
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΚΟΒΑΛΗ
Στην δεκαετία του 80 είχαμε πάει με τον γέροντα ( Αγιο Παίσιο) ένα ταξίδι στην Θράκη με το αυτοκίνητό μου. Εγώ φυσικά ήμουν ο οδηγός. Το ταξίδι διήρκησε 3-4 μέρες.
Τα βράδυα διανυκτερεύαμε σε ένα μικρό μοναστηράκι έξω από την Κομοτηνή. Αν και ο γέροντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να μην γίνει γνωστό… τα νέα διέρρευσαν… Έτσι μετά τον κόπο της μέρας, εκεί που περιμέναμε να βρούμε λίγη ανάπαυση, γυρνούσαμε στο μοναστήρι και βρίσκαμε ένα μικρό πλήθος ανθρώπων να περιμένουν να δούν τον άγιο και να πάρουν την ευχή του και αν ήταν δυνατόν να συζητήσουν για λίγα λεπτά ιδιαιτέρως μαζί του.
Την τρίτη νύχτα γυρίσαμε πάλι στο μοναστηράκι. Το πλήθος είχε μεγαλώσει… Εγώ που ήμουν νέος, ήμουν κατάκοπος… Αναρωτήθηκα, « πως αντέχει ο γέροντας;;..» τον λυπήθηκα… Ο γέροντας μιλούσε ιδιαιτέρως σε ένα δωμάτιο με κάποιον.. εμείς, τριάντα περίπου άτομα είχαν απομείνει που περίμεναν να τον δουν… περιμέναμε στο αρχονταρίκι της μονής… Τότε σηκώθηκα και μίλησα στους ανθρώπους, λέγοντάς τους πως περάσαμε την μέρα, και πόσο κουρασμένος θα πρέπει να ήταν… τους παρακάλεσα να φύγουν και να έρθουν την άλλη μέρα… Κανένας δεν κουνήθηκε από την θέση του… Μόνο ένας άνδρας, σηκώθηκε αμέσως… συμφώνησε μαζί μου, προέτρεψε και αυτός με την σειρά του τους ανθρώπους να φύγουν και έδωσε πρώτος το παράδειγμα… Έφυγε από το μοναστήρι… Κανένας άλλος δεν κουνήθηκε… Θαύμασα την ευαισθησία και το φιλότιμο του ανδρός… Μού έκανε επίσης και μεγάλη εντύπωση το πρόσωπό του… Ένα ευγενικό και καλοσυνάτο πρόσωπο… Τόσα χρόνια έχουν περάσει και ακόμα θυμάμαι αυτό το πρόσωπο..!!
Λίγο μετά που έφυγε άνοιξε η πόρτα και ο γέροντας ζήτησε με το όνομά του έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.. Ήταν αυτός που λίγο πριν είχε φύγει… Ο γέροντας λυπήθηκε.. Βγήκε στο αρχονταρίκι, σταμάτησε να βλέπει κατ’ ιδίαν, και μίλησε γενικά στους ανθρώπους…














