ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ
ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Βασισμένα
σέ κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου
Θεολόγου
- Ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου
Εἶναι
δύσκολο
νά
μιλήσει
κανείς
γιά
τή
μέλλουσα
κρίση.
Ἐπειδή
δέν
θά
πεῖ
γιά
τά
παρόντα
καί
ὁρατά,
ἀλλά
γιά
τά
μέλλοντα
καί
ἀόρατα.
Καί
ἐγώ,
πού
θά
μιλήσω,
καί
ἐσεῖς,
πού
θά
μέ
ἀκούσετε,
χρειαζόμαστε
πολλές
προσευχές
καί
καθαρότητα
τοῦ
νοῦ
καί
φόβο
Θεοῦ.
Ἐγώ
γιά
νά
μιλήσω
σωστά,
κι
ἐσεῖς
γιά
ν᾿
ἀκούσετε
προσεκτικά.
Τό
θέμα
αὐτοῦ
τοῦ
λόγου
εἶναι
«ἡ
ἡμέρα
τοῦ
Κυρίου»,
τότε
πού
ὁ
Ἰησοῦς
Χριστός,
ὁ
Κύριος
μας,
θά
ἔρθει
πάλι,
ὄχι
ὅμως
πιά
σά
λυτρωτής,
μά
σάν
κριτής,
«ὅς
ἀποδώσει
ἑκάστῳ
κατά
τά
ἔργα
αὐτοῦ».
Τότε, ὅταν θ᾿ ἀστράψει ἡ ὑπερουράνια
λάμψη τῆς Θεότητός Του, ὁ αἰσθητός
ἥλιος θά σκεπαστεῖ ἀπό τή λαμπρότητα
τοῦ Δεσπότου τῆς κτίσεως, τ᾿ ἀστέρια
θά σβηστοῦν καί ὅλα θά δώσουν τόπο στόν
Ποιητή τους. «Ὥσπερ γάρ ἡ ἀστραπή
ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανόν εἰς
τήν ὑπ᾿ οὐρανόν λάμπει, οὕτως ἔσται
καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ
αὐτοῦ». Τότε ὁ Θεός θά τά γεμίσει ὅλα
μέ τό φῶς Του, καί θά ᾿ναι πιά, μόνος
Αὐτός, Ἡμέρα μαζί καί Θεός.
Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.
Ἐνῶ ὅμως γιά τούς δίκαιους καί τούς μετανοημένους ὁ Κύριος θά εἶναι Ἡμέρα ἀνέσπερη, ἀτέλειωτη καί γεμάτη χαρά παντοτινή, στούς ἁμαρτωλούς καί ἀμετανόητους θά εἶναι ἀπρόσιτος καί ἀθέατος, ἐπειδή στήν παρούσα ζωή δέν φρόντισαν νά καθαριστοῦν, γιά νά δοῦν καί ν᾿ ἀπολαύσουν τό φῶς τῆς δόξας Του. Δίκαια, ἑπομένως, θά τό στερηθοῦν. Γιατί ὁ πανάγαθος Θεός χάρισε στούς προπάτορές μας – καί διαμέσου αὐτῶν καί σέ μᾶς – τό αὐτεξούσιο, ἔτσι πού νά κάνουμε τό καλό ὄχι μέ γογγυσμό ἤ μέ βία, ἀλλά μέ τήν ἐλεύθερη προαίρεσή μας. Θέλησε καί θέλει νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του μέ χαρά καί προθυμία, ἀφοῦ, ἐκπληρώνοντας πάντα τό ἀγαθό, πραγματοποιοῦμε τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν», μοιάζουμε δηλαδή στό ἀπόλυτο Ἀγαθό, σ᾿ Ἐκεῖνον, τόν Θεό, γινόμαστε χαρισματικά Θεοί, κληρονομοῦμε τήν οὐράνια βασιλεία.
