Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
Πάτρα 27 . 1 . 2023
Ο ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ καὶ τὸ “ΣΧΙΣΜΑ” τῶν ΙΩΑΝΝΙΤΩΝ [1]
Ὁ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεμελιώνει τὴν ἐκκλησιολογὶα του, δηλαδὴ τὴν περὶ τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία του, στὸν Ἀπ. Παῦλο, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὴν Ἐκκλησία ὡς «τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ» ποὺ ἔχει μοναδικὴ Κεφαλὴ της τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Ἡ εἰκόνα αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ τονίζει δύο ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις ἰδιότητές της, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένες ