
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος
Μαρδάριος και Ορέστης
ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ - ΕΔΩ
13 Δεκεμβρίου
Την εποχή του τελευταίου και πλέον αδυσώπητου διωγμού κατά των χριστιανών, που έγινε επί Διοκλητιανού (περί το 305), το αίμα κυλούσε ποτάμι και βασίλευε ο τρόμος μέχρι στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Όπου κι αν βρίσκονταν, όποια κι αν ήταν η κατάστασή τους, οι χριστιανοί έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ της άρνησης της πίστεως τους και του μαρτυρίου.
Στην πόλη Σάταλα της Αρμενίας ζούσε ένας λαμπρός αριστοκράτης, ο Ευστράτιος, σκρινιάριος (σύμβουλος) δουκικής τάξεως και επικεφαλής των αυτοκρατορικών νοταρίων (συμβολαιογράφων, γραμματέων) της πόλεως, ο οποίος μέχρι τότε είχε κατορθώσει να κρατήσει κρυφή την πίστη του στον Χριστό. Η ένδοξη άθληση των ομολογητών της πίστεως τού είχε κινήσει τον πόθο να αξιωθεί και εκείνος τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου· η προοπτική των βασανιστηρίων τον φόβιζε· θα είχε άραγε το θάρρος ν’ αντέξει ή θα υπαναχωρούσε; Για να μάθει αν η βούληση του Θεού ήταν να προχωρήσει στον δρόμο του μαρτυρίου, εμπιστεύθηκε τη ζώνη του, διακριτικό του αξιώματός του, σ’ έναν υπηρέτη προστάζοντάς τον να την αποθέσει στην αγία Τράπεζα του ναού και να δει αν ο πρώτος που θα έμπαινε στο ιερό Βήμα για να την πάρει θα ήταν ο σεβάσμιος ιερέας Αυξέντιος. Έτσι κι έγινε. Πήρε θάρρος ο Ευστράτιος από αυτό το σημείο και έπαψαν να τον φοβίζουν εκείνοι που μόνο το σώμα μπορούν να σκοτώσουν (Ματθ. 10, 28). Κάλεσε φίλους και συγγενείς να μοιρασθούν μαζί του τη χαρά του σ’ ένα μεγάλο δείπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου τους ανακοίνωσε ότι σύντομα θα λάβαινε έναν θησαυρό άφθαρτο.
Την επαύριο, την ώρα που ο ηγεμόνας Λυσίας επιθεωρούσε τους φυλακισμένους χριστιανούς στο κέντρο της πόλης, παρουσιάσθηκε ξαφνικά ο Ευστράτιος, δήλωσε με παρρησία πως είναι χριστιανός και ζήτησε να τύχει της ίδιας μοίρας όπως οι φυλακισμένοι ομόπιστοί του. Εξεπλάγη ο ηγεμόνας και διέταξε να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του αξιώματος και γυμνό να τον μαστιγώσουν, πριν τον ανακρίνει. Κατόπιν, κρέμασαν τον Ευστράτιο με σχοινιά, άναψαν από κάτω φωτιά και τον ξυλοκόπησαν άγρια εκ νέου. Μένοντας απαθής στον πόνο σαν να βασάνιζαν το σώμα κάποιου άλλου, ο Ευστράτιος στράφηκε προς τον Λυσία και τον ευχαρίστησε για τη χαρά που του έδινε, λέγοντας: «Τώρα γνώρισα πως είμαι ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα μου!». Παρά το αλάτι και το όξος που έριξαν στις πληγές του, το ίδιο εκείνο βράδυ θεραπεύθηκε θαυματουργικώς. Μπροστά στο ακλόνητο φρόνημα του μάρτυρος και στη βοήθεια που του παρείχε η θεία Χάρη, ένας από τους συμπολίτες και τους υφισταμένους του Ευστράτιου, ο αξιωματούχος Ευγένιος, παρουσιάσθηκε κι αυτός με τη σειρά του στον ηγεμόνα, διακήρυξε την πίστη του και ζήτησε να αγωνιστεί με τον Ευστράτιο και τους άλλους ομολογητές.


