Σελίδες

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ
ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

«ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-2 «Πολὺ μὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐγὼ πολὺ Τὸν ἀγαπῶ. Πολὺ Τὸν ἀγαπῶ». (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

      Ἀπὸ τὸ περιοδ. τῆς Ἱ. Μονῆς Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους
«Ὅσ. Γρηγόριος»

  Μέρος Α´: «ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ “ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΝΕΚΡΟ”»-1 (Ὁ ὁσιακὸς καὶ μαρτυρικὸς μοναχὸς Νικόδημος Γρηγοριάτης)

«Ἕνας ἄγγελος ἔφυγε ἀπὸ ἀνάμεσά μας». Μὲ αὐτὴ τὴν φράση, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς ἐπανέλαβε ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας π. Γεώργιος, ἐξέφρασε αὐτὸ ποὺ ἔνοιωθε ὅλη ἡ ἀδελφότητά μας ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι ἔζησαν τὸν π. Νικόδημο στὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὸν ἄφησε κοντά μας.
.            Καὶ ὄντως! Ὁ π. Νικόδημος ἦταν μία ἀγγελικὴ ὕπαρξη, ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένη στὸν Θεὸ ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων. Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἔχουν ὡς κύριο ἔργο τους τὴν ἀκατάπαυστο δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Λάτρευε ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τὸν Ἅγιο Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ψυχή του καὶ τὴν καρδία του καὶ Τὸν δόξαζε μὲ ἔργα καὶ λόγους. Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἀγαποῦν καὶ λατρεύουν μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή τους τὸν Πανάγιο Τριαδικὸ Θεό, ἐξ οὗ «πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον» γιὰ ὅλη τὴν κτίσι, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὑπακούουν ἀδιακρίτως στὸ θέλημά Του, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ γι᾽ αὐτοὺς ὑπόθεση ἀπεράντου χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Λάτρευε μὲ ὅλο του τὸ εἶναι τὸν Θεό, τὸ ὄνομά Του εἶχε συνεχῶς στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά του καὶ μέχρι τελευταίας του ἀναπνοῆς ἕνα μόνο ζητοῦσε, πῶς θὰ ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν πάσῃ πληρότητι καὶ τελειότητι.
.            Καὶ ἐπειδὴ γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι ἐκφραστὴς τοῦ θείου θελήματος γιὰ τὸν ὑποτακτικὸ εἶναι ὁ Γέροντάς του καὶ ὅτι κάθε εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἔρχεται στὸν ὑποτακτικὸ μέσῳ τοῦ Γέροντός του, ὑπεραγαποῦσε τὸν Γέροντα. Τὸ ὄνομα τοῦ Γέροντος ἦταν πάντοτε στὴν καρδιὰ καὶ τὰ χείλη τοῦ π. Νικοδήμου καὶ τὸ θέλημα τοῦ Γέροντος ἀπαρέγκλιτος κανὼν γιὰ τὴν ζωή του.
.            Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Χριστέ μου, θέλω νὰ σὲ ἀπολαύσω. Ὅμως δὲν θέλω νὰ σὲ ἀπολαύσω ἄμεσα, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἄξιος γι᾽ αὐτό, ἀλλὰ μέσῳ τοῦ Γέροντός μου. Βλέποντας τὸν Γέροντα, θέλω νὰ βλέπω Ἐσένα. Ἀκούοντας τὴν φωνὴ τοῦ Γέροντος, θέλω νὰ ἀκούω τὴν δική Σου φωνή. Τὸ θέλημα τοῦ Γέροντος νὰ εἶναι γιὰ μένα τὸ θέλημά Σου».
.            Εἶχε ἀπόλυτη ἐφαρμογὴ γιὰ τὸν π. Νικόδημο αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος στὸν λόγο του «περὶ ὑπακοῆς», ὅπου περιγράφει τὴν θαυμαστὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν ἑνὸς κοινοβίου: «Ἐσωτερικά, στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τους ἀνέπνεαν σὰν ἄκακα νήπια τὸν Θεὸν καὶ τὸν Γέροντα».
.            Ἡ ὑπακοὴ τοῦ π. Νικοδήμου στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν μαρτυρική. Ὅλη ἡ ζωή του ἦταν ἕνα ἀτελείωτο μαρτύριο, τὸ ὁποῖο ὅμως ὑπέμεινε ἀγόγγυστα, μὲ χαρὰ καὶ αἰσιοδοξία ἀξιοθαύμαστη, δοξάζοντας τὸν Θεό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πῆρε πολλὴ Χάρι ἀπὸ τὸν Θεό.
.            Ἡ σχέσις τοῦ π. Νικόδημου μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία δὲν ἦταν συμφεροντολογική. Δὲν διάλεξε τὸν Χριστό, γιὰ νὰ πέραση καλὰ στὴν παροῦσα ζωή. Ἀγάπησε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκε καὶ τῆς ἀναστάσεώς Του.
.            Ἀποδέχθηκε ὁλοκαρδίως τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλαβε τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐνίσχυση στὰ μακρὰ καὶ ἐπίπονα ἀγωνίσματα τῆς ὑπομονῆς: «Ἐν τῷ κοσμῳ θλῖψιν ἕξετε, ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιϛ´ 33).
.            Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ἔχουν ἀνεπιφύλακτη πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος. Ἡ ἀδιάκριτος ὑπακοή του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως τοῦ τὸ ἐξέφραζε ὁ Γέροντάς του, ποὺ γιὰ τὸν π. Νικόδημο ἦταν ἕνα συνεχὲς πέρασμα μέσα ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ μαρτύριο, αὐτὸ ἀπέδειξε. Τὴν ἀμετακίνητη ἐμπιστοσύνη του καὶ πίστη του στὸν Θεὸ καὶ στὸν Γέροντά του, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου, ὅπως προείπαμε, ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
.            Ὅπως γνώρισμα τῶν ἁγίων Ἀγγέλων εἶναι ἡ τελεία καθαρότης, ἡ παρθενία καὶ ἡ ἁγιότης, ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος, ἂν καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ ζήση μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἐν μέσῳ τοῦ κόσμου, διατήρησε τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή του καθαρὰ καὶ παρθένα ἕως καὶ ψιλοῦ λογισμοῦ, κατὰ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «ἀκριβὴς παρθενία ἡ πρὸς πᾶσαν κακίαν ἀσυνδύαστος γνώμη» (Εἰς τὸν Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην 3).
.            Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐξομολογεῖτο συνεχῶς, ἀκόμη καὶ τὸν παραμικρὸ λογισμὸ ποὺ πήγαινε νὰ τὸν χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεό, τὸν Γέροντα ἢ τοὺς ἀδελφούς του. Ἡ συνείδησίς του ἦταν λεπτοτάτη. Ἀμέσως συνελάμβανε κάθε τί τὸ ἀντίθεο, τὸ ὁποῖο ἀμέσως ἐξομολογεῖτο.
.            Ὅπως οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» (Ἑβρ. α´ 14), ἔτσι καὶ ὁ π. Νικόδημος κατεφλέγετο ἀπὸ ἀνείκαστο πόθο νὰ εὐεργετῆ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ κερδίζη ψυχὲς πρὸς σωτηρίαν.
.            Ἔλεγε: «Χριστέ μου, θέλω μὲ ὅ,τι συμβαίνει στὴν ζωή μου νὰ δοξάζεται τὸ Πανάγιό σου Ὄνομα, νὰ ὠφελοῦνται οἱ ἀδελφοί μου καὶ ἐγὼ νὰ σώζωμαι». Γιὰ τὸν π. Νικόδημο ὁ ἐαυτός του ἦταν πάντοτε σὲ δεύτερη μοίρα.
.            Πρῶτα ἔπρεπε νὰ ἀναπαυθοῦν οἱ ἄλλοι. Ἀναφέρουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν μεγάλη ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία διακόνησε τοὺς ἀδελφούς του, μοναχοὺς καὶ λαϊκούς, ὅσο καιρὸ ἦταν στὸ μοναστήρι, τακτοποιώντας μὲ ὑπερβολικὴ σχολαστικότητα τὰ τοῦ διακονήματός του, στὸ ὁποῖο παρέμενε ἀτελείωτες ὧρες, καὶ ὑπηρετώντας ὅλους μὲ αὐτοθυσία, εἴτε ὡς παραηγουμενιάρης εἴτε ὡς ἀρχοντάρης εἴτε ὡς γηροκόμος εἴτε ὡς διακονητὴς ὁποιουδήποτε ἄλλου διακονήματος.
.            Τίποτε δὲν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Χαρά του ἦταν νὰ χαίρωνται καὶ νὰ ὠφελοῦνται οἱ ἄλλοι. Ἀπὸ τὰ χέρια του πέρασαν πολλὰ ὑλικὰ ἀντικείμενα καὶ χρήματα, γιατί οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τοῦ τὰ ἐμπιστεύονταν.Ὅμως ὅλα τὰ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ δίνη χαρὰ στοὺς ἄλλους. «Γιὰ νὰ χαροῦν», ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ ἔλεγε: «Ἔδωσα στὸν τάδε τὸ τάδε ἀντικείμενο γιὰ νὰ χαρῆ» ἢ «τοῦ ἔψαλα τὸ τάδε τροπάριο γιὰ νὰ χαρῆ».
.            Ὅμως ἐκεῖ ποὺ δαπάνησε ἁπλόχερα τὸν ἑαυτό του ἦταν στὸ νὰ παρηγορῆ ἀτελείωτες ὧρες τοὺς ἀπελπισμένους, νὰ χαροποιεῖ τοὺς λυπημένους, νὰ γλυτώνει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ νοητοῦ δράκοντος τοὺς πλανεμένους, νὰ ὁδηγεῖ στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοὺς ἀπομακρυσμένους ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν σωτηρία, νὰ εἰρηνεύει τοὺς ταραγμένους καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ λυτρώνει ἀπὸ τὴν σύγχυση τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν τοὺς συγχυσμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας.
.            Ἡ μεγάλη κοσμοσυρροὴ κατὰ τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία, ποὺ τελέσθηκε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὸν Πειραιά, καθὼς καὶ οἱ αὐθόρμητες ἐκδηλώσεις ἀκόμη καὶ ἀγνώστων ἀνθρώπων, ποὺ ἔτυχε νὰ γευθοῦν τὰ γλυκύτατα καὶ παρηγορητικά του λόγια, ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς μεγάλης ἀγάπης ποὺ ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ἔτρεφε πρὸς τὸν π. Νικόδημο, χάριν τῆς ἰδικῆς του ἀγάπης καὶ οὐσιαστικῆς προσφορᾶς του πρὸς αὐτόν.
