigénito de la misma naturaleza del Padre, pleno de Χάρις (Jaris, Gracia energía increada) y de Verdad» (Jn 1,14). Quizás san Pablo dijo tener parcial la gnosis increada del Logos de Dios, porque solamente de Sus energías increadas y operaciones se conoce en cierta medida, en cambio la gnosis de la usía-esencia increada y Su hipostasis (base substancial) es igualmente inaccesible, tanto a los ángeles, como a los hombres. San Juan de nuevo, iniciado perfectamente –dentro de lo posible al hombre- al logos de la encarnación del Logos increado, dijo que ha visto la doxa (gloria, luz increada) del Logos, es decir, ha visto al logos y el propósito por el que el Dios se hizo hombre lleno de jaris (gracia, energía increada) y verdad. Porque el Unigénito se ha llenado de jaris como Dios que es según su usía-esencia y consubstancial con el Dios Padre, conforme a la economía se ha hecho hombre natural y consubstancial con nosotros, y se ha llenado de jaris para nosotros que tenemos necesidad de ella. Y de la plenitud de Su jaris recibimos siempre en cada progreso nuestro la jaris correspondiente. De modo que aquel que guardado al logos totalmente puro en su interior, recibirá la doxa-luz increada la que está llena de jaris (energía increada) y verdad de Dios Logos que se ha encarnado para nosotros y que como hombre se ha glorificado y santificado en Sí mismo para nosotros durante Su presencia terrenal. Porque dice: “Conocemos que cuando se manifieste seremos semejantes a Él” (1 Jn 3,2).
77. Mientras la psique va avanzando de dinamis de potencia y de energía en potencia y energía (2Cor 3,18) y de doxa (gloria, luz increada) en doxa (Sal 83,8), es decir, realizando un progreso mayor de virtud en virtud y elevación más alta de gnosis en gnosis, no ha cesado de vivir aquí provisionalmente, de acuerdo con el logos. “Mucho tiempo ha morado mi psique” (Sal 119,6); en efecto, es mucha la distancia y la multitud de las gnosis que ella debe pasar hasta llegar al lugar de la tienda admirable, hasta la casa de Dios, con voz exultante de alabanza y de cantos festivos (Sal 41, 5), agregando siempre voz a las voces espirituales con el progreso de las divinas zeorías contemplaciones, junto con el gran deleite y gozo del nus, -es decir, la alegría y el agradecimiento adecuado por las cosas y realidades que se han contemplado. Porque así son las fiestas celebradas para los que han recibido el espíritu de la jaris (energía increada) en sus corazones y claman: “!Abba Padre!” (Gal 4,6).
78. “El lugar de la tienda admirable” es el hábito por la virtud, libre de pazos indecentes y malignos, en la que el Logos de Dios viniendo adorna la psique, que es como la tienda, con varias bellezas de las virtudes. La casa de Dios es la gnosis (increada) compuesta de muchas y distintas contemplaciones y consideraciones, por el que el Dios viene a la psique y la colma con el cáliz de la divina sabiduría increada. La voz exultante es la emoción del estremecimiento de la psique por la riqueza de las virtudes. La confesión es el agradecimiento por la gloria del banquete de la sabiduría divina. Y el sonido es la continua alabanza, doxología que se produce por la composición de ambas, es decir, del deleite y de la confesión.
79. Aquel que ha triunfado luchando con coraje contra los pazos indecentes del cuerpo y ha combatido bastante los sucios espíritus y ha expulsado sus conceptos de la región de su psique, pues, que ore para que le sea concedido corazón puro y sea instalado en su interior un espíritu ortodoxo y de rectitud (Sal 50,12). Es decir, rece para que sea completamente vaciado de los malos loyismí y para ser llenado de conceptos divinos a través de la jaris (energía increada), de modo que sea metamorfoseado o transformado en cosmos-mundo espiritual de Dios, esplendoroso y grande, constituido de contemplaciones y consideraciones éticas, naturales y teológicas.
