378. Ἀπαγορεύεται ἡ μαγεία;
Ἐρώτηση ἑνὸς ἐνορίτη : Ἀπαγορεύεται ἡ μαγεία;
Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἱερέα: Ἀπὸ τὴν κατανόηση τῆς ὀλέθριας σχέσης τῶν κακῶν πνευμάτων μὲ ἐμᾶς, προκύπτει φυσικὰ πόσο ἁμαρτωλοὶ εἶναι ὅσοι ἀναζητοῦν κοινωνία μαζί τους μέσῳ τῆς λεγόμενης μαύρης μαγείας ἢ μαγείας. Ἡ μαγεία ἀπαγορευόταν αὐστηρὰ μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τιμωρούμενη μὲ θάνατο (Δεύτ. 18:10-12). Οἱ κανονικοὶ κανόνες τῆς ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀφορίζουν ἐπίσης τοὺς μάγους ὡς αἱρετικούς .
379. Σήμερα εἶναι ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Συμεῶν του Στυλίτη, τοῦ ἀγγέλου μου· σᾶς παρακαλῶ, Πάτερ, νὰ μοῦ πεῖτε πῶς ἔζησε;
Ἐρώτηση ἐνορίτη : Σήμερα εἶναι ἡ ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Συμεῶν του Στυλίτη, τοῦ ἀγγέλου μου. Σᾶς παρακαλῶ, Πάτερ, νὰ μοῦ πεῖτε γιὰ τὴ ζωή του.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἱερέα : Μὲ ἀγάπη, πρὸς δόξα Θεοῦ, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Συμεῶν του Στυλίτη, καὶ πρὸς ὄφελος τῶν ψυχῶν μας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴ ζωή του. Ἀκοῦστε!
«Ὁ Ὅσιος Συμεῶν, ποὺ ὀνομαζόταν Στυλίτης, σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο. Ἔχοντας βάλει στὴν καρδιά του νὰ ἀσκηθεῖ σὲ μιὰ μοναδικὴ στοχαστικὴ σκέψη γιὰ τὸν Θεό, βρῆκε μιὰ συγκεκριμένη σπηλιὰ καί, πέφτοντας σταυροειδῶς στὸ ἔδαφος, προσευχήθηκε κλαίγοντας στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὸν δρόμο πρὸς τὴ σωτηρία. Κουρασμένος ἀπὸ τὴν ἐπίγεια λατρεία, ὁ νεαρὸς Συμεῶν ἀποκοιμήθηκε καὶ εἶδε τὸ ἀκόλουθο ὅραμα: τοῦ φάνηκε ὅτι ἔσκαβε τὴ γῆ γιὰ νὰ βάλει τὰ θεμέλια γιὰ κάποιο στέρεο κτίριο καὶ ἄκουσε μιὰ φωνή: « Σκάψε βαθύτερα». Ἀφοῦ κόπιασε γιὰ λίγο καὶ σκέφτηκε ὅτι αὐτὸ τὸ βάθος ἦταν ἀρκετὸ γιὰ ἕνα στέρεο θεμέλιο, ὁ Συμεῶν σταμάτησε. Ἀλλὰ ἄκουσε ξανά: « Σκάψε βαθύτερα». Ὁ ἐργάτης ἄρχισε νὰ σκάβει ξανὰ τὴ γῆ, ἀλλὰ κουρασμένος, μόλις ποὺ εἶχε ἀφήσει τὸ φτυάρι, ὅταν ἄκουσε τὴν ἴδια φωνή: « Σκάψε βαθύτερα», γιὰ τρίτη φορά. Τότε ὁ Συμεῶν συγκέντρωσε ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ κόπιασε μέχρι ποὺ μιὰ ἀόρατη φωνή του εἶπε: « Σταμάτα, τὰ θεμέλια θὰ εἶναι στέρεα. «Χτίζεις μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό». Ἀφοῦ ξύπνησε ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὁ Συμεῶν εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ γιὰ ἕνα τόσο σωτήριο μάθημα καὶ θυμόταν πάντα ὅτι τὸ θεμέλιο μιᾶς ἐνάρετης ζωῆς εἶναι ἡ ἐργασία.
Ὁ Ἅγιος Συμεῶν ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐργαστεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο. Σκαρφαλώνοντας σὲ ἕναν ψηλὸ λόφο, ἁλυσόδεσε τὸν ἑαυτό του σὲ ἕναν βράχο, σκοπεύοντας νὰ παραμείνει ἀνίκανος νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, ἀκόμα κι ἂν ἡ ἐπιθυμία νὰ τὸ κάνει ἀναζωπυρωνόταν στὴν καρδιά του. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐκπληκτικὴ αὐτοσυγκράτηση τὸν συνέλαβε ὁ Μίλητος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιόχειας, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔρθει νὰ τὸν ἐπισκεφτεῖ ὡς ὁ μεγαλύτερος ἀσκητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ ἐνῷ ἐπαινοῦσε τοὺς κόπους τοῦ Συμεῶν, ὁ σοφὸς ἀρχιεπίσκοπος δὲν ἐπαίνεσε τὰ ὑλικά του δεσμά. «Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ συγκρατηθεῖ ἀκόμη καὶ χωρὶς δεσμά » , εἶπε πατρικά, « καὶ ἐσύ, παιδί μου, μπορεῖς νὰ δέσεις τὸν ἑαυτό σου σὲ ἕνα μέρος ὄχι μὲ σίδερο, ἀλλὰ μὲ θέληση καὶ λογική». Ἀφοῦ ἄκουσε τὴ μεγάλη ἀλήθεια, ὁ Συμεῶν ἔβγαλε ἀμέσως τὰ δεσμά του καί, ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ καὶ μετά, χαλιναγώγησε τὶς σκέψεις του μὲ τὴ θέλησή του καὶ αἰχμαλώτισε τὸ μυαλό του στὴν ὑπακοὴ στὸν Χριστό , ὥστε νὰ εἶναι αἰχμάλωτος τοῦ σταυροῦ του.