Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φυλάξη ὑπακοὴν ἀπόλυτον πρὸς τὴν συνείδησίν του, καὶ ἐφαρμόζη ὅ,τι τοῦ ὑποδεικνύει ἐκείνη, παύει καὶ αὐτὴ νὰ τὸν ἐλέγχη. Ὄχι ὅτι ἐξασθένησε ἡ φωνή της, ἄλλα διότι διὰ τῆς καλῆς ὑπακοῆς, δὲν ἔχει ἡ συνείδησις κάτι νὰ ἐλέγξη.
Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης λέγει: «Ὅταν ἡ συνείδησις τοῦ ἀνθρώπου δὲν τὸν ἐλέγχη, παρρησίαν ἔχει πρὸς τὸν Θεόν».
Στὸν δρόμο του ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ περάση χωρὶς κάπου νὰ προσκρούση. Διότι ἀπὸ τὴν μία ὁ διάβολος, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ σάρκα, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ κόσμος, συνεχῶς παρεμβάλλουν ἐμπόδια στὴ ζωή του· καὶ σκοντάφτει ὁ ἄνθρωπος ἀνάλογα μὲ τὴν ἀπροσεξία ποὺ τὸν χαρακτηρίζει. Γι’ αὐτὸ ὅταν πέση, νὰ σηκώνεται πάραυτα καὶ νὰ ζητᾶ συγχώρησι. Ὅταν δὲ ὁ ἄνθρωπος μετανοήση ἀνάλογα, τότε καὶ ἡ συνείδησις, ἡ ὁποία προηγουμένως τὸν ἐνοχλοῦσε, παύει τὸν ἔλεγχο.
Εἰς τρία πράγματα πρέπει νὰ φυλάξωμε τὴν συνείδησί μας: στὸν Θεόν, στὸν πλησίον μας καὶ στὰ πράγματα.
Ὁ ἄνθρωπος φυλάγει τὴν συνείδησί του πρὸς τὸν Θεό, ὅταν ἀποφεύγη τὴν ποικίλη ἁμαρτίαν. Πρὸς τὸν πλησίον, ὅταν δὲν τὸν λυπεῖ, δὲν τὸν κατακρίνη, δὲν τὸν συκοφαντεῖ, δὲν τὸν σκανδαλίζη, δὲν τὸν σπρώχνη στὸ κακό. Πρὸς τὰ πράγματα, ὅταν δὲν γίνεται αἰτία καταστροφῆς ἢ βλάβης ὑλικοῦ πράγματος ἀπὸ ἀπροσεξία, ἀπὸ ἀμέλεια, ἀπὸ ἀσυνειδησία.