Οι όροι αυτοί δεν είναι τυπικοί. Είναι ουσιαστικοί. Και η παραβίασή τους συνεπάγεται κυρώσεις, ακόμη και επιστροφή των χρημάτων.
Έτσι, στο πλαίσιο των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης, η παραβίαση των παραπάνω οριζόντιων αρχών (όπως ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η μη διάκριση) ενεργοποιεί έναν αυστηρό μηχανισμό ελέγχου.
Για τα εκκλησιαστικά έργα που χρηματοδοτούνται είτε στο Άγιο Όρος είτε εκτός Αγίου Όρους, οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε περίπτωση καταγγελίας ή διαπίστωσης παραβίασης είναι οι εξής:
α) Δημοσιονομική Διόρθωση (Επιστροφή Χρημάτων): Εάν αποδειχθεί ότι ο δικαιούχος (π.χ. μια Μονή) παραβίασε τις αρχές περί μη διάκρισης κατά την εκτέλεση του έργου (π.χ. σε προσλήψεις προσωπικού ή ανάθεση συμβάσεων), η Διαχειριστική Αρχή μπορεί να επιβάλει την ολική ή μερική επιστροφή της χρηματοδότησης ως «αχρεωστήτως καταβληθείσα».
β) Διακοπή Χρηματοδότησης: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αναστείλει τις πληρωμές προς το συγκεκριμένο κράτος-μέλος ή το συγκεκριμένο πρόγραμμα, εάν κριθεί ότι δεν διασφαλίζεται ο σεβασμός του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ+).
γ) Αποκλεισμός από Μελλοντικά Προγράμματα: Μια σοβαρή παραβίαση των όρων της σύμβασης μπορεί να οδηγήσει στον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό του φορέα από μελλοντικές προσκλήσεις χρηματοδότησης.
δ) Διοικητικές και Ποινικές Κυρώσεις: Πέρα από τα οικονομικά μέτρα, εάν η διάκριση συνιστά παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας (Ν. 4443/2016), επιβάλλονται πρόστιμα από την Επιθεώρηση Εργασίας ή την Αρχή Διαφάνειας.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε μοναστήρι ή εκκλησιαστικός φορέας που εντάσσεται σε τέτοια προγράμματα: δεν λαμβάνει απλώς χρήματα. Αποδέχεται ένα πλαίσιο.
3.- Το κρίσιμο σημείο: ουδετερότητα ή κατεύθυνση;
Θεωρητικά, οι όροι αυτοί παρουσιάζονται ως «ουδέτεροι»: ποιος μπορεί να είναι κατά της ισότητας ή της μη διάκρισης;
Στην πράξη όμως, οι έννοιες αυτές δεν είναι ουδέτερες. Εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώνεται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεθνών ελίτ. Και αυτό το πλαίσιο: δεν περιορίζεται στην αποφυγή αδικιών, αλλά τείνει να κανονικοποιεί συγκεκριμένες αντιλήψεις για τον άνθρωπο, το φύλο και την ανθρώπινη φύση. Αυτό το πλαίσιο οριοθετείται από τις επιδιώξεις μιας ατζέντας και εν προκειμένω της woke ατζέντας.
4.- Η σιωπηλή μετατόπιση
Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα και είναι βαθύ.
Όταν ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα αποδέχεται αυτούς τους όρους, λειτουργεί εντός αυτού του πλαισίου και προσαρμόζει πρακτικές για να μην συγκρουστεί με αυτό, τότε, έστω και άθελά του, συμβάλλει στη σταδιακή εμπέδωση αυτής της κατεύθυνσης.
Όχι με διακηρύξεις. Αλλά με συμμετοχή. Και η συμμετοχή, πολλές φορές, είναι πιο ισχυρή από τη ρητορική.
5.- Το θεολογικό όριο
Η Εκκλησία, και πολύ περισσότερο τα μοναστήρια, δεν είναι απλοί οργανισμοί.
Δεν υπάρχουν για να διαχειρίζονται έργα. Υπάρχουν για να υπηρετούν την αλήθεια. Και η ορθόδοξη παράδοση είναι σαφής σε θεμελιώδη ζητήματα ανθρωπολογίας και ήθους.
Όταν λοιπόν εισάγονται, έστω έμμεσα, πλαίσια που αντιμετωπίζουν κάθε σεξουαλική επιλογή ως ισοδύναμη, προωθούν ακόμη την κανονικοποίηση πρακτικών ασύμβατων με την εκκλησιαστική διδασκαλία, τότε τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένα πνευματικό ίδρυμα να συμμετέχει σε ένα τέτοιο πλαίσιο χωρίς να αλλοιώνεται;
6.- Το μεγάλο λάθος: «ο καλός σκοπός»
Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα: «παίρνουμε τα χρήματα για καλό σκοπό».
Αλλά η ιστορία της Εκκλησίας διδάσκει κάτι διαφορετικό: Ο καλός σκοπός δεν αγιάζει κάθε μέσο. Αντίθετα, πολλές φορές: το μέσο είναι αυτό που αλλοιώνει τον σκοπό.
7.- Η κραυγαλέα αντίφαση
Την ίδια στιγμή που εκκλησιαστικοί θεσμοί, Ιερά Σύνοδος, Άγιον Όρος, διακηρύσσουν (και ορθώς) δημόσια την αντίθεσή τους στον ομόφυλο γάμο και στην ομόφυλη γονεϊκότητα, υπερασπιζόμενοι την ορθόδοξη ανθρωπολογία, παρατηρείται ένα παράδοξο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Οι ίδιοι αυτοί φορείς προσφεύγουν σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης, αποδεχόμενοι συμβατικά ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει την πλήρη προστασία των δικαιωμάτων αυτών.
Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μία, διακηρύσσεται η θεολογική αλήθεια. Από την άλλη, υπογράφεται η συμμόρφωση σε ένα διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο.
8.- Δεν είναι άγνοια, είναι επιλογή
Δεν μπορεί πλέον να υποστηριχθεί σοβαρά ότι αυτό γίνεται από άγνοια.
Οι όροι είναι γνωστοί. Οι δεσμεύσεις σαφείς. Οι συνέπειες συγκεκριμένες.
Άρα το ερώτημα τίθεται ευθέως: γίνεται αυτή η αποδοχή εν γνώσει; Και αν ναι, τότε το πρόβλημα δεν είναι διοικητικό. Είναι πνευματικό και ηθικό.
9.- Η λεπτή γραμμή της υποκρισίας
Όταν κάποιος διακηρύσσει κάτι ως αλήθεια, αλλά στην πράξη αποδέχεται πλαίσια που το αναιρούν ή το υπονομεύουν, τότε δεν έχουμε απλώς αντίφαση. Έχουμε υποχώρηση.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουμε κάτι ακόμη πιο βαρύ: μια μορφή θεσμικής υποκρισίας. Διότι δεν μπορείς να ομολογείς την αλήθεια με λόγια και να την αναιρείς με υπογραφές.
10.- Η παγίδα του χρήματος
Το χρήμα δεν είναι ουδέτερο. Κουβαλά όρους, προϋποθέσεις, κατευθύνσεις.
Και όταν αυτά γίνονται αποδεκτά χωρίς διάκριση, τότε αρχίζει μια αργή αλλά πραγματική μετατόπιση. Όχι απαραίτητα στη διδασκαλία, αλλά στη στάση, στη σιωπή, στην ανοχή.
11.- Μια αναγκαία αφύπνιση
Τα μοναστήρια και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα οφείλουν να σταθούν με ιδιαίτερη προσοχή απέναντι σε αυτές τις επιλογές. Όχι από φοβία. Αλλά από συνείδηση αποστολής.
Γιατί αν χαθεί η διάκριση, τότε εύκολα μπορεί να χαθεί και το μέτρο. Τα χρήματα δεν πρέπει ποτέ να μας κάνουν να ξεχνάμε Ποιον υπηρετούμε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου