Όσιος Ιάκωβος Επίσκοπος Νισίβεως
Αφού πέρασε αρκετός χρόνος, ο μεγάλος εκείνος και θαυμάσιος βασιλιάς πέθανε με τα στεφάνια της ευσέβειας και τα παιδιά του κληρονόμησαν την ηγεμονία. Τότε ο βασιλιάς των Περσών (Σαβώρης ήταν το όνομά του) περιφρονώντας τα παιδιά ότι τάχα δεν ήταν ικανά όπως ο πατέρας, εξεστράτευσε
εναντίον της Νίσιβις με μεγάλη δύναμη ιππικού και πεζικού. Έφερε επίσης και πάρα πολλούς ελέφαντες. Παρέταξε το στράτευμα για πολιορκία κυκλικά και έστησε πολιορκητικές μηχανές, έχτισε προμαχώνες, έμπηξε βαθιά πασσάλους και περίφραξε σταυρωτά με κλαδιά τα κενά ανάμεσα τους, διέταξε τους στρατιώτες να κάμουν προσχώματα και να οικοδομήσουν πύργους αντίκρυ στους πύργους. Έπειτα ανέβασε εκεί τους τοξότες και τους διέταξε να ρίχνουν βέλη εναντίον εκείνων που στεκόταν πάνω στο τείχος, ενώ άλλους τους διέταξε να σκάβουν τα τείχη από κάτω. Επειδή όμως όλα αυτά αποτύγχαναν, αφανιζόμενα με την προσευχή του θεσπέσιου ανθρώπου, τελικά ο Σαβώρης με την εργασία πολλών χεριών έφραξε το ρεύμα του ποταμού που έτρεχε εκεί κοντά και αφού συγκέντρωσε στο φράγμα μεγάλη ποσότητα νερού, το άφησε απότομα όλο μαζί κατά του τείχους, χρησιμοποιώντας το σαν είδος δυνατής μηχανής. Το τείχος δεν άντεξε στην επιδρομή του νερού, αλλά με την ορμή κατασείσθηκε από τα θεμέλια και γκρεμίστηκε ολόκληρο σ’ εκείνο το μέρος. Αυτοί τότε ξεφώνισαν με την ιδέα ότι ή πόλη έγινε ευάλωτη διότι αγνοούσαν το μεγάλο τείχος εκείνων πού κατοικούσαν μέσα. Όμως ανέβαλαν την επιδρομή, βλέποντας ότι η πόλη έγινε απάτητη από τα νερά. Αφού τραβήχτηκαν λίγο μακρύτερα για να ελαφρώσουν από τον κόπο, αναπαύονταν οι ίδιοι και περιποιούνταν τα άλογα. Εκείνοι πού κατοικούσαν στην πόλη στράφηκαν σε μεγαλύτερες προσευχές, έχοντας μεσολαβητή τον μεγάλο Ιάκωβο, όλοι οι ενήλικοι ανοικοδομούσαν γρήγορα, χωρίς να φροντίζουν ούτε για ομορφιά ούτε για αρμονία, αλλά έθεταν όλα τα υλικά μαζί, όπως τύχαινε, πέτρες και πλίθους και οτιδήποτε τούς έφερνε κάποιος και μέσα σε μια νύχτα προχώρησε το έργο και υψώθηκε τόσο, όσο ήταν αρκετό για να εμποδίσει το δρόμο των αλόγων και το ανέβασμα των ανδρών χωρίς σκάλες.