.            Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὴν θεομίμητη ταπείνωσή του; Ἦταν ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτέρους μοναχοὺς τῆς Μονῆς μας. Ἦταν καθαρότατος ψυχῇ καὶ σώματι καὶ ὑπεράξιος γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Ὁ πόθος του γιὰ τὸν Θεὸ ἀνείκαστος καὶ γιὰ τὴν ἁγία ἱεροσύνη ἀνείπωτος. Γι᾽ αὐτὸ ἐξ ἄλλου τελείωσε καὶ τὴν Ριζάρειο ἐκκλησιαστικὴ σχολή. Ὅμως ὅταν ὁ Γέροντας τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι δὲν θὰ τὸν προωθήση στὴν ἱερωσύνη, ἀποδέχθηκε ἀναντίρρητα τὴν ἀπόφασή του αὐτή. Ἤρχοντο νεώτεροί του στὴν Μονὴ καὶ ἐγίνοντο ἱερεῖς. Καὶ ὁ π. Νικόδημος οὔτε ζήλευε, οὔτε φθονοῦσε γι᾽ αὐτό. Ἀπεναντίας ἐχαίρετο μὲ τοὺς νέους ἱερεῖς καὶ ἐξέφραζε τὸν πόθο του πρὸς τὴν ἁγία ἱερωσύνη μὲ τὴν βαθειὰ τιμὴ καὶ τὸν σεβασμὸ ποὺ ἀπέδιδε σὲ αὐτούς. Μᾶς ἔλεγε τελευταία ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας: «Ἀναρωτιόμουν πῶς ὁ π. Νικόδημος διατηροῦσε ἀδιάλειπτα τὴν μνήμη τοῦ Θεοῦ μέσα του». Καὶ βρῆκα τὴν ἀπάντηση: «Διότι εἶχε πάντοτε βαθειὰ ταπείνωση».
.             Οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι ὡς ἀσώματοι δὲν ἔχουν ἀνάγκη πραγμάτων καὶ ὑπαρχόντων, ἀλλὰ καὶ ὁ π. Νικόδημος δὲν θησαύρισε ποτὲ θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, «ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι» (Ματθ. ϛ´ 19), ἀλλὰ «ἐν οὐρανῷ», διαμοιράζοντας, ὅπως προείπαμε, ὅλα ὅσα περνοῦσαν ἀπὸ τὰ χέρια του στοὺς ἄλλους.
.             Ὁ π. Νικόδημος -κατὰ κόσμον Ἰωάννης Κάντζας-γεννήθηκε στὸν Πειραιὰ ἀπὸ ἁπλούς, εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Χρῆστο καὶ τὴν Χρυσούλα, τὸ 1955. Εἶχε ἀκόμη ἕνα ἀδελφό, νεώτερο, τὸν Παρασκευά, ὁ ὁποῖος κρίμασιν οἶς οἶδε Κύριος ἐφονεύθη σὲ τροχαῖο δυστύχημα παραμονὲς τοῦ γάμου του σὲ ἡλικία μόλις 25 ἐτῶν. Ὁ π. Νικόδημος ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία πόθησε τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν. Ἦταν ἐκ κοιλίας μητρὸς ἀφορισμένος γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ. Γνώρισε τὸν σεβαστὸ Γέροντά μας στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Ἀρμᾶ Χαλκίδος τὸ 1972, ὅταν ὁ Γέροντας ἦταν ἡγούμενος σ᾽ αὐτήν. Ἀπὸ νεαρῆς ἡλικίας διεκρίνετο γιὰ τὴν εὐλάβειά του, τὸν θεῖο του ἔρωτα, τὴν ἁγνότητά του, τὴν σοβαρότητά του, τὴν πίστη του στὸν Θεό, τὴν δοξολογική του στάση ἀπέναντί Του, τὴν ταπείνωσή του, τὴν ὑπομονή του στὶς θλίψεις, τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη του πρὸς ὅλους. Εὑρισκόμενος ἤδη στὴν ἐπιθανάτιο κλίνη ἐκμυστηρεύθηκε σὲ κάποιο ἀδελφό: «Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ πολὺ ἀγάπησα τὸν Θεό. Ζήλευα τοὺς ἁγίους Μάρτυρας καὶ τοὺς παρακαλοῦσα: “Ἅγιοι Μάρτυρες, σᾶς παρακαλῶ, δῶστε μου μία σταγονίτσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη σας πρὸς τὸν Χριστό”». Καὶ συνέχισε: «Ἀδελφέ μου, εἰλικρινὰ σοῦ λέω, αὐτὸ ποὺ τότε ζητοῦσα, τώρα τὸ γεύομαι». Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πρόσθεσε: «Δὲν μποροῦσα νὰ καταλάβω τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου “ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός”. Εἰλικρινὰ σοῦ λέγω, ἀδελφέ μου, τώρα τὸν ζῶ». Ἔλεγε τὰ λόγια αὐτὰ λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του, ἐνῶ ἔφερε στὸ σῶμα του τὰ στίγματα τῶν παθημάτων ποὺ ὑπέμεινε ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν πλησίον.

.            Θὰ μπορούσαμε νὰ διαβεβαιώσουμε ὅτι ὁ π. Νικόδημος ξεπλήρωσε μὲ κάθε δυνατὴ τελειότητα τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου… καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτὸν» (Μάρκ. ιβ´ 30-31). Δὲν εἶναι λοιπὸν παράδοξο ποὺ ἀξιώθηκε νὰ λάβη μικρὴ γεύση ἀπὸ αὐτὰ ποὺ οἱ Ἅγιοι ἔζησαν, ἐφ᾽ ὅσον καὶ ὁ π. Νικόδημος ἀκολούθησε τὸ παράδειγμά των. Τὸν ἐνθυμεῖται ὁ Γέροντάς μας, ὅταν τὸν πρωτογνώρισε στὸν Ἅγιο Γεώργιο τῆς Χαλκίδος, ὡς ἕνα εὐλαβέστατο νέο, ποὺ στέκεται πλησίον κάποιου κίονος τοῦ ναοῦ, ὅλον ἐστραμμένο στὸν ἑαυτό του καὶ προσευχόμενο μετὰ δακρύων καὶ κατανύξεως, ποὺ προεδήλωνε ἔτσι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῶν μοναχικῶν ἀγωνισμάτων του τὴν μετέπειτα θαυμαστὴ βιωτή του.
