Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Ποιοί εἶναι οἱ ἀληθινοί θεολόγοι στήν Ἐκκλησία. ΠατερικήΘεολογία, 9ο μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Συνεχίζουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τίς ὁμιλίες πού κάνουμε πάνω στήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη, οἱ ὁποῖες ἔχουμε πεῖ ὅτι εἶναι Πανεπιστημιακές παραδόσεις καί ἐπειδή εἶναι προφορικός λόγος εἶναι πιό ἁπλός καί εὔκολος, ἐνῶ τά συγγράμματά του εἶναι πιό πυκνά καί πιό δυσκολονόητα.
Τό κεφάλαιο μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα ἔχει μιά συνέχεια μ’ αὐτά πού λέγαμε τήν προηγούμενη φορά καί ἀφορᾶ τήν ἀντίληψη πού εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι γιά τόν Θεό καί τήν ἀντίληψη πού ἔχει ἡ Ὀρθοδοξία. Μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἀρχαῖοι γιατί, ὅπως γνωρίζετε, λατρεύεται ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα, μέ τήν ἔννοια ὅτι θαυμάζεται πολύ. Ἀκόμα καί στήν παιδεία μᾶς ἔχουν περάσει τό μήνυμα, ὅτι ὁ ἀρχαῖος πολιτισμός ἦταν ἕνας κορυφαῖος πολιτισμός καί πρέπει νά εἶναι πρότυπο γιά μᾶς, γι’ αὐτό μᾶς διδάσκουν ἀπό τό δημοτικό τήν μυθολογία καί στό Γυμνάσιο καί τό Λύκειο τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, τούς φιλοσόφους κτλ. Ὅλο αὐτό ἔχει ἔλθει ἀπό τούς Φράγκους, εἶναι ἐπίδραση τῆς αἱρετικῆς Δύσης, ἡ ὁποία μέ τόν διαφωτισμό καί τήν ἀναγέννηση συνέβαλαν στήν ἐπικράτηση τῆς ἄποψης ὅτι πρέπει νά γυρίσουμε στήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί ἐνῶ εἴχαμε φθάσει σ’ ἕνα πολύ ὑψηλό πολιτισμικό ἐπίπεδο μέ τόν συγκερασμό Χριστιανισμοῦ καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς παιδείας πού ὀνομάζεται -ἄν θέλετε- Ρωμαίϊκος πολιτισμός, Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, ἐξ οὗ καί τό Πατριαρχεῖο μας λέγεται RUM ORTHODOX ἀκόμη μέχρι σήμερα καί ὁ Βυζαντινός Αυτοκρατορίας λεγόταν Βασιλεύς τῶν Ρωμαίων-, γυρίσαμε πίσω.

Κοιτᾶξτε πόσο ξένα ἀπό τήν πραγματικότητα εἶναι αὐτά πού πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι. Ἐνῶ ξέρουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ὅτι ὁ Θεός ἔχει –εἶναι τολμηρή ἡ λέξη, ἀλλά τό λένε οἱ Πατέρες– γιά τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνο ἀγάπη, ἀλλά ἔχει καί ἔρωτα, πολύ σφοδρή ἀγάπη δηλαδή, οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεός εἶναι αὐτάρκης, εἶναι τέλειος καί εἶναι τό κινοῦν ἀκίνητον. Δέν κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο, διότι εἶναι τέλειος καί δέν τοῦ λείπει τίποτα. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος κινεῖται πρός τόν Θεό, ἐπειδή ἔχει τήν ἀνάγκη Του.
Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης λέγει ὅτι ὁ Θεός εἶναι καί κινούμενον. Δέν εἶναι ἀκίνητος ὁ Θεός, ἀλλά παρεμβαίνει στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, ὅπως ξέρουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη πού παρενέβη ὁ Ἴδιος καί ἔδωσε τόν Νόμο καί ἔπειτα μέ τούς Προφῆτες, τούς Ἀγγέλους κ.λ.π. καί στήν Καινή Διαθήκη κατ’ ἐξοχήν μέ τόν ἴδιο τόν Ἑαυτό του, μέ τόν Υἱό καί Λόγο, πού πῆρε τήν ἀνθρώπινη φύση.
Ὅμως ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο, γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἀκολουθώντας τόν ἅγιο Διονύσιο (τόν Ἀρεοπαγίτη) λέγει: «Τό θεῖον», τόν Θεό, «οἱ θεολόγοι, ποτέ μέν ἔρωτα, ποτέ δέ ἀγάπην», ἄλλοτε τόν ὀνομάζουν ἔρωτα, ἄλλοτε δέ ἀγάπη, «ποτέ δέ», ἄλλοτε δέ, «ἐραστόν καί ἀγαπητόν καλοῦσιν». Γιατί ἐκτός πού κινεῖται ὁ Θεός πρός ἐμᾶς, κινούμαστε κι ἐμεῖς -πρέπει νά κινηθοῦμε- ἀγαπητικά πρός Αὐτόν. Ἄρα εἶναι ἐραστόν καί ἀγαπητόν, «Ὅθεν, ὡς μέν ἔρως ὑπάρχων καί ἀγάπη, κινεῖται· ὡς δέ ἐραστόν καί ἀγαπητόν, κινεῖ πρός ἑαυτόν πάντα τά ἔρωτος καί ἀγάπης δεκτικά». Ἀφοῦ ἔχει ἔρωτα γιά τόν ἄνθρωπο καί εἶναι ἀγάπη κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο καί ὡς ἀντικείμενο ἄν θέλετε, ὐποκείμενο τῆς ἀγάπης, καί ὅλα αὐτά πού ἔχουν αὐτή τήν ἰδιότητα νά ἀγαποῦν, κινοῦνται πρός Αὐτόν, ἐφ’ ὅσον φυσικά τό θέλουν. Ἔτσι βλέπουμε ἀκόμη μία διαφορά μέ τούς ἀρχαίους, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καί σήμερα ἐν πολλοίς ὡς ἀντίληψη, ὅτι ὁ Θεός εἶναι κάπου μακριά καί δέν παρεμβαίνει στόν ἄνθρωπο. Ἀλλά κι αὐτό οὐσιαστικά εἶναι μεγάλο λάθος.
Λέγαμε ἐπίσης γιά τήν ὁρολογία, τούς ὅρους καί τίς λέξεις πού χρησιμοποιοῦμε γιά τόν Θεό. Ἀλλά καί γιά τίς λέξεις πού χρησιμοποίησαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τίς ὁποῖες τίς πῆραν μέν ἀπό τήν ἀρχαία φιλοσοφία, ἀλλά τούς ἔδωσαν ἄλλο νόημα. Πρέπει νά ποῦμε καί κάτι ἄλλο, ὅτι δέν ὑπάρχουν ‘ἱερές γλῶσσες’. Ὑπῆρχε αὐτή ἡ ἀντίληψη ὅτι κάποιες γλῶσσες -τρεῖς γιά τήν ἀκρίβεια, ἡ Ἑλληνική, ἡ Λατινική καί ἡ Ἑβραϊκή εἶναι ἱερές γλῶσσες- καί μόνο μ’ αὐτές τίς γλῶσσες μιλάει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο καί θά πρέπει μόνο αὐτές νά χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι γιά τόν Θεό, γιά νά θεολογοῦν.
Γιά τούς Ὀρθοδόξους, ὅμως λέει ὁ π. Ἰωάννης, δέν ὑπάρχει διάκριση μεταξύ κοσμικοῦ καί θρησκευτικοῦ στόν χῶρο τῆς ὁρολογίας. Δέν ὑπάρχουν θρησκευτικές λέξεις καί κοσμικές λέξεις. Ἀλλά μόνο κοσμικές λέξεις οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνται στά νοήματα περί Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνο νά εἶναι εὐπρεπεῖς, νά μήν εἶναι χυδαῖες.
Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ Θεός στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ Γιαχβέ περιγράφεται ὡς βράχος. Ὁ Γιαχβέ εἶναι ὁ Λόγος, ὁ Υἱός καί Λόγος, ὄχι ὁ Πατέρας ὅπως λένε κάποιοι αἱρετικοί. Εἶναι ὁ ἄσαρκος Λόγος, ὁ Ὁποῖος στήν Καινή Διαθήκη φανερώθηκε καί εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὡς ἔνσαρκος Λόγος. Στήν Παλαιά Διαθήκη λοιπόν ὁ Γιαχβέ περιγράφεται ὡς βράχος. Εἶναι ὅμως ὁ Θεός βράχος; Σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς Πλατωνικῆς φιλοσοφίας θά ἔπρεπε κανείς νά χρησιμοποιήσει μόνο νοηματικά ρητά, ὅρους δηλαδή μέ πνευματικό καί ὄχι ὑλικό περιεχόμενο γιά τόν Θεό, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Ὅμως, ὅπως βλέπετε, καί ἡ θεολογία καί ἡ Ἁγία Γραφή χρησιμοποιεῖ καί ὅρους μέ ὄχι πνευματικό περιεχόμενο γιατί θέλει νά ἐκφράσει κάτι, μιά ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ, λ.χ. τήν σταθερότητα. Ἔρχεται λοιπόν σέ ἀντίφαση μέ τόν Πλάτωνα καί σ’ αὐτό τό σημεῖο ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ Ὀρθοδοξία, διότι ὅπως λέγαμε ὑπάρχει αὐτή ἡ κατηγορία, ἡ συκοφαντία ἀπό τούς αἱρετικούς ὅτι οἱ Πατέρες ἀκολουθοῦν τόν Πλάτωνα ἤ ὅτι ἦταν νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι. Κάθε ἄλλο.
μως βλέπουμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή χρησιμοποιεῖ λέξεις, ὅπως βουνό, βράχος, πέτρα, ὕδωρ, ποτάμι, οὐρανός, ἥλιος κλπ. Βεβαίως ἔχουμε καί τούς ὅρους νοῦς, λόγος, διάνοια, ὑπόσταση, οὐσία, τριάς, μονάς..., τά ὁποῖα κι αὐτά τά χρησιμοποιοῦμε γιά τόν Θεό. Δηλαδή, ἐάν πάρουμε τήν Παλαιά Διαθήκη, βλέπουμε ὅτι ἀποδίδονται ἐκεῖ πολλά ὀνόματα στόν Θεό, πού δέν εἶναι παρμένα ἀπό τήν μορφή, τήν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τήν ἄλογη Δημιουργία. Ἡ δέ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ περιγράφεται ὡς νεφέλη, ὡς φωτιά, ὡς φῶς κ.λ.π.
Εἶναι ὁ Θεός ὡς φῶς στήν οὐσία Του; Ὄχι! Ἀλλά μία ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φωτιστική ἐνέργεια. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός ὀνομάζεται Φῶς. Δέν εἶναι Φῶς ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Λέμε ὁ Θεός εἶναι Ἀγάπη! Δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ Ἀγάπη. Τί εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ; Δέν γνωρίζουμε. Δέν μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ. Γνωρίζουμε καί μετέχουμε στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὅταν λέμε θέωση ἐννοοῦμε τήν μετοχή τοῦ ἀνθρώπου στίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στήν οὐσία Του. Ποτέ ὁ ἄνθρωπος δέν γίνεται κατά οὐσίαν θεός, ἀλλά κατά χάριν θεός.
Στήν Ἑβραϊκή παράδοση πρίν τούς Προφῆτες, ἀλλά καί στούς Προφῆτες ἦταν γνωστό ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει εἰκόνα μέσα στήν ὑλική δημιουργία, ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φτιάξει εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁποιαδήποτε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη ἀπαγορεύεται. Γι’ αὐτό καί δέν εἶχαν εἰκόνες οἱ Ἑβραῖοι στήν Παλαιά Διαθήκη. Εἰκονίζουμε κάτι πού πέφτει στήν ἀντίληψή μας, κάτι ὑλικό. Τόν Χριστό μας στήν Καινή Διαθήκη Τόν εἰκονίζουμε γιατί πῆρε τό κτιστό ἀνθρώπινο σῶμα, τό ὁποῖο εἶναι περιγραπτό. Ἔχει περίγραμμα. Ὁπότε μποροῦμε νά Τόν εἰκονίσουμε, νά Τόν ζωγραφίσουμε. Ἀπαγορεύεται ὅμως νά ζωγραφίσουμε ὁποιαδήποτε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη. Τότε ἤθελε νά τούς πεῖ ὁ Θεός ὅτι «Τίποτα ἀπό αὐτά πού βλέπετε καί ξέρετε δέν μοιάζουν μέ Μένα, γι’ αὐτό δέν μπορεῖτε νά Μέ εἰκονίσετε».
Ἡ μόνη ἀπαράλλακτος εἰκών τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πού ἐνηνθρώπισε, δηλαδή ὁ Χριστός. Ἄλλες εἰκόνες ἐκτός ἀπό Αὐτόν, (τόν Χριστόν), δέν ἔχει ὁ Θεός. Ὁ κοινός ἄνθρωπος δέν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός. Λέμε εἴμαστε πλασμένοι κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ. Κατ΄ ἀκρίβεια εἴμαστε πλασμένοι κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ὁ Θεός Πατήρ εἶναι πνεῦμα. Ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνηθρώπισε καί ἐμεῖς εἴμαστε εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀδάμ πλάστηκε κατ’ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί ἄς μήν εἶχε γίνει ἀκόμη ἡ ἐνανθρώπιση. Τό πρότυπο τοῦ Ἀδάμ εἶναι ὁ Χριστός. Γι’ αὐτό ὅταν ἁμάρτησε καί ἔπεσε ὁ Ἀδάμ, ἔρχεται ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Χριστός, καί τόν σώζει.
Μόνο ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός. Τίποτα ἐκτός ἀπό τόν Χριστόν (κατά τήν ἀνθρωπίνη του φύση) δέν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν κτιστό κόσμο. Ὁπότε γι’ αὐτόν τόν λόγο, ἐπειδή δηλαδή ὁ Θεός δέν ἔχει κανένα ὁμοίωμα μέσα στόν κτιστό κόσμο καί ἐπειδή δέν ὑπάρχουν μέσα στόν κτιστό κόσμο νοήματα -ἔννοιες- πού νά μποροῦν νά ἀποδώσουν τόν Θεόν καί νά ταυτισθοῦν μέ τόν Θεόν, εἴμαστε ἐλεύθεροι νά πάρουμε ὁποιαδήποτε ὀνόματα καί νοήματα καί νά τά ἀποδώσουμε στόν Θεόν, ἀλλά κατά τρόπο ἀποφατικό. Δηλαδή ἀποδίδουμε ἕνα ὄνομα στόν Θεόν ἀπό τό ἕνα μέρος καί ἀπό τό ἄλλο μέρος τό ἀφαιροῦμε ἀπό Αὐτόν. Λέμε π.χ. ὄτι ὁ Θεός εἶναι Φῶς. Κάνουμε ὅμως ταυτόχρονα καί τήν ἀφαίρεση λέγοντας ὅτι ὁ Θεός εἶναι καί σκότος, γνόφος.
Τό πολύ φῶς εἶναι καί σκοτάδι. Δέν μπορεῖς νά ἀντέξεις στό πολύ φῶς. Ἄν προσέξετε τήν εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, θά δεῖτε ὅτι ὑπάρχει αὐτή ἡ διαβάθμιση. Ὑπάρχει τό φῶς γύρω ἀπό τόν Θεό, ἀλλά ὑπάρχει καί τό σκότος. Τό πολύ φῶς εἶναι σκότος. Καί ὁ Μωυσῆς πού ἔμεινε στό ὄρος Χωρήβ 40 ἡμέρες ἦταν μέσα στόν γνόφο. Τί εἶναι ὁ γνόφος; Τό σκότος, τό πάρα πολύ φῶς. Ὁ Θεός εἶναι φῶς, ἀλλά δέν εἶναι καί φῶς. Καί γιατί τό λέμε ἔτσι; Γιατί δέν γνωρίζουμε τί ἀκριβῶς εἶναι, δέν ὑπάρχουν λέξεις νά Τόν περιγράψουμε. Ὁπότε λέμε κάτι καί τό παίρνουμε πίσω. Αὐτή εἶναι ἡ ἀποφατική θεολογία.
Καί αὐτό τό λέμε ὄχι ἐπειδή ὁ Θεός δέν εἶναι Φῶς, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός ὑπερβαίνει τό φῶς. Ὁ Θεός δέν εἶναι στέρησις, ἀλλά ὑπέρβασις. Ἐδῶ ἔχουμε μία οὐσιαστική διαφορά μεταξύ τῆς Ἀποφατικῆς Θεολογίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ἀποφατικῆς Θεολογίας τῶν Σχολαστικῶν θεολόγων τοῦ Μεσαίωνα στήν Δύση, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀκόμα στά ἐγχειρίδιά τους.
Ἕνας αἱρετικός σχολαστικός θεολόγος ἦταν ὁ Θωμάς Ἀκινάτης. Σχολαστική εἶναι ἡ θεολογία τῆς Δύσης, ἡ ὁποία βασίστηκε στήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί κατ’ ἐξοχήν στόν Ἀριστοτέλη. Οἱ σχολαστικοί προσπάθησαν μέ τή λογική νά προσεγγίσουν τόν Θεό. Ὁ Θεός ὅμως δέν προσεγγίζεται μέ τή λογική, προσεγγίζεται, βιώνεται καί μετέχεται μέ τήν καθαρή καρδιά.
Ἄν πάρουμε τά ἐγχειρίδια τῆς Δογματικῆς τῶν Παπικῶν θεολόγων, βλέπουμε τό ἑξῆς παράδοξο: Λένε ὅτι ὑπάρχει μία ὁδός, διά τῆς ὀποίας ἀποδίδουμε ὀνόματα εἰς τόν Θεόν, ἀλλά ἐπίσης καί μία ἄλλη ὁδός, ἡ στερητική, κατά τήν ὁποία ἀφαιροῦμε αὐτά τά ὀνόματα ἀπό τόν Θεόν, ὄχι γιά νά μή τά ἀποδώσουμε εἰς Αὐτόν, ἀλλά γιά νά καθαρίσουμε τά ὀνόματα αὐτά ἀπό ὅλα τά ἐλαττώματά τους.
Κάτι τέτοιο ὅμως δέν γίνεται στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας στούς ὁποίους Πατέρες ἡ μέθοδος ἀποδόσεως ὀνομάτων εἰς τόν Θεόν εἶναι ἁπλή. Δέν χρειάζονται κάθαρση τά ὀνόματα καί οἱ λέξεις. Δηλαδή δίνουν ὀνόματα καί ἀφαιροῦν ὀνόματα. Χρησιμοποιοῦν δηλαδή ἀντιθέσεις. Αὐτός δέ ὁ κανόνας ἀνατρέπει ὁλόκληρη τήν Ἀριστοτελική φιλοσοφία. Διότι καταργοῦν οἱ Πατέρες τόν νόμο τῶν ἀντιθέσεων τοῦ Ἀριστοτέλους.
Ὑπάρχει ἕνας νόμος τῆς λογικῆς τοῦ Ἀριστοτέλους πού λέει ὅτι κάτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ταυτόχρονα καί τό ἀντίθετό του. Δηλαδή κάτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ταυτόχρονα π.χ. μαῦρο καί ἄσπρο. Ἤ μαῦρο θά εἶναι ἤ ἄσπρο, ὄχι καί τά δύο. Στόν Θεό δέν ἰσχύει αὐτό. Ὑπερβαίνεται ἡ λογική στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι καί φῶς εἶναι καί σκότος. Ἔτσι λοιπόν οἱ Πατέρες ὅταν μιλᾶνε γιά τόν Θεόν ἀποδίδουν εἰς τόν Θεόν ἀντιθέσεις γιατί ἀκριβῶς θέλουν νά μᾶς δείξουν ὅτι δέν ὑπάρχουν λέξεις γιά τόν Θεό. Οἱ λέξεις εἶναι κτιστές καί ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος. Τό κτιστό δέν μπορεῖ νά περιγράψει τό ἄκτιστο.
Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες δέν δέχονται τούς κανόνες τῆς λογικῆς, ὅταν ἀσχολοῦνται μέ θεολογικά θέματα, δηλαδή μέ τά τοῦ Θεοῦ. Γιατί; Διότι οἱ κανόνες τῆς λογικῆς ἰσχύουν, ὅσο ἰσχύουν, μόνο γιά τά κτίσματα τοῦ Θεοῦ -ὄχι γιά τόν Θεό. Ἰσχύουν γιά τά ὑλικά πράγματα. Ἕνα καί ἕνα κάνουν δύο, λέει ἡ λογική. Γιά τόν Θεό ἕνα καί ἕνα κάνουν ἕνα. Ὁ Θεός μας, ὁ Χριστός εἶναι καί τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Δύο φύσεις σέ ἕνα Πρόσωπο. Ἕνας Θεός, δέν εἶναι δύο θεοί. Στήν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε ἕνα καί ἕνα καί ἕνα, μᾶς κάνουν πάλι ἕνα καί ὄχι τρία. Τρία Πρόσωπα, ἕνας Θεός. Ὄχι τρεῖς Θεοί.
Κανένα φιλοσοφικό σύστημα δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ στόν Θεόν, καθώς καί κανένα σύστημα λογικῆς. Καί, ὅσοι νομίζουν πώς μέ τά καθαρά Μαθηματικά μποροῦν νά βαδίσουν πρός τόν Θεόν, γιά τούς Πατέρες εἶναι ἀφελέστατοι. Διότι ἁπλούστατα μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότης. Αὐτό εἶναι τό βασικό δόγμα τῆς Πατερικῆς Παράδοσης: Καμία ὁμοιότης, καμία σχέση δέν ὑπάρχει μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῆς κτίσεως. Εἶναι τελείως ἄλλο πράγμα ὁ Θεός.
Αὐτά, πού ἰσχύουν γιά τά κτιστά, δέν ἰσχύουν γιά τήν ἄκτιστη πραγματικότητα, πού εἶναι ὁ Θεός. Διότι δέν ὑπάρχουν κανόνες τῶν κτισμάτων, πού νά ἐφαρμόζονται εἰς τά ἄκτιστα, στόν Θεό.
λα, ὅσα λένε οἱ Πατέρες γιά τόν Θεό, δέν προέρχονται ἀπό φιλοσοφικό στοχασμό. Δέν κάνουν φιλοσοφία οἱ Πατέρες, οὔτε λογική. Ἀλλά τί κάνουν; Καθαρίζουν τήν καρδιά τους καί βλέπουν τόν Θεό, ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί μετά ἀποτυπώνουν αὐτή τήν ἐμπειρία, εἴτε μέ τόν λόγο, εἴτε μέ τά κείμενά τους.
Ὁ στοχασμός ἀπαγορεύεται στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν πρόκειται νά θεολογήσουν. Γι’ αὐτό ὁ μόνος συνετός τρόπος τοῦ νά μελετᾶ κανείς τήν Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ὁ στοχασμός. Αὐτό τό λάθος παρατηρεῖται πολλές φορές στή σύγχρονη πραγματικότητα ὅταν κάνουμε κύκλους τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού δυστυχῶς σέ γενικές γραμμές εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό Προτεσταντικά πρότυπα. Λένε γιά παράδειγμα οἱ κυκλάρχισσες: «Τί λέτε γιά αὐτό τό χωρίο;». Καί λέει ὁ καθένας ὅ,τι νομίζει. Ἔτσι θά κάνουμε θεολογία; Δέν γίνεται ἔτσι θεολογία, νά σκεφθοῦμε δηλαδή, νά στοχαστοῦμε πάνω σ’ αὐτό πού λέει ἡ Ἁγία Γραφή καί νά πεῖ ὁ καθένας ὅ,τι νομίζει. Δέν εἶναι ἔτσι! Γιά νά πεῖς, πρέπει νά ἔχεις ἐμπειρία. Γιά νά καταλάβεις τί λέει ὁ Θεός μέσα στήν Ἁγία Γραφή, στό Εὐαγγέλιο, πρέπει νά ἔχεις τό Πνεῦμα μέ τό ὁποῖο γράφτηκε τό Εὐαγγέλιο. Δηλαδή νά ἔχεις ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τότε μπορεῖς νά ἑρμηνεύσεις τόν Θεό, νά ἑρμηνεύσεις τά λόγια τοῦ Θεοῦ. Δέν καθόντουσαν δηλαδή οἱ Πατέρες στά γραφεῖα τους γιά νά κάνουν Θεολογία ἔτσι, κατά τρόπο Σχολαστικό, ἀλλά ἔκαναν προσευχή.
Ὁ δρόμος γιά νά καταλάβουμε τήν Ἁγία Γραφή εἶναι ἡ προσευχή, νά μήν προσπαθοῦμε δηλαδή μέ τήν λογική καί τήν ἀφαίρεση νά τήν καταλάβουμε. Ποιά ὅμως προσευχή; Ἡ νοερά προσευχή, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Διότι, ὅταν ἔρχεται τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο καί προσεύχεται μέσα στήν καρδιά του ἀνθρώπου, τότε ὁ ἄνθρωπος φωτίζεται καί γίνεται ἱκανός νά κατανοεῖ ὀρθά τά νοήματα τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί νά ὁδηγηθεῖ ἀπό φωτισμένος, πού εἶναι, στήν θέωση.
Ἔχουμε πεῖ ὅτι φωτισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἐνεργό τήν νοερά προσευχή στήν καρδιά του, ὄχι ἁπλῶς αὐτός πού κάνει κάποιες καλές σκέψεις, ἀλλά αὐτός πού ἔχει συνεχῶς μέσα του τήν νοερά προσευχή. Μάλιστα στήν πλήρη της μορφή ἡ νοερά προσευχή δέν λέγεται ἀπό τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀκούει τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁ ἄνθρωπος πού προσεύχεται μέσα στήν καρδία του καί λέει ‘’Ἀββᾶ ὁ Πατήρ’’. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος μετά ἀπό φωτισμένος μπορεῖ νά φθάσει καί στή θέωση, ἄν ὁ Θεός τοῦ τό δώσει, γιατί ὁ Θεός τό δίνει σέ αὐτούς πού βλέπει ὅτι δέν θά βλαφτοῦν, λ.χ. δέν θά πέσουν στήν ὑπερηφάνεια.
Ὅταν καί ἐφ’ ὄσον φθάσει κανείς στή θέωση εἶναι ἀληθινά θεολόγος. Τότε μπορεῖ νά μιλήσει γιά τόν Θεό. Ὁ φωτισμένος μπορεῖ νά καταλάβει τά λόγια τοῦ Θεοῦ, νά καταλάβει τήν Ἁγία Γραφή. Γι’ αὐτό, σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας: Διάκος μπορεῖ νά γίνει κάποιος πού ἔχει ἀρχίσει τήν κάθαρση καί πολεμάει τά πάθη του. Ἱερέας, ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά γίνει κάποιος φωτισμένος, ἐκεῖνος δηλαδή πού ἔχει τελειώσει μέ τήν κάθαρση καί ἔχει φθάσει στόν φωτισμό. Ἐπίσκοπος τέλος μπορεῖ νά γίνει αὐτός πού ἔχει φθάσει στη θέωση. Σήμερα δέν ἰσχύουν αὐτά, τά ἔχουμε κάνει στήν ἄκρη, τά ἔχουμε ξεχάσει, δέν τά ξέρουμε κἄν, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ παράδοσή μας. Δέν γινόταν κανείς Ἐπίσκοπος ἄν δέν εἶχε φθάσει στήν θέωση, γιατί ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἀκριβῶς ὁ αὐθεντικός, ὄχι μόνο ἑρμηνευτής, ἀλλά καί θεολόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς ὅλης παράδοσης πού ἔχουμε.
Καί, ὅταν καί ἐφ’ ὅσον φθάσει στήν θέωση, τότε γνωρίζει ἀπό τήν ἴδια τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως τί σημαίνουν ἀκριβῶς τά ρητά καί τά νοήματα, πού συναντᾶ μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Ὁπότε ἐδῶ ἐρχόμαστε σέ ἕνα ἑρμηνευτικό κλειδί: Τά ρητά καί τά νοήματα, πού χρησιμοποιοῦνται μέσα στήν Ἁγία Γραφή ἀπό τούς θεουμένους πού ἔγραψαν τήν Ἁγία Γραφή, καθώς καί τά ρητά καί τά νοήματα πού χρησιμοποιοῦνται στά συγγράμματα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ἁγίων, εἶναι θεόπνευστα μέ τήν ἔννοια -ὄχι κατά γράμμα, ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔλεγε μία - μία λέξη στούς Εὐαγγελιστές καί τά ἔγραφαν, ἀλλά εἶναι θεόπνευστα γιατί- ὅλοι αὐτοί -πού τά ἔγραψαν- ἔχουν τήν ἐμπειρία εἴτε τοῦ φωτισμοῦ, εἴτε τῆς θεώσεως καί βάσει αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας ἔγραψαν ὅ,τι ἔγραψαν. Κάθε Εὐαγγελιστής ἔγραψε ἀνάλογα μέ τό μορφωτικό ἐπίπεδο πού εἶχε καί τό λεξιλόγιο πού διέθετε. Ἔτσι βλέπουμε πιό ἁπλά νά γράφει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος, διαφορετικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί διαφορετικά ὁ Ἅγιος Λουκᾶς πού ἦταν μορφωμένος, γιατρός. Ὡστόσο ὅλοι εἶναι θεόπνευστοι, γιατί ὅλοι εἶχαν τήν ἐμπειρία τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως ἤ μόνο τοῦ φωτισμοῦ. Ἐπειδή δηλαδή ἔχουν αὐτήν τήν ἐμπειρία, ὅ,τι ἔγραψαν εἶναι θεόπνευστο.
Γι’ αὐτό ἔχουμε δύο εἰδῶν ἀποκαλύψεις. Ἔχουμε τήν ἀποκάλυψη, πού εἶναι ἡ νοερά εὐχή καί ἔχουμε καί τήν ἀποκάλυψη, πού εἶναι ἡ θέωσις, πού εἶναι ἀνώτερο στάδιο ἀποκαλύψης, φανέρωσης δηλαδή τοῦ Θεοῦ. Βέβαια ἡ δεύτερη ἀποκάλυψις, θέωσις, εἶναι τό βασικό κλειδί, μέ τό ὁποῖο κατανοοῦμε πλήρως τήν ἀποκάλυψη τοῦ φωτισμοῦ -τήν πρώτη ἀποκάλυψη. Ἔτσι βλέπουμε ἐδῶ ὅτι συναντοῦμε μία ἀντίληψη περί ἀποκαλύψεως καί περί θεοπνευστίας, ἡ ὁποία εἶναι καθαρῶς ἐμπειρική καί τίποτε ἄλλο. Δέν εἶναι ἀνεύρεση μέ τόν στοχασμό καί τήν λογική κάποιων πραγμάτων γιά τόν Θεό, ἀλλά εἶναι ἡ φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.
Ὅμως σ’ αὐτή τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ὁ Θεός δέν ἀποκαλύπτει λέξεις, οὔτε ἀποκαλύπτει κάποια καινούργια ὁρολογία. Γιατί; Διότι, ὅταν ἔρχεται τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί προσεύχεται μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δέν προσεύχεται μέ καινούργιες λέξεις, πού φέρνει μαζί Του, πού θά εἶναι ἴσως καί ἀκατανόητες γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά προσεύχεται μέ γνωστές λέξεις μέσα στόν ἄνθρωπο παρμένες μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία, ἀπό τό τρέχον λεξιλόγιο τῆς ἐποχῆς. Π.χ. τήν εὐχή, μέ τήν ὁποία προσεύχεται ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν λογική του, αὐτήν τήν ἴδια εὐχή χρησιμοποιεῖ καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί τότε ἡ ἴδια εὐχή γίνεται εὐχή τῆς καρδιᾶς!
Δέν τοῦ φέρνει ἄλλες λέξεις, ἀρχαῖες λέξεις ἀπό ‘ἅγιες γλῶσσες’, ἀπό ’ἱερές γλῶσσες’ , ὅπως λέγανε σέ ἐκείνη τήν αἵρεση πού ἐπικρατοῦσε. Γι’ αὐτό βλέπουμε λ.χ. τόν Ἅγιο Πορφύριο νά ἐκφράζει καί νά λέει τά ἴδια πράγματα θεολογικά, πού λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀλλά μέ τή γλώσσα πού μιλοῦσε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, τήν σύγχρονη γλώσσα, τήν δική μας. Εἶναι ὅμως κι αὐτός θεόπνευστος γιατί ἔχει τήν ἴδια ἐμπειρία πού εἶχε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως.
Λέγει δηλαδή ὁ καλόγερος: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», μέ τό μυαλό του. Ὅταν ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο μέσα στήν καρδιά του, τότε αὐτή ἡ ἴδια ἡ φράσις -θά τήν πάρει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί- θά γίνει ἡ εὐχή τῆς καρδιᾶς του καί θά τήν ἐπαναλαμβάνει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Θά προσεύχεται πλέον ἡ καρδιά του καί ὄχι τό μυαλό του μέ αὐτήν τήν φράση. Ἔτσι, ὅταν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσεύχεται μέσα στόν ἄνθρωπο, προσεύχεται μέ τίς ἴδιες λέξεις πού χρησιμοποιοῦσε προηγουμένως ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Γι’ αὐτό καί ἔχουμε τήν παράδοση αὐτή τῆς εὐχῆς, πού γίνεται εἴτε μέ ψαλμό εἴτε μέ αὐτοσχέδια λόγια προσευχῆς.
Δέν εἶναι μονόδρομος τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς προσευχόταν μέ τό «φώτισόν μου τό σκότος». Ἔκανε ἀδιάλειπτη προσευχή μ’ αὐτή τήν φράση καί τό Ἅγιο Πνεῦμα προσευχόταν μέσα του μ’ αὐτή τήν φράση. Ἕνας ἄλλος ἅγιος, νομίζω ὁ Ἅγιος Ἰωαννίκιος, ἔλεγε: «Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, Τριάς Ἁγία Δόξα Σοι». Ἔχουμε ἄλλους ἁγίους πού ἔλεγαν τό Ψαλτήρι καί προσηύχοντο ἀδιάλειπτα μέσα στήν καρδιά τους μέ τό ψαλτήρι.
Ὁπότε στήν ἐμπειρία τοῦ φωτισμοῦ δέν ἔχουμε ἀποκάλυψη καμιᾶς νέας λέξεως ἤ ὁρολογίας. Δηλαδή δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἦλθε στούς Πατέρες τό Πνεῦμα τό Ἅγιο καί ἀπεκάλυψε τήν ὁρολογία: Μία οὐσία καί τρεῖς ὑποστάσεις ἤ τό ὁμοούσιο. Αὐτή δέν εἶναι ἀποκάλυψη, ἀλλά εἶναι μία θεολογική ὁρολογία, πού χρησιμοποιήθηκε γιά νά ἀντιμετωπίσουν οἱ Πατέρες τούς αἱρετικούς.
Οἱ Πατέρες τότε χρησιμοποίησαν τήν ὁρολογία ἀπό τήν τρέχουσα γλώσσα τῆς ἐποχῆς τους καί οἱ αἱρετικοί χρησιμοποίησαν τήν ὁρολογία τήν φιλοσοφική τῆς ἐποχῆς τους. Πῆραν βέβαια καί οἱ Πατέρες ὅρους ἀπό τήν φιλοσοφία, ἀλλά τούς ἔδωσαν ἄλλο νόημα. Ἑπομένως, γιά νά καταλάβει κανείς τούς Πατέρες, πρέπει νά γνωρίζει τό νόημα τό πατερικό, πού δίνουν οἱ Πατέρες σέ κάθε ὅρο πού χρησιμοποιοῦν. Γιά παράδειγμα: πῆραν τόν ὅρο «ὑπόσταση». Τί σημαίνει ὑπόσταση γιά τούς Πατέρες ὅμως; Δέν εἶναι αὐτό πού ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἀλλά εἶναι τό Πρόσωπο. Πρέπει λοιπόν κανείς νά τό γνωρίζει αὐτό, γιά νά καταλάβει τούς Πατέρες, ὅτι ὅταν λένε τόν ὅρο ὑπόσταση, σημαίνει πρόσωπο. Ὅταν λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι τρισυπόστατος σημαίνει ὅτι εἶναι τρία Πρόσωπα.
Δέν εἶναι ἀποκάλυψη ἀπό τόν Θεό αὐτή ἡ ὁρολογία. Αὐτή ἡ ὁρολογία πάρθηκε ἀπό τήν γλώσσα τῆς ἐποχῆς. Ἡ ἴδια ἡ φώτιση εἶναι ἡ ἀποκάλυψη, τό γεγονός ὅτι οἱ Πατέρες ἦταν στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ ἤ τῆς θεώσεως. Ἁπλῶς στήν κατάσταση τῆς φωτίσεως γίνεται μία σύνθεσις τῶν ἤδη γνωστῶν ρητῶν καί νοημάτων στόν ἄνθρωπο προερχομένων ἀπό τήν παράδοση τῆς εὐσεβείας, ἀπό ὅσα δηλαδή γνωρίζει περί τῆς πίστεώς του, ρητῶν καί νοημάτων εἴτε τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἴτε τῆς Καινῆς Διαθήκης. Χρησιμοποιοῦνται δέ ὀνόματα παρμένα ἀπό τήν κοινή ἐμπειρία, ὥστε ὅλοι νά τά κατανοοῦν.
Στήν θέωση ὅμως ὅλα τά ρητά καί τά νοήματα καταργοῦνται, ὅταν ἀποκαλύπτεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὅταν φθάσει ὁ ἄνθρωπος στή θέωση, ἐκείνη τήν ὥρα σταματοῦν τά ρητά καί τά νοήματα, σταματᾶ καί ἡ προσευχή. Γιατί πλέον ὁ ἄνθρωπος ἔφθασε στόν Θεό. Δέν ἔχει ἔννοια νά πεῖ: Κύριε ἐλέησόν με, γιατί ὄντως ἐλεήθηκε, ἑνώθηκε μέ τόν Θεό. Ἐκεῖ πλέον εἶναι μπροστά στόν Θεό καί δέν ἔχει τίποτα νά πεῖ. Τί νά πεῖ; Δέν ὑπάρχουν λόγια γιά νά πεῖς καί νά περιγράψεις τόν Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος ἀπαγορεύεται νά θεολογεῖ, ἄν δέν βρίσκεται τουλάχιστον στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Τήν Πατερική αὐτή θέση ἐκφράζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στό γνωστό ἀπόσπασμα τοῦ Α’ Θεολογικοῦ του λόγου ἐναντίον τῶν Εὐνομιανῶν: «Οὐ παντός, ὦ οὗτοι, τό περί Θεοῦ φιλοσοφεῖν», δέν εἶναι τοῦ καθ’ ἑνός νά μιλάει γιά τόν Θεό, τό περί Θεοῦ φιλοσοφεῖν, ἐννοεῖ νά θεολογεῖ. «Οὐ παντός», δέν εἶναι τοῦ καθ’ ἑνός. «Οὐχ οὕτω τό πρᾶγμα εὔωνον καί τῶν χαμαί ἐρχομένων», δέν εἶναι τό πράγμα τόσο εὔκολο νά τό ἀποκτήσεις, σάν νά εἶναι ἀπό αὐτά πού ἔρχονται ἀπό χαμηλά. «Προσθήσω δέ, οὐδέ πάντοτε, οὐδέ πᾶσιν, οὐδέ πάντα», θά προσθέσω δέ, ὅτι αὐτό τό χάρισμα τῆς θεολογίας, δέν εἶναι πάντοτε, οὔτε γιά ὅλους, «ἀλλ᾽ ἐστιν ὅτε καί οἷς καί ἐφ᾽ ὅσον», ἀλλά εἶναι κάποτε καί σέ ὁρισμένους καί μέ ὁρισμένες προϋποθέσεις. «Οὐ πάντων μέν, ὅτι τῶν ἐξητασμένων καί διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ, καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων, τό μετριώτατον», δέν εἶναι ὅλων τό χάρισμα τῆς θεολογίας.
Οἱ Προτεστάντες, πού εἶναι κατ’ ἐξοχήν αἱρετικοί, λένε ὅτι, ὅλοι εἶναι θεολόγοι, ὅλοι εἶναι πάστορες καί ὅλοι ἔχουν ἱερωσύνη. Ἔχουν δηλαδή αὐτή τήν ἰδέα ὅτι ὅλοι μποροῦν νά θεολογοῦν, ἡ ὁποία εἶναι βέβαια πλανεμένη. Ἐξ οὗ καί τό πνεῦμα στούς κύκλους ὅτι μποροῦν ὅλοι νά μιλοῦν καί νά λένε ὅ,τι τούς ἔλθει στόν νοῦ. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι, γιατί δέν μπορεῖς νά θεολογήσεις, ἄν δέν εἶσαι στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Γι’ αὐτό λέει, οἱ ἐξητασμένοι καί οἱ διαβεβηκότες ἐν θεωρίᾳ, αὐτοί πού ἔχουν περάσει στήν θεωρία, ἐννοεῖ τήν θεωρία τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τήν θέωση, τήν θεοπτία, τό νά βλέπεις τόν Θεό. Αὐτῶν εἶναι ἡ θεολογία. «Καί πρό τούτων καί ψυχήν καί σῶμα κεκαθαρμένων ἤ καθαιρομένων» καί μάλιστα αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔχουν προηγουμένως ὑποστεῖ τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη ἤ τό μετριώτατον καθαιρομένων, τό μετριώτατον, νά εἶναι τουλάχιστον στή διαδικασία τῆς καθάρσεως. Αὐτῶν εἶναι ἡ θεολογία.
ταν κατά τούς Πατέρες ὁ ἄνθρωπος θεολογεῖ - καί εἴπαμε ποιός εἶναι ἱκανός νά θεολογεῖ - θεολογεῖ βάσει τῆς ἐμπειρίας πού ἔχει συσσωρεύσει μέσα του, βάσει τῆς συμμαρτυρίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔχει μέσα του, καθώς καί βάσει τῆς ἐμπειρίας τῶν θεουμένων, πού ἔχει κατατεθεῖ μέσα στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μπορεῖ ἕνας πού θεολογεῖ δηλαδή, νά θεολογεῖ σωστά, ἄν δέν θεολογεῖ σύμφωνα μέ τήν προηγούμενη ἀπό αὐτόν Πατερική Παράδοση.
Ἀκόμη καί μία Σύνοδος Ἐπισκόπων ὅταν γίνεται, γιά νά εἶναι σωστή καί ἔγκυρη, θά πρέπει νά πεῖ πράγματα τά ὁποῖα νά εἶναι σύμφωνα μέ τίς προηγούμενες Συνόδους. Λ.χ. Ἔχετε ἀκούσει ὅτι τό 2016 πρόκειται νά συνέλθει ἡ μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος μετά ἀπό ἀπόφαση τοῦ Πατριάρχη. Ἄν αὐτή ἡ Σύνοδος, δέν πεῖ πράγματα σύμφωνα μέ τίς προηγούμενες ἑπτά Οἰκουμενικές Συνόδους, ἄν δέν ἐπικυρώσει αὐτά πού ἔχουν διατυπώσει ὡς δόγματα καί ἀκόμη χειρότερα ἄν πεῖ ἀντίθετα μέ αὐτές πράγματα, αὐτή δέν θα εἶναι Σύνοδος, ἀλλά θά εἶναι ψευδοσύνοδος, θά εἶναι ληστρική Σύνοδος. Διότι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δέν ἀλλάζει. Δέν μπορεῖ νά εἶχε πεῖ ἄλλα πράγματα στούς Θεοφόρους Πατέρες τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τώρα, νά μᾶς πεῖ ἄλλα πράγματα γιατί ἄλλαξαν οἱ καιροί! Δέν ἀλλάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα, οὔτε οἱ καιροί ἄλλαξαν, οὔτε ὁ ἄνθρωπος ἄλλαξε, γιά νά ἀλλάξουν καί οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως λένε κάποιοι ὅτι «πρέπει νά τούς ἀλλάξουμε τούς κανόνες». Αὐτά τά πράγματα εἶναι θεόπνευστα, δέν ἀλλάζουν.
Ὁ ἀλάθητος στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὅπως ἔχουν οἱ Παπικοί, ἀλλά τό ἀλάθητο στήν Ὀρθοδοξία τό ἔχουν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Αὐτό εἶναι πέρα για πέρα ἀληθινό καί ἀλάθητο καί γι’ αὐτό δέν ἀλλάζει. Ἔτσι λοιπόν, ἕνας πού θεολογεῖ, πρέπει νά θεολογεῖ πρῶτον μέ βάση τήν ἐμπειρία του, τήν θεοπτία, τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως πού ἔχει καί σύμφωνα βεβαίως μέ τήν κατατεθειμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Νά εἶναι σύμφωνος μέ τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, μέ τούς ἱερούς Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καί τούς προηγούμενους θεοφόρους Πατέρες. Ἄν δέν εἶναι σύμφωνος σημαίνει ὅτι εἶναι πλανεμένος.
Στήν δέ Θεολογία του αὐτή, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος βρίσκεται στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, χρησιμοποιεῖ ὡς ὁδηγούς τούς θεουμένους. Δηλαδή τά ρητά καί τά νοήματα πού ἐχρησιμοποίησαν καί παρέδωσαν στήν Ἐκκλησία οἱ θεωθέντες ἤ οἱ ζῶντες θεούμενοι. Γιά νά μήν κάνει λάθος ἕνας πού δέν ἔχει φθάσει στή θέωση καί εἶναι ἀκόμη στόν φωτισμό, θά πρέπει νά χρησιμοποιήσει τούς ὅρους, τήν ὁρολογία καί τά δόγματα πού ἔχουν διατυπώσει οἱ θεωμένοι, οἱ θεοφόροι Πατέρες.
Ἐδῶ τώρα ἔχουμε τό βασικό κλειδί τῆς Πατερικῆς παραδόσεως: Ὁ θεολογών βρίσκεται στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Ὁ θεολογών ὄχι ὁ Θεολόγος. Ἄλλος ὁ θεολογών καί ἄλλος ὁ θεολόγος. Ὁ θεολογών, ὅπως ἄς ποῦμε εἴμαστε καί ἐμεῖς, εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος δέν ἔχει φθάσει στή θέωση, εἶναι στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ καί θεολογεῖ βάσει τῆς κατατεθειμένης ἐμπειρίας τῶν θεουμένων, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη καί κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι ἀποδεικνύεται γιατί ἡ λεγόμενη μεταπατερική θεολογία - πού ξεφύτρωσε στόν Βόλο καί δυστυχῶς κάποιοι Ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς τήν προβάλλουν, ἐλάχιστοι ὅμως - εἶναι λανθασμένη. Γιατί τί λέει ἡ μεταπατερική θεολογία; Ἡ πρόθεση ‘μετά’ ἔχει τήν ἔννοια ὄχι τήν χρονική, ἀλλά τήν τροπική, ὅτι οἱ Πατέρες εἶναι ξεπερασμένοι. Νά τούς ἀφήσουμε τούς Πατέρες καί νά ποῦμε τώρα καινούργια πράγματα, διότι ἔχουμε καινούργια πολιτισμικά καί κοινωνικά δεδομένα. Αὐτό εἶναι τελείως λάθος, διότι οἱ Πατέρες εἶναι διαχρονικοί. Δέν εἶπαν πράγματα πού ἴσχυαν μόνο γιά τήν ἐποχή τους. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅταν μιλάει, μιλάει γιά ὅλες τίς ἐποχές καί ὄχι γιά μιά συγκεκριμένη ἐποχή μόνο. Ἔτσι τό βασικό κλειδί ἄν θέλει κανείς νά θεολογεῖ σωστά εἶναι νά ἀκολουθεῖ, φυσικά τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ Προτεστάντες πού πέταξαν τούς Πατέρες καί τίς Οἱκουμενικές Συνόδους θεολογοῦν ἐσφαλμένα, γιατί στηρίζονται μόνο στήν Ἁγία Γραφή. Ἀλλά πῶς θά τήν ἑρμηνεύσεις τήν Ἁγία Γραφή, ἀφοῦ δέν εἶσαι θεωμένος, δέν εἶσαι φωτισμένος, δέν ἔχεις κἄν μυστήρια, δέν ἔχεις Χάρη; Τουλάχιστον νά ταπεινωθεῖς, νά δεῖς τί λένε οἱ θεοφόροι Πατέρες. Ὄχι, δέν τό κάνουν αὐτό! Δέν ταπεινώνονται! Λένε ‘’μόνο Ἁγία Γραφή’’ μέ ἀποτέλεσμα νά πέσουν σέ χίλιες δυό αἱρέσεις καί νά γίνουν κάπου 23000 αἱρετικές Προτεσταντικές παραφυάδες. Ἐδῶ ἀκριβῶς φαίνεται καί τό ἔργο τοῦ πονηροῦ. Ὁ πονηρός πάντοτε χωρίζει, ποτέ δέν ἑνώνει.
Ὁ θεολογών προσεύχεται ἐπίσης βάσει τῆς κατατεθειμένης ἐμπειρίας τῶν θεουμένων. Ἔτσι ἐξηγεῖται τό γιατί ἡ πιό σπουδαία προσευχή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι οἱ Ψαλμοί τοῦ Δαυΐδ. Οἱ Ψαλμοί εἶναι τό θεμέλιο τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μετά ἔχουμε τίς πνευματικές ᾠδές, τούς ὕμνους κλπ, γιά τά ὁποῖα ὁμιλεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅλα αὐτά μαζί εἶναι ἡ ὑποδομή τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία χειραγωγεῖ καί προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο, ὥστε νά ἔλθει στήν κατάσταση φωτισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἀγωνισθεῖ καί καθαρισθεῖ ἀπό τά πάθη του.
Γιατί χρησιμοποιοῦμε τό Ψαλτήρι στήν Ἐκκλησία, τούς ὕμνους κτλ; Διότι ὅλα αὐτά τά κείμενα εἶναι γραμμένα ἀπό θεωμένους ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Δαβίδ καί ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὁπότε βοηθοῦν καί μᾶς νά φθάσουμε στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ. Μόνο πού τά διαβάζει κανείς ἁγιάζεται. Γι’ αὐτό, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος: νά διαβάζετε κανόνες καί μόνο πού τούς ἀκοῦς ἁγιάζεσαι ἀναίμακτα, χωρίς κόπο. Εἶναι κρίμα λοιπόν πού οἱ ἄνθρωποι δέν πηγαίνουν νωρίς στήν Ἐκκλησία γιά νά ἀκούσουν τούς κανόνες, διότι στόν Ὄρθρο διαβάζονται οἱ κανόνες τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας. Συμβάλλουν δηλαδή νά φθάσουμε στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ἐφ’ ὅσον φυσικά ἀγωνισθοῦμε νά καθαρισθοῦμεκαί ἀπό τά πάθη μας, γιατί ἄν ὁ νοῦς μας εἶναι σ’ αὐτά, φυσικά δέν θά εἶναι στήν ἁμαρτία.
Ὁ νοῦς γιά νά ξεκολλήσει ἀπό τούς κακούς λογισμούς, τούς πονηρούς, τούς κακούς καί τούς βλάσφημους, πρέπει νά κολλήσει κάπου ἀλλοῦ. Μεγαλώνουν οἱ λογισμοί ὅταν τούς πολεμᾶμε κατά μέτωπο. Γι’ αὐτό τούς ἀντιμετωπίζουμε μέ τό νά ἀδιαφοροῦμε καί μέ τό νά κολλᾶμε τόν νοῦ μας κάπου ἀλλού, δηλαδή στά νοήματα καί στά ἁγιασμένα λόγια τῶν Πατέρων καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Οἱ Ἅγιοι μάθαιναν ἀπ’ ἔξω κεφάλαια καί χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ὅταν ἦταν στό Ἅγιο Ὄρος ἀποστήθιζε κομμάτια τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἔλεγε «γιά νά ἔχω καθαρότητα νοός». Τότε εἶναι καθαρός ὁ νοῦς, ὅταν εἶναι κολλημένος στόν Θεό. Πῶς θά ξεκολλήσει ὁ νοῦς ἀπό τό κακό; Ὅταν κολλήσει κάπου ἀλλοῦ! Αὐτές οἱ Προσευχές λοιπόν πού ἔχουμε στήν Ἐκκλησία βοηθοῦν στήν κάθαρση καί γι’ αὐτό τίς χρησιμοποιοῦμε.
Καί ὅταν ἔλθει στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ αὐτές τίς εὐχές, τούς ὕμνους καί τίς προσευχές πού ἀκούει στήν ἐκκλησία. Δηλαδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο προσεύχεται μέσα στόν ἄνθρωπο στήν κατάσταση φωτισμοῦ μέ τίς εὐχές καί προσευχές τῆς Λειτουργικῆς παραδόσεως. Καί, ὅταν κανείς βρίσκεται σ’ αὐτήν τήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ, τότε θεολογεῖ. Ὄχι ἁπλῶς βάσει τῆς προσωπικῆς του ἐμπειρίας, ἀλλά βάσει προσωπικῆς ἐμπειρίας, στήν ὁποία ὅμως συμμαρτυρεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Νοιώθει μέσα σ’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος ἀνάπαυση καί ἀγαλλίαση καί τόν πληροφορεῖ μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁπότε τώρα βάσει αὐτῆς τῆς βεβαιότητας μελετᾶ τά συγγράμματα τῶν θεουμένων, πού εἶναι ἡ Παλαιά Διαθήκη, ἡ Καινή Διαθήκη, τά Πατερικά κείμενα. Δέν εἶναι κατώτερα τά Πατερικά κείμενα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἴδια ἐμπειρία μέ τούς Ἁγίους οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι κι αὐτῶν πού ἔγραψαν τά Πατερικά κείμενα, τά Πρακτικά τῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, τούς βίους καί τούς λόγους τῶν Ἁγίων καί τά Λειτουργικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλα αὐτά εἶναι γραμμένα ἀπό θεωμένους καί μᾶς βοηθοῦν κι ἐμᾶς νά φθάσουμε στήν κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ καί νά θεολογήσουμε καί τότε μπορεῖ κανείς καί κάνει πλέον σωστή ἑρμηνεία. Καί, ἄν τύχει καί ὁ ἴδιος νά ἔχει τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, τότε μπορεῖ ὄχι μόνον νά ἑρμηνεύει σωστά, ἀλλά καί νά θεολογεῖ σωστά, δηλαδή νά μιλήσει γιά τόν Θεό, ὁπότε καί γίνεται θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι θεολογών πλέον, ἀλλά θεολόγος. Θεολογών εἴπαμε εἶναι ὁ φωτισμένος, θεολόγος εἶναι ὁ θεωμένος. Γι’ αὐτό ἔχουμε τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο καί ἄλλους Πατέρες, δέν εἶναι μόνο αὐτοί, ἀλλά κατ’ ἐξοχήν εἶναι αὐτοί οἱ τρεῖς.
Ἄρα ὑπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ ἐκείνου πού ἔχει φθάσει στήν θέωση, πού εἶναι ὁ ἀληθινός θεολόγος, καί τοῦ θεολογοῦντος, ἐκείνου δηλαδή πού εἶναι στήν κατάσταση φωτισμοῦ, ἔστω κι ἄν ἔχει κι αὐτός μία μικρή γεύση ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ὁπότε θεολογεῖ ὁ θεολόγος, ἀλλά θεολογοῦν καί οἰ θεολογοῦντες. Ἐπειδή ὅμως θεολογοῦν καί οἰ θεολογοῦντες, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶναι θεολόγοι. Γιατί οἱ θεολογοῦντες θεολογοῦν σωστά, ὅταν θεολογοῦν σύμφωνα μέ αὐτούς πού ἔχουν φθάσει στή θέωση. Θεολόγος κατά κυριολεξίαν θά γίνει, ὅταν φθάσει στήν κατάσταση τῆς θεώσεως καί δεῖ τόν Χριστόν ἐν δόξη, τό ἅκτιστο Φῶς, ὁπότε τοῦ ἀποκαλύπτεται ὅλη ἡ ἀλήθεια, ὅση μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίσει σ’ αὐτήν τήν ζωή. Διότι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι ἐνυπόστατη.
Σήμερα ποιός θεωρεῖται θεολόγος; Αὐτός πού ἔχει πτυχίο Θεολογίας. Θέλουμε νά βρεθοῦμε κατευθείαν στήν κορυφή, νά φτάσουμε στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ χωρίς νά περπατήσουμε τούς πρόποδες, χωρίς νά περπατήσουμε τήν πλαγιά, δηλαδή χωρίς νά κάνουμε κάθαρση. Χωρίς νά καθαριστοῦν ἀπό τά πάθη τους, τά παιδιά πού ἀποφοιτοῦν ἀπό τήν Θεολογική Σχολή δέν μποροῦν νά γίνουν θεολόγοι. Δηλαδή πᾶμε ἀνάποδα, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχουμε σήμερα θεολόγους πού προωθοῦν τήν μεταπατερική θεολογία καί ἕνα σωρό ἄλλα ἀντίθετα μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί παράδοση.
Μέχρις ὅτου λοιπόν γίνει θεούμενος, εἶναι ἁπλῶς θεολογών, δηλαδή φοιτητής τῆς Θεολογίας. Πτυχιοῦχος αὐτῆς τῆς Θεολογίας εἶναι ὁ θεούμενος. Σήμερα βέβαια -λέει ὁ π. Ἰωάννης, πού ἦταν καθηγητής στήν Θεολογική Σχολή- πτυχιοῦχοι τῆς θεολογίας εἶναι ὅσοι ἔχουν πάρει ἕνα πτυχίο Θεολογικῆς Σχολῆς κάποιου Πανεπιστημίου. Αὐτοί αὐτοαποκαλοῦνται θεολόγοι, ὅμως δέν ἔχουν καμία σχέση μέ τούς ὄντως θεολόγους τῆς Πατερικῆς παραδόσεως. Ὡς πρός τό ποιός εἶναι κατά ἀλήθειαν θεολόγος, ἄν κανείς χρησιμοποιήσει τά κριτήρια τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὡς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, π.χ. τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τότε θά δεῖ ὅτι ἡ σημερινή μοντέρνα Ὀρθόδοξη Θεολογία, πού εἶναι ἐπηρεασμένη ἀπό τήν Ρωσική Θεολογία, δέν εἶναι Πατερική Θεολογία, ἀλλά μία παραμόρφωσις τῆς Πατερικῆς θεολογίας, διότι γράφτηκε ἀπό ἀνθρώπους, πού δέν εἶχαν τίς παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις.
Καί ἔχει καταντήσει ἡ θεολογία μιά φιλοσοφία. Γιατί οἱ ἄνθρωποι πού διδάσκουν δέν ἔχουν ὑποστεῖ τήν κάθαρση, δέν ἔχουν φθάσει στόν φωτισμό τουλάχιστον, ὥστε νά μπορέσουν νά ἑρμηνεύσουν σωστά καί νά ἀκολουθήσουν τούς Πατέρες, γι’ αὐτό τούς πετᾶνε. Σήμερα ἀπό τούς Καινοδιαθηκολόγους καί τούς Παλαιοδιαθηκολόγους ἀκοῦς ἄρρητα ρήματα, ἄλαλα καί μπάλαλα, πού λέγονται στήν Θεολογική Σχολή, τά ὁποῖα ἔχουν ἀντιγράψει ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀπό τούς Προτεστάντες καί τά διδάσκουν. Καί αὐτό συμβαίνει γιατί πηγαίνουν δυστυχῶς στή Δύση νά σπουδάσουν γιά νά γίνουν καθηγητές, ἀντί νά πηγαίνουν σ’ ἕνα μοναστήρι, ὥστε μέ τήν ὑπακοή νά καθαριστοῦν ἀπό τά πάθη καί νά φθάσουν τουλάχιστον στόν φωτισμό.
Γιατί ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα ἔπαιρνε τούς Ἐπισκόπους ἀπό τά Μοναστήρια; Ἤξερε τί ἔκανε ἡ Ἐκκλησία. Γιατί αὐτός πού ἦταν στό Μοναστήρι εἶχε περάσει ἀπό αὐτή τήν διαδικασία τῆς καθάρσης καί τοῦ φωτισμοῦ καί εἶχε φθάσει στή θέωση. Μάλιστα ἔπαιρνε τούς καλύτερους μέσα ἀπό τό Μοναστήρι καί τούς ἔκανε Ἐπισκόπους. Αὐτοί ἦταν ‘καθηγητές Πανεπιστημίου’ τῆς θεολογικῆς καί τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης πού λέγεται Ὀρθοδοξία καί μποροῦσαν νά θεραπεύσουν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων καί νά τίς ὁδηγήσουν μέσα ἀπό τά μονοπάτια πού πέρασαν καί οἱ ἴδιοι στήν κάθαρση καί στόν φωτισμό. Αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου.
Σήμερα δυστυχῶς γίνονται Ἐπίσκοποι αὐτοί πού πηγαίνουν στή Δύση καί σπουδάζουν ἤ μπορεῖ μόνο μέ ἕνα Πτυχίο Θεολογίας νά μαθήτευουν δίπλα σ’ ἕναν Ἐπίσκοπο, νά γίνονται Πρωτοσύγκελλοι καί νά ἀποκτοῦν μιά ἐμπειρία διοικητική, ὁπότε μόνο μ’αὐτό νά θεωροῦνται κατάλληλοι γιά Ἐπίσκοποι. Ἔτσι κατήντησε ὁ Ἐπίσκοπος ἀντί νά θεολογεῖ, νά διοικεῖ τούς ἱερεῖς! Ἀκόμα καί αὐτοί δηλαδή χρειάζονται κατήχηση. Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν εἶναι καί οἱ ἐκτροπές πού γίνονται σήμερα καί μάλιστα ἀπό τά ὑψηλά κλιμάκια.
Ὡς πρός τό ποιός εἶναι ἀληθινά θεολόγος τό βλέπουμε στά κριτήρια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Βλέπουμε ὅτι ἡ σημερινή θεολογία εἶναι παραμόρφωση τῆς Πατερικῆς θεολογίας. Μόνο λοιπόν ἄν χρησιμοποιήσει κανείς αὐστηρά ἐπιστημονικά κριτήρια, μπορεῖ νά ἀποκτήσει κάποια ἀντικειμενικότητα στήν ἔρευνα καί στά συμπεράσματά του. Τότε ἔχει κι αὐτός τήν βεβαιότητα ὅτι θεολογεῖ σωστά καί οἱ ἄλλοι ἐπίσης ὠφελοῦνται καί βεβαιώνουν ὅτι ὄντως εἶναι ἀληθινά θεολόγος ἤ τουλάχιστον θεολογών -ὀρθόδοξα ὅμως- γιατί θεολογεῖ μέ βάση τήν κατατεθειμένη Πατερική Παράδοση. 

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ



ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΑΚΟΥΣΤΕ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΤΩΣΤΕ ΟΜΙΛΙΕΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ- ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