80. Aquel que ha hecho la catarsis del corazón, no solamente conocerá los logos altos de las cosas y de los seres que vienen después de Dios, sino que después de haberlo trascendido todo, ve de algún modo a Dios mismo, y esto es el límite extremo de todos los bienes. Entonces, cuando el Dios venga en este corazón, se digna a grabar en este corazón Sus letras mediante el Espíritu, como si fueran las placas de Moisés (Ex 31,18); en la medida en que él dedicado a la praxis y a la zeoría contemplación, conforme al mandamiento que, místicamente, ordena: “Creced” (Gen 35,11).
81. Se llama corazón puro, probablemente aquel que de ninguna manera tiene un movimiento natural hacia algo; y en este corazón viene el Dios, y por su gran sencillez, escribe en él Sus propias leyes, como en una tabla pulida.
82. Corazón puro es aquel que presenta a Dios la memoria totalmente liberada de cualquier imagen y forma, lista para ser sellada solamente de Sus signos, mediante los cuales sucede que el Dios se manifiesta.
83. El nus de Cristo, al que los santos adquieren, de acuerdo con aquel que dijo: “Nosotros tenemos nus de Cristo” (1 Cor 2,16), no se crea en nosotros con la privación de la potencia y energía del nus que está en nosotros, ni como un suplemento agregado a nuestro nus, ni tampoco viene como si Cristo lo hiciera pasar como esencia y hipostasis a nuestro nus, 1más bien, con Su divina cualidad (es decir, con la energía y luz increadas) relumbra la dinamis (potencia y energía) de nuestro nus y conduce en la energía del nus la misma suya energía increada. Yo digo que nus de Cristo tiene aquel que percibe y piensa como el Cristo y a través de todas las cosas y realidades percibe y entiende a Él.
(1Aquí tenemos el cómo se consigue la υπερλογική hiperlogikí o energía lógica suprema o divina increada del έλλογος elogos en-logitizado Λόγος Logos increado hecho hombre, Cristo, el Θεάνθρωπος zeánzropos Dios-Hombre. Esto es el Logonost de san Justino Pópovits. La acción la hace el Dios como en la zéosis no el hombre.)
84. Nosotros decimos que somos cuerpo de Cristo, según el logos: “Nosotros somos cuerpos de Cristo y cada uno por su parte es miembro de ese Su cuerpo” (1 Cor 12, 27). Y nos convertimos en aquel cuerpo no porque excluimos nuestros cuerpos, ni tampoco porque Cristo esté entre nosotros hipostáticamente (substancialmente) o subdividido en miembros, sino porque, a semejanza del cuerpo (carne) del Señor, nosotros sacudimos de encima nuestro la corrupción del pecado. Como el Cristo, entendido como hombre era por naturaleza también impecable en el cuerpo y en la psique, así también nosotros que hemos creído en Él, podemos estar sin pecado.
85. En la Escritura encontramos también siglos temporales que contienen la consumación de otros siglos, según el logos: “pero ahora, en la consumación de los siglos, se presentó una vez para siempre, para abolir el pecado por su sacrificio etc…” (Heb 9,26). También hay otros siglos no de naturaleza temporal, después del siglo presente que comenzó con la consumación de los siglos, según el logos: “para mostrar en los siglos venideros las abundantes riquezas de su energía increada jaris-gracia en su bondad para con nosotros en Cristo Jesús, etc.” (Ef 2,7). Pero también son siglos de los siglos (Sal 83,5), y siglo del siglo (Sal 9,6), tiempos eternos (2Tim 1,9) y generaciones que enlazan con los siglos (Gen 9,12). Y para que no nos detengamos a distinguir ahora, estando fuera de nuestro tema, diciendo qué quiere manifestar el logos con los siglos temporales, los años o tiempos eternos, las generaciones, y de nuevo quiénes son simplemente siglos y quiénes son siglos de los siglos y quién es el siglo del siglo, volvamos al objetivo por el cual hemos expuesto todo esto, dejando a los estudiosos que indaguen sobre estas cosas.