.            Ὅταν συνέβη τὸ θλιβερὸ γεγονὸς τοῦ τραγικοῦ θανάτου τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁ π. Νικόδημος ἦταν ἤδη μοναχὸς στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πληροφορήθηκε τὸ λυπηρὸ ἄκουσμα μὲ πολλὴ ἠρεμία. Πόνεσε βαθύτατα μὲν ἀλλὰ δὲν ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ σκεφτεῖ, νὰ εἰπῆ ἢ νὰ πράξη κάτι ἀνάρμοστο. Ἔφυγε ἐσπευσμένα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ παρευρεθῆ στὴν κηδεία. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας στέκεται πλησίον τοῦ νεκροῦ, σύννους, ἐκστατικὸς καὶ μετὰ δακρύων. Ὅταν ἀργότερα ἐρωτήθηκε τί σκέπτεται τὴν ὥρα ἐκείνη, αὐτὸς ἀπήντησε: «Μελετοῦσα καὶ θαύμαζα τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ».
.             Ἰδού τεκμήριο ψυχῆς θεοφιλοῦς, ποὺ ζῆ καὶ ἀναπνέει μόνο γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν δόξα Του! Εὐρισκόμενος πρὸ τοῦ κεκοιμημένου φιλτάτου ἀδελφοῦ του δὲν λυγίζεται ἀπὸ τὰ βλεπόμενα λυπηρά, ἀλλὰ κινεῖτο πρὸς δοξολογία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ μὴ βλεπόμενα ἀγαθὰ τῆς βασιλείας Του, στὰ ὁποῖα μετέβαινε ὁ ἀδελφός του.
.             Ὅμως ὁ ἀπροσδόκητος θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ του βύθισε σὲ ἀνέκφραστο πένθος τὴν οἰκογένειά του. Ὁ πατέρας του, μὴ ὑποφέροντας τὸ τραγικὸ γεγονός, πολὺ σύντομα ἐγκατέλειψε τὴν παροῦσα ζωὴ προσβεβλημένος ἀπὸ βαρεία καὶ ἀνίατο νόσο.
.             Ὅταν ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντος μεταφυτεύθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γεώργιο Ἀρμᾶ Χαλκίδος στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1974, ὡς ἕνας ἐξ αὐτῶν καὶ ὁ π. Νικόδημος εὑρέθη στὸ Ἅγιον Ὄρος. Πιστὸς τηρητὴς τῶν ἐπιταγῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων σκέφθηκε ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ξαναβγεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν κατανοοῦσε πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ βοηθῆ τοὺς ἄλλους, μὲ ἔργα καὶ λόγους, πόθος ποὺ ὅπως προείπαμε κατέφλεγε ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας τὴν ψυχή του. Ὅμως ὁ Ἅγιος Θεὸς δὲν ἄφησε ἀνεκπλήρωτη οὔτε τὴν ἐπιθυμία του αὐτή. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τοῦ πατέρα του ἔμεινε μόνη καὶ ἀπροστάτευτη ἀνθρωπίνως ἡ μητέρα του, κ. Χρυσούλα, καὶ μάλιστα μὲ πολλὰ καὶ σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας, χωρὶς κάποιον συγγενῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴν φροντίζει.
.             Ὁ σεβαστὸς Γέροντάς μας, ποὺ ἀγαπᾶ ὄχι μόνον τὰ πνευματικά του τέκνα ἀλλὰ καὶ τοὺς γονεῖς των, ποὺ τὰ προσέφεραν στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, φροντίζοντας καὶ γιὰ τὴν κ. Χρυσούλα, ἀπέστειλε τὸν π. Νικόδημο στὴν πατρίδα του, τὸν Πειραιά, γιὰ νὰ τῆς συμπαρασταθεῖ.
.             Βέβαια ὁ συμφυρμὸς τοῦ μοναχοῦ μὲ τὸν κόσμο, καὶ μάλιστα γιὰ μακρὸ χρονικὸ διάστημα, εἶναι πράγμα πολὺ ἐπικίνδυνο.
.              Στὴν περίπτωση ὅμως τοῦ π. Νικοδήμου ὁ Γέροντάς μας δὲν δίστασε νὰ τὸν στείλει ἐν μέσῳ τῶν θορύβων τοῦ κόσμου, ἐμπιστευόμενος βέβαια στὴν πανσθενουργὸ θεία Χάρι ἀλλὰ καὶ στὴν ὑψηλὴ πνευματικὴ κατάστασι τοῦ π. Νικοδήμου, ἡ ὁποία ἦταν θεμελιωμένη στὴν ἀκράδαντη βάσι τῆς πίστεως στὸν Θεὸ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὸν Γέροντα.
.             Καὶ δὲν ἀστόχησε στὴν ἀπόφασή του αὐτή. Συγχρόνως ὅμως καὶ ὁ π. Νικόδημος ἔβλεπε πίσω ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τοῦ Γέροντος τὸ σχέδιο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν θεία νεῦσι στὴν θεοφιλῆ ἐπιθυμία του νὰ συμπαρίσταται στοὺς χειμαζομένους ἀδελφούς του ἐκ τοῦ κόσμου, τοὺς καταπονουμένους ἀπὸ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ τὰ βάσανα.
