Αναφέρει ο γέρων Εφραίμ ο Αριζονίτης:
«Στις αρχές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ 2001 στην Ιερά Μονή τῶν Ἁγίων Ἀρχαγγέλων, κοντάστο San Antonio τοῦ Texas, ὁ Δαυΐδ, ἕνας ἐργάτηςτῆς μονῆς, πού ἦταν Βαπτιστής Προτεστάντης, έτοιμαζε τά ἐργαλεῖα του για να ξεριζώση δένδρα, ὅταν αἰσθάνθηκε ὅτι κάποιος τόν παρακολουθοῦσε.
Κοίταξε πρό τό λόφο καί εἶδε ἕνα ἡλικιωμένο μοναχό με γκρίζα γενειάδα. Κρατοῦσε μία ράβδο στόδεξί του χέρι καί ἕνα ἀσημένιο σταυρό στό ἀριστερό του, καί τοῦ χαμογελοῦσε. Παρατήρησε ὅτι τό ράσο τοῦ μοναχοῦ καί ἡ γενειάδα του κυμάτιζαν σαν νά φυσοῦσε ἀέρας.
Ὁ Δαυΐδ στράφηκε πρός τά ἐργαλεῖα του, ἀλλά ξαφνικά αντιλήφθηκε ὅτι δέν εἶχε οὔτε τόν παραμικρό ἀέρα. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ἀνακάλυψε ὅτι ὁ ἡλικιωμένος μοναχός δέν φαινόταν πουθενά. Αργότερα, ὅταν πέρασε ὁ μοναχός, πού συνήθιζε νά τόν διευθύνη στίς ἐργασίες του,ὁ Δαυΐδ τοῦ περιέγραψε τί εἶχε συμβεῖ καί ρώτησε ποιός ἦταν αὐτός ἡ ἡλικιωμένος μοναχός, ἐπειδή δέν τόν εἶχε δεῖ ποτέ του προηγουμένως.