86. Nosotros conforme la Escritura conocemos el supra-siglo (eternidad) y lo que está más allá del siglo. Y que exista, lo dice, pero qué cosa es no lo ha especificado ni nombrado, como en el versículo: “El Señor reina según el siglo y al siglo y más allá” (Ex 15,18). Por lo tanto, el imperturbable reinado de la realeza increada de Dios es algo que trasciende y está más allá de los siglos; porque no es permitido y lícito decir que la realeza increada de Dios se haya iniciado o aparecido con o de los siglos o los tiempos. Nosotros creemos que esta es la herencia de los que se salvan, más el lugar y la residencia, tal como lo entrega el verdadero logos, porque es la finalidad de aquellos que por su anhelo se mueven hacia al deseado ésjaton (último, extremo) de sus anhelos. Llegados allí en esto, reciben el cese de cualquier movimiento, porque ya no existe el tiempo o el siglo que deben recorrer; ya han llegado a Dios que existe de antes de todos los siglos y a quien no puede alcanzar la naturaleza de los siglos.
87. Por todo el tiempo en que uno está en esta vida, aunque aquí hubiese llegado al final de la praxis y la zeoría contemplación, posee sólo parcialmente la gnosis, la profecía y la alianza del Espíritu Santo, pero no la misma plenitud entera. Pero vendrá una vez después de la finalización de los siglos en el desenlace perfecto que se muestra cara a cara (1Cor 13,12) a quienes son dignos de la verdad en sí mismo, de modo que ya no tendrá una parte de la plenitud, sino que recibe por participación toda la plenitud de la jaris (gracia, energía increada). Porque dice el divino Apóstol que alcanzarán, se entiende los salvados, a convertirse y hacerse hombres perfectos a la medida de la plenitud de Cristo (Ef 4,13), en el cual están escondidos todos los tesoros de las increadas sabiduría y gnosis (Col 2,3); y cuando esto se manifiesta, todo lo parcial será abolido.
88. Algunos buscan saber cómo será la situación o estado de quienes se habrán hecho dignos de la perfección del reinado de la realeza increada de Dios. ¿Cuál de los dos, implicará el estado de progreso y traspaso, o una condición estática y permanente? ¿Y cómo debemos pensar que serán las psiques y los cuerpos? Alguien podría responder con certeza con un ejemplo: para la vida del cuerpo es doble el motivo del alimento. Uno para el crecimiento del cuerpo y el otro para la conservación. Hasta que se complete nuestro desarrollo corporal, nos alimentamos para crecer, pero cuando el cuerpo ya deja de crecer se alimenta sólo para la conservación. Del mismo modo, también para la psique es doble la razón de la alimentación. Porque ella mientras progresa, se alimenta con las virtudes y las zeorías contemplaciones hasta que, una vez sobrepasados todos los seres y realidades intermedias, llega a la edad de la plenitud del Cristo. Y al llegar allí, cesa todo progreso y crecimiento mediante estos medios y es alimentado de modo inmediato de esto que trasciende la comprensión. Por esto, este tipo de alimento incorruptible sobrepasa el desarrollo y es para que sea mantenida la perfección deiforme que fue dada a la psique y a manifestar los esplendores infinitos e increados de ese alimento. Por este alimento la psique recibe la ευδεμονία efdemonía bien estar feliz que ha venido a ella, y se convierte y se hace dios con la participación de la divina jaris (energía increada), cesando toda energía del nus y del sentido o percepción sensible, junto con las energías físicas del cuerpo, puesto que el cuerpo también se ha divinizado junto con la psique durante la participación de la zéosis que le corresponde. De tal modo que se manifiesta y se ve sólo el Dios a través de la psique y también del cuerpo porque sus cualidades o atributos naturales han sido apartados mediante la excesiva doxa (gloria, luz increada).
89. Algunos estudiosos buscan saber de qué modo serán diferenciados los alojamientos eternos y los bienes que ha prometido el Dios. ¿Por una hipostasis (base substancial) local o por una configuración espiritual según la cualidad y la cantidad que aviene en cada casa espiritual? Unos creen la primera y otros la segunda. Pero aquel que ha conocido qué quiere decir «la realeza increada está en vuestro interior» (Lc 17,21), y qué quiere decir «En la casa de mi Padre hay sitio y muchas habitaciones…» (Jn 14,2) más bien aceptará la segunda opinión.
90. Algunos buscan saber qué diferencia hay entre reinado de la realeza increada de Dios y la realeza increada de los cielos. Si la diferencia entre ellas es sustancial, conceptual o espiritual. A ellos debemos decirlos que la diferencia no es sustancial ni conceptual sino espiritual. Porque la realeza increada de los cielos es la comprensión íntegra de la preexistente gnosis increada de los seres que se encuentra en Dios, en consonancia con sus propios logos o causas. Mientras que la realeza increada de Dios es la transmisión por la jaris (gracia, energía increada) de los bienes y las bondades que Dios tiene por naturaleza. La primera sucederá durante el final de los seres, en cambio la otra será espiritual (noerá) después del final de los seres.
91. El logos: “se ha acercado la realeza de los cielos” (Mt 3,2 · 4,17), creo que no significa tiempo limitado. Porque ella no comienza de manera que sea observada, ni dirán: “He aquí, o he allí;” (Lc 17,20-21), sino que se refiere a la relación de los dignos y merecedores de ella según sus estados o situaciones. Porque dice: “la realeza increada de Dios está en vuestro interior” (Lc 17,21).
92. La realeza increada de Dios se encuentra como energía increada en todos los que creen pero se energiza o se hace operativa en aquellos que voluntariamente han expulsado la vida natural de su psique-alma y del cuerpo y han adquirido sólo la vida del Espíritu y pueden decir: “ya no vivo yo, pues es Cristo el que vive en mi interior” (Gal 2,20).
93. Algunos dicen que la realeza increada de los cielos es la vida de los dignos y los merecedores de ella en los cielos. Otros dicen que es el estado espiritual de los que se salvan, similar al de los ángeles. Otros más dicen que es la forma misma de la belleza divina de los que se han revestido la imagen celestial (1 Cor 15,49). A mí me parece que estas tres opiniones coinciden con la verdad. Porque en todos se concede la futura jaris (energía increada) analógicamente, de acuerdo con la calidad y la cantidad de la justicia que están en ellos.
94. Mientras que uno, mediante la filosofía práctica (la catarsis), pase con fortaleza los combates divinos, puede retener cerca de sí al Logos, quien ha venido de parte del Padre al mundo por medio de los mandamientos o logos. Pero cuando una vez se ha liberado de la lucha contra los pazos, como se ha demostrado vencedor de los pazos y de los demonios, y con la zeoría contemplación haya sobrepasado la filosofía gnóstica, permite al Logos increado místicamente dejar de nuevo el mundo e ir hacia el Padre. Por eso el Señor dice a Sus discípulos: «y esto porque el Padre mismo os ama, ya que vosotros me habéis amado a mí, y habéis creído que yo nací de Dios y he sido enviado por Él al mundo. Salí del Padre, y he venido al mundo; de nuevo dejo el mundo y voy al Padre.
28. Salí del Padre, como hijo unigénito y vine al mundo, por mi encarnación; de nuevo, por mi muerte, dejo el mundo y por mi ascensión yo voy al Padre y como hombre recibo la doxa infinita (gloria, luz increada) que también como Dios la tengo perpetuamente» (Jn 16, 27-28).
Cosmos-mundo” probablemente llama al trabajo fatigoso de la práctica para las virtudes, y “padre” ese estado del nus que trasciende el mundo y es libre de toda actitud materialista, en el cual estado viene en nuestro interior el Logos increado de Dios y hace cesar la batalla contra los pazos y los demonios.
95. Aquel que mediante la ascesis práctica (catarsis) ha podido mortificar los miembros que desean las cosas terrenales (Col 3,5) y vencer mediante los mandamientos o logos (de Cristo) el mundo de los pazos que se encuentra en su interior, de ahora en adelante no tendrá ningún sufrimiento y aflicción, porque ha dejado el mundo y se ha unido con el Cristo que ha vencido el mundo de los pazos y es donador de toda paz. Aquel que no ha dejado el apego enfermizo a las cosas materiales, tendrá continuamente tristeza y sufrimiento, porque su disposición, ánimo y sentimiento cambiará junto con las cosas materiales que por su naturaleza cambian. Por eso dice el Señor. “Os he dicho estas cosas, para que tengáis paz en mí; en el mundo tendréis tribulaciones; pero confiad y tened ánimo, yo he vencido al mundo.
33. Os he dicho estas cosas para que tengáis paz en mí, mediante la comunión y unión conmigo. Puesto que estáis en el mundo tendréis tristezas, fatigas y tribulaciones; pero tened ánimo y confiad en mí, yo he vencido al mundo y con esta victoria he asegurado también vuestra victoria y la doxa (gloria, luz increada) para vosotros». (Jn,16,33)
Es decir, en mí, el Logos increado de la virtud, tenéis la paz, libres de cualquier torbellino y perturbación de los pazos y de las cosas materiales. Pero en el mundo, o sea, en el apego enfermizo a las cosas materiales, tendréis tribulación por sus cambios constantes. En efecto, ambos tienen tribulación, aquel que trabaja la virtud a causa de la fatiga que la acompaña, y aquel que ama al mundo tendrá tribulación a causa de la desilusión por fracasar a lograr cosas materiales. Pero uno tiene tribulación sana y salvífica, en cambio el otro, funesta y ruinosa. Y de ambos el alivio y reposo es el Señor. Al primero, le hace reposar de las fatigas por las virtudes con la apazia (impasibilidad, sin pazos malos) durante la zeoría contemplación; y del segundo sustrae el apego a las cosas materiales por medio de la metania.
96. La formulación de acusación contra el Salvador en la inscripción de la Cruz, ha mostrado claramente como el Crucificado es el Señor y rey de la práctica y de la filosofía natural y teológica. Porque se dice que esta frase estaba escrita en la lengua hebrea, la romana-latina y la helénica-griega (Jn 19,20). Yo con la romana-latina entiendo la filosofía práctica de la virtud, ya que el reino romano, según Daniel, era definido como el más fuerte de todos los reinos del mundo (Dan 2,40); con la inscripción helena-griega considero la zeoría contemplación natural, ya que el pueblo heleno se dedicó a la filosofía natural más que ningún otro pueblo; y con la inscripción hebrea, yo entiendo la mystagogía (iniciación e instrucción divina) teológica, porque es evidente cómo este pueblo, por medio de los Patriarcas, estaba desde los orígenes dedicado a Dios.
97. No debemos ser solamente matadores de los pazos somáticos (corporales), sino también destructores de los loyismí malignos y enfermizos de la psique, de acuerdo con el santo que dice: “Cada mañana aniquilaba todos los pecadores de la tierra, para extirpar de la ciudad del Señor a todos aquellos que hacían obras malas” (Sal 100,8)., es decir, los pazos del cuerpo y los impíos y sucios loyismí de la psique.
98. Aquel que ha mantenido intacto el camino de las virtudes, con gnosis piadosa y correcta, sin desviarse hacia la diestra o hacia la siniestra, éste mediante la apazia (sin pazos, impasibilidad) conocerá la presencia de Dios en él. Porque dice el Salmista: “Salmodiaré y comprenderé el camino de la perfección, cuando vengas a mí” (Sal 100,2). Con este salmo se manifiesta la praxis virtuosa; en cambio, con la “compresión” se refiere a la ciencia de la gnosis espiritual que es producida por la virtud y que con ella uno siente conscientemente la divina presencia (es decir, la energía increada). Y aquel que espera al Señor en la vigilia de las virtudes, es bueno y fiel.
99. Quien es principiante en la práctica de la piedad no debe ser conducido hacia la praxis de los mandamientos sólo con la bondad, sino que también con el recuerdo de los juicios justos de Dios, y debe luchar con violencia, severidad y densidad, de modo que no sólo ame las cosas divinas con anhelo sino también que se abstenga del mal por el temor. Porque dice: “Voy a cantar Tu misericordia, amor y justicia, Señor” (100,1). Así también por el anhelo cantará con agrado a Dios y dará vigor a su canto, templado por el temor.
100. Aquel que mediante la virtud y la gnosis ha armonizado el cuerpo con la psique, se ha convertido guitarra, flauta y templo de Dios. Guitarra porque ha cumplido y guardado en buena armonía las virtudes. Flauta, porque con las divinas zeorías contemplaciones recibe la inspiración del Espíritu Santo. Y templo, porque a causa de haber hecho la catarsis del nus se ha hecho residencia del Logos increado. Amín.
Filocalía de los Santos Nípticos, tomo 2 (pag 123-146)
Traducido por Χρῆστος Χρυσούλας Jristos Jrisoulas
www.logosortodoxo.com (en español)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