.             Ἐπὶ μία δεκαετία -μέχρι τὴν κοίμησή της- παρέμεινε ὁ π. Νικόδημος κοντὰ στὴν μητέρα του, ὑπηρετώντας την μὲ αὐτοθυσία καὶ αὐταπάρνηση καὶ ἔχοντας συνείδηση ὅτι ἡ ὑπακοή του αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ συνέχεια τῆς ὑπακοῆς του στὸν Γέροντά του καὶ τὴν ἀδελφότητά του, συμφώνως πρὸς τὶς μοναχικές του ὑποσχέσεις κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς κουρᾶς τοῦ Μεγάλου καὶ Ἀγγελικοῦ Σχήματος, διότι δὲν ἐξῆλθε αὐτεξουσίως στὸν κόσμο ἀλλ᾽ ἐξ ὑπακοῆς.
.             Καὶ πράγματι, ὁ π. Νικόδημος ἔζησε μὲ κάθε ἀκρίβεια, πληρότητα καὶ τελειότητα τὴν μοναχικὴ ζωὴ ἐν μέσῳ Πειραιεῖ. Ξεπέρασε ὅλους ἐμᾶς, ποὺ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν ἀπομακρυνθήκαμε καθόλου ἀπὸ τὴν Μονή μας.
.              Ἔκανε πολὺ καθαρότερη καὶ ἀκριβέστερη ὑπακοὴ ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ ἤμασταν συνεχῶς κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη τοῦ Γέροντος. Ὁ π. Νικόδημος, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν μαρτυρία πολλῶν, λαϊκῶν καὶ μοναχῶν, ἀνέπνεε, ζοῦσε καὶ ἐνεργοῦσε κάθε τί ἔχοντας συνεχῶς τὸ ὄνομα καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Γέροντος στὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ εὐλογήθηκε πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό. Διατήρησε καθαρότητα ψυχῆς πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ δὲν ἀντικρίσαμε κάτι ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου εὑρισκόμενοι διαρκῶς μέσα στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας μας. Καὶ ἀξιώθηκε πολλῶν χαρισμάτων ἀπὸ τὸν Θεό, τῆς ὑπομονῆς, τῆς καρδιακῆς χαρᾶς, τῆς ἀτελευτήτου δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, τοῦ παρηγορητικοῦ λόγου πρὸς τοὺς τεθλιμμένους, τῆς ἀγάπης πρὸς ὅλους, λόγῳ τῆς καθαρότητάς του αὐτῆς, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8).
.              Αὐτά εἶναι τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ὅταν βρεῖ ἀνθρώπους ἀξίους ἑαυτοῦ καὶ δεκτικοὺς τῶν θείων ἐπιλάμψεων. Ὅσο καιρὸ παρέμεινε στὸν Πειραιά, δὲν ἔπαυσε νὰ εὐεργετῆ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ παράδειγμά του, τὰ ἔργα του καὶ τοὺς λόγους του. Τὰ λόγια του ἦταν πάντοτε θεοφιλῆ.
.             Ποτὲ δὲν ἀργολογοῦσε οὔτε ἀστειευόταν. Μιλοῦσε ἀτελείωτες ὧρες, εἴτε διὰ ζώσης εἴτε τηλεφωνικά, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἐκστομίζει πράγματα μάταια ἢ ψυχοβλαβῆ. Μοναδικὸς σκοπός του ἦταν πάντοτε ἡ ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Ἀγαποῦσε ὅλους ὡς γνησίους ἀδελφούς του. Μέχρι τὰ τελευταῖα του, ἂν καὶ ἡ δύσπνοια τὸν δυσκόλευε νὰ ὁμιλεῖ ἐλεύθερα, δὲν σταμάτησε νὰ διδάσκει, νὰ παρηγορῆ καὶ νὰ ἐνισχύη τοὺς ἄλλους.
.             Δὲν ὑστέρησε ὅμως καθόλου καὶ στὴν ἔμπρακτη ἐλεημοσύνη αὐτῶν ποὺ εἶχαν ἀνάγκη. Θὰ μπορούσαμε ἀνεπιφύλακτα νὰ ἐπαναλάβουμε καὶ γιὰ τὸν π. Νικόδημο τὸν ψαλμικὸ λόγο: «σκόρπισε, ἔδωκε τοῖς πένησιν ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰώνα τοῦ αἰῶνος» (Ψαλμ. ρια´ 9). Πέρασαν ἀπὸ τὰ χέρια του πολλὰ πράγματα ἀξίας ἀλλὰ καὶ χρήματα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύονταν εὐλαβεῖς Χριστιανοί. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως τὰ χάριζε ἁπλόχερα σὲ ὅσους ἡ ἀγαπῶσα καρδία του ἔκρινε ὅτι τὰ εἶχαν ἀνάγκη.
.              Ὅταν μετὰ τὴν κοίμηση τῆς μητέρας του εὑρέθη καὶ πάλι γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι μας, συμπεριφερόταν σὰν νὰ μὴ εἶχε λείψει καθόλου ἀπὸ τὴν Μονή, ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι οὐδέποτε ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ Αὐτὴν νοερὰ καὶ καρδιακά. Ἡ μακρὰ ἐνασχόλησίς του μὲ τὰ προβλήματα τῆς ὑγείας τῆς μητέρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ κάποια προβλήματα τῆς δικῆς του ὑγείας, τῶν ὁποίων ἡ σοβαρότης ἀπὸ λάθος ἐκτίμηση τῶν ἰατρῶν δὲν εἶχε γίνει ἀντιληπτή. Ὅταν ὅμως μετὰ τὴν κοίμηση τῆς μητέρας του θέλησε νὰ ἀσχοληθεῖ πιὸ προσεκτικὰ μὲ αὐτά, διεγνώσθη βαρεία καρδιακὴ ἀνεπάρκεια τελικοῦ σταδίου.
.             Ἀνθρωπίνως ἡ μόνη δυνατὴ θεραπεία ποὺ ὑπῆρχε ἦταν ἡ μεταμόσχευσις καρδίας. Ὅμως παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες προτάσεις τῶν ἰατρῶν μέχρι καὶ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του, δὲν δέχθηκε νὰ μεταμοσχευθεῖ. Ἀγαποῦσε καὶ ἐχαίρετο τὴν ζωή. Μὲ πολὺ μεγάλη σχολαστικότητα τηροῦσε τὶς ὁδηγίες τῶν ἰατρῶν, θεωρώντας τὴν ἀμέλεια ὡς ἐφάμαρτη κατὰ τὸν ἀποστολικὸ λόγο: «οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἔστε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς» (Α´ Κορ. γ´ 16).
.             Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «θέλω νὰ ζήσω. Βάλτε μου τὴν τεχνητὴ καρδιὰ ἢ ὅ,τι ἄλλο τεχνικὸ μέσο διαθέτει ἡ ἐπιστήμη. Ὅμως ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶ μία καρδιὰ ποὺ θὰ προέρχεται ἀπὸ ἕνα “ἐγκεφαλικὰ νεκρό”, ὁ ὁποῖος γιὰ μένα δὲν εἶναι νεκρὸς ἀλλὰ ζῶν καὶ βαρύτατα πάσχων ἀσθενής». Τὴν πεποίθησή του αὐτή, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς εἶχε ὑπερασπισθῆ στὸ παρελθόν, πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθῆ τὸ πρόβλημα τῆς ὑγείας του, ὑπεστήριξε καὶ τώρα μὲ ἀπολυτη εἰρήνη καὶ σταθερότητα ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του.
.             Ὁ π. Νικόδημος αἰσθανόταν τὸ «Ὠνάσειο Καρδιοχειρουργικὸ Κέντρο» σὰν «δεύτερο μοναστήρι του», ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε. Ἀγαποῦσε ὅλους τοὺς ἐργαζομένους στὸ Ἵδρυμα, ἰατρούς, νοσηλευτικὸ καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικό, ἀλλὰ καὶ πολὺ ἠγαπᾶτο ἀπὸ αὐτούς.
.             Βοηθήθηκε πολὺ ἀπὸ ὅλους, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὸν κ. Γ. Α., ποὺ τὸν θεωροῦσε κατ᾽ ἐξοχὴν ἰατρό του, ἄριστο ἐπιστήμονα, ἀνιδιοτελῆ, γεμάτο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς του καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως γιὰ τὸν π. Νικόδημο.
.             Ὁ συγκεκριμένος ἰατρὸς ἀγωνίσθηκε μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις του νὰ παρατείνει τὴν ζωὴ τοῦ π. Νικοδήμου, ἐλπίζοντας καὶ σὲ κάποιο νεώτερο ἐπίτευγμα τῆς ἐπιστήμης, «προκειμένου νὰ συνεχίση τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του», ὅπως ἔλεγε, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὴν μεγάλη βοήθεια ποὺ ἐλάμβαναν ὅσοι τὸν πλησίαζαν. Παρετάθη μάλιστα ἡ ζωὴ τοῦ π. Νικοδήμου μὲ τὴν θεία βοήθεια καὶ χάρις στὶς προσπάθειες τῶν ἰατρῶν πολὺ περισσότερο ἀπὸ ὅσο προέβλεπαν τὰ κατὰ καιροὺς δημοσιευόμενα στὰ ἐπιστημονικὰ περιοδικὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης.
.             Ὅμως καὶ ὁ π. Νικόδημος παραμένοντας στὸ «Ὠνάσειο» βοήθησε πολὺ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς συνοδούς των καὶ τὸ νοσηλευτικὸ προσωπικό του. Ἡ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τοῦ π. Νικοδήμου γιὰ τὸν Θεὸ ξεχείλιζε ὡς ποταμὸς μὲ γλυκύρροα νάματα καὶ ἀγκάλιαζε κάθε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν πλησίαζε.
.             Δὲν ὑπῆρχε ψυχὴ πονεμένη, λυπημένη, ταραγμένη, συγχυσμένη, ποὺ νὰ ἔφυγε ἀπὸ κοντά του χωρὶς νὰ λάβη βάλσαμο, παρηγοριὰ καὶ ἀνάπαυση. Ἦταν πολὺ συνηθισμένη στὰ χείλη του ἢ φράσις: «Νὰ χαίρεσαι! Νὰ χαίρεσαι!» ποὺ ἀπηύθυνε πρὸς ὅλους. Ἀναφέρουμε σὰν παράδειγμα τὴν περίπτωση μιᾶς εὐλαβοῦς νοσηλεύτριας, ποὺ κάποια Μ. Παρασκευὴ ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ μείνει στὸ Νοσοκομεῖο λόγῳ ὑπηρεσίας. Ἦταν πολὺ λυπημένη ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐκκλησιασθεῖ. Ὁ π. Νικόδημος, νοσηλευόμενος τότε καὶ αὐτός, κατόρθωσε μὲ τοὺς θεοπρεπεῖς του λόγους νὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ νὰ τὴν χαροποίηση, τονίζοντάς της τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν γι᾽αὐτὴν πολὺ περισσότερο ἐκεῖ στὸ Νοσοκομεῖο, στὰ πρόσωπα τῶν ἀσθενῶν ποὺ ὑπηρετοῦσε, ἀπὸ ὅ,τι ἦταν στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἔργο του αὐτὸ δὲν τὸ σταμάτησε μέχρι τὸ τέλος.
.             Ὁ ἴδιος πέθαινε, ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἐδέχετο τὴν μεταμόσχευση, καὶ ζωοποιοῦσε τοὺς ἄλλους. Ἂν καὶ εὐρίσκετο στὴν κλίνη τῆς ἀσθενείας, δὲν ἔπαυε νὰ δίνη χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς γύρω του. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ οὐσιαστικὴ συμπαράστασή του μὲ εὐλογίες τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν καὶ μὲ οἰκονομίες του στὸν ἀγαπητὸ ἀδελφὸ Ἰωάννη, εὐλογημένο λαϊκὸ ἀδελφό, ποὺ μὲ αὐτοθυσία τοῦ συμπαραστάθηκε σὲ ὅλες τὶς δύσκολες ὧρες του μέχρι τέλους.
.             Ἡ ἀσθένεια τοῦ π. Νικοδήμου ἦταν πολὺ βασανιστική, λόγῳ τῆς μεγάλης δύσπνοιας ἀκόμη καὶ ἐν ἠρεμίᾳ, ποὺ δὲν τοῦ ἐπέτρεπε οὔτε καὶ τὸν ὕπνο. Παρὰ τὴν ταλαιπωρία, τὶς ἀϋπνίες καὶ τὴν σαφῆ γνῶσι ὅτι ὁ θάνατος πλησιάζει, βασίλευε μονίμως στὴν ψυχή του ἢ θεϊκὴ χαρά, τῆς ὁποίας ἔκανε κοινωνοὺς ὅλους ὅσους τὸν προσέγγιζαν.
.             Τὸν τελευταῖο καιρὸ τραγουδοῦσε πολὺ συχνὰ μὲ πολλὴ χάρι ἕνα τραγουδάκι, ἐκφραστικὸ τῶν βιωμάτων του: «Ὄμορφη μικρὴ βαρκούλα, γιὰ ποῦ ἔβαλες πανί, ἔχει θάλασσα κι ἀγέρα, δὲν φοβᾶσαι μοναχή; Μὴ μὲ βλέπετε μικρούλα κι ἀραγμένη στὸ γιαλό, τ᾽ ὄνομά μου εἶναι πίστις καὶ τὰ κύματ᾽ ἀψηφῶ…».
.             Ὁμιλώντας τηλεφωνικῶς μὲ ἕνα ἀδελφὸ στὴν Μονή, τοῦ ἔψαλε μὲ τὴν γλυκεία φωνή του τὸν Ἀναστάσιμο Κανόνα, πανηγυρικὰ καὶ μεγαλόπρεπα: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἔψαλε ὅλη τὴν α´ ὠδὴ μαζὶ μὲ τὰ τρία ἀκροτελεύτια «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ τὸ «Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου». Ἐὰν ὁ ἀδελφὸς δὲν τὸν διέκοπτε, θὰ συνέχιζε καὶ τὶς ὑπόλοιπες ὠδὲς τοῦ Κανόνος. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κίτρους κ. Ἀγαθόνικος εὑρέθη στὸ «Ὠνάσειο», γιὰ νὰ συμπαρασταθεῖ στὴν ἐγχείρηση τῆς εὐλαβεστάτης ἀδελφῆς του, τότε ποὺ καὶ ὁ π. Νικόδημος νοσηλεύετο ἐκεῖ. Ἡ συνάντησις τοῦ Σεβασμιωτάτου μὲ τὸν π. Νικόδημο ἦταν ἀφορμὴ μεγάλης χαρᾶς γιὰ τὸν π. Νικόδημο ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Κίτρους. Ἐρχόταν καθημερινῶς γιὰ τὴν ἀδελφή του, ἀλλὰ παρέμενε πολλὴ ὥρα στὸν θάλαμο τοῦ π. Νικοδήμου ρουφώντας κυριολεκτικὰ τὰ λόγια του. Ἔβλεπε κανεὶς τότε ἕνα παράδοξο πράγμα: Ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ ἀκούει σιωπηλὸς ὁμιλοῦντα ἕνα ἁπλὸ μοναχό. Ἀπόδειξις τῆς ἁγιότητας τοῦ Σεβασμιωτάτου ἀλλὰ καὶ τῆς χαριτωμένης ψυχῆς τοῦ π. Νικοδήμου. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι ἀφύσικο, ἐφ᾽ ὅσον μόνον οἱ ἅγιοι καταλαβαίνουν τοὺς ἁγίους.
.             Ἀργότερα ἔλεγε ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς τοὺς παρευρισκομένους: «Τὸ πρόσωπό του -τοῦ π. Νικοδήμου- εἶναι σὰν τοῦ Χριστούλη», μαρτυρία ποὺ ἐπιβεβαίωναν καὶ πολλοὶ ἄλλοι.
.             Τὸν π. Νικόδημο ἐπισκέφθηκε στὸ «Ὠνάσειο» καὶ ὁ ἐπίσκοπος τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ. Πολὺ χάρηκε, ἐνισχύθηκε καὶ παρηγορήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψι αὐτή. Συγχρόνως βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκφράση τὴν εὐγνωμοσύνη του στὸν Σεβασμιώτατο γιὰ τὸ πολυσχιδὲς ποιμαντικὸ ἔργο του στὴν Ἐπαρχία του καὶ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στοὺς πεπαρρησιασμένους ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀγῶνας του.
.               Ὅμως πολὺ σύντομα ὁ π. Νικόδημος καθηλώθηκε στὴν ἐπιθανάτιο κλίνη μὲ πολὺ ἰσχυροὺς πόνους καὶ βαρεία δύσπνοια. Ὅμως ἡ θεολόγος γλώσσα του δὲν ἔπαυε νὰ κελαηδῆ ὕμνους καὶ δοξολογίες στὸν Θεό. Έλεγε μὲ φωνὴ σβησμένη καὶ συνεχῶς διακοπτόμενη ἀπὸ τὴν δύσπνοια: «Μὲ ἐρωτοῦν: “Γιατί π. Νικόδημε ὅλες οἱ συμφορὲς σὲ σένα; Θάνατος τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ πατέρα, βαρεία ἀσθένεια τῆς μητέρας, ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν ἀγαπημένη σου Μονή, βαρεία καὶ ἀνίατη ἀσθένεια;” Καὶ ἐγὼ τοὺς ἀπαντῶ: “Γιατί πολὺ μὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός. Καὶ ἐγὼ πολὺ Τὸν ἀγαπῶ. Πολὺ Τὸν ἀγαπῶ”» καὶ συνέχισε κλαίων μὲ τὰ δάκρυα τοῦ θείου ἔρωτος.
.             Λίγο ἀργότερα πάλι ἔλεγε: «Μέσα ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς πολυκύμαντης ζωῆς μου αἰσθάνομαι χαρά, εἰρήνη, δοξολογία, εὐχαριστία, εὐγνωμοσύνη, τὸν Χριστό. Τώρα χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου». Αὐτὰ ἦταν καὶ τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ π. Νικόδημου. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἡ τρισευλογημένη καὶ χαριτωμένη καρδιὰ τοῦ π. Νικοδήμου ἔπαυσε νὰ πάλλη. Ὁ θάλαμός του γέμισε ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ Νοσοκομείου.
.             Ὅλοι ἔτρεξαν γιὰ νὰ διαδηλώσουν μὲ τὸν τρόπο τους τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμησή τους πρὸς τὸν ταπεινὸ μοναχὸ π. Νικόδημο, τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔθεσε ὡς στόχο τῆς ζωῆς του ὄχι τὸ ἴδιον ὄφελος ἀλλὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ἀδελφοῦ, τὸν ἄνθρωπο ποὺ παρὰ τὶς μεγάλες δοκιμασίες του δὲν ἔπαυσε οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δοξολογεῖ τὸν Θεό, τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀκραδάντου πίστεως καὶ ἐλπίδος στὸν Θεό, ποὺ ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὶς πονηρὲς ἠμέρες μας γιὰ νὰ μᾶς δείξει μὲ τὸ παράδειγμά του τὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς σωτηρίας.
.             Γι᾽ αὐτὸ δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁμολογήθηκε ἀπὸ τοὺς θεράποντές του ὅτι «δὲν πέρασε ἄλλος ἄρρωστος ἀπὸ τὸ Ὠνάσειο σὰν τὸν π. Νικόδημο». Καὶ ὁ ἀγαπητός του ἰατρός, κ. Γ. Α., μετὰ τὴν Ἀγρυπνία-κηδεία ποὺ ἐτελέσθη στὸν Ἱ. Ναὸ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Πειραιᾶ ἐξέφρασε τὴν θερμὴ ἐπιθυμία νὰ συγκεντρώνονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὅσοι γνώρισαν τὸν π. Νικόδημο, γιὰ νὰ τὸν θυμοῦνται καὶ νὰ ἀνανεώνουν μέσα τους ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔζησαν κοντά του.
.             Ὁ ἴδιος σὲ ἄλλη στιγμὴ εἶχε πεῖ: «Πολὺ μοῦ μιλᾶ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος». Μετὰ τὴν νυκτερινὴ ἀκολουθία στὸν Πειραιὰ τὸ σκήνωμα τοῦ μετεφέρθη στὴν Ἱερὰ Μονή μας, ὅπου ἐπανελήφθη ἡ νεκρώσιμος Ἀκολουθία.
.              Τὸ σκήνωμα τοῦ π. Νικοδήμου ἐναπετέθη στὸ κοιμητήριο τῆς Μονῆς προσδοκώντας «ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» ἡ δὲ ψυχή του χαίρεται καὶ ἀγάλλεται «ἐν χώρᾳ ζώντων» καὶ «ἐν σκηναῖς δικαίων», ἔνθα καταλάμπει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο θερμῶς ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας ἀγάπησε.

Αἰωνία σου ἡ μνήμη, ἀξιομακάριστε καὶ ἀείμνηστε ἀδελφὲ ἡμῶν π. Νικόδημε!

Ι. Δ. Γ.

ΠΗΓΗ: alopsis.gr
http://christianvivliografia.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

1.Μπορεῖτε νά δεῖτε τίς προηγούμενες δημοσιεύσεις τοῦ ἱστολογίου μας πατώντας τό: Παλαιότερες ἀναρτήσεις (δεῖτε δεξιά)

2.Καλλίτερη θέαση τοῦ ἱστολογίου μέ τό Mozilla.

3.Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση τῶν ἀναρτήσεων μέ τήν προϋπόθεση ἀναγραφῆς τῆς πηγῆς

4.Ἐπικοινωνία: hristospanagia@yahoo.gr
.
Γιά ἐνημέρωση μέσῳ ἠλεκτρονικοῦ ταχυδρομείου στεῖλτε μας τό e- mail σας στό hristospanagia@yahoo.gr

ΕΤΙΚΕΤΕΣ - ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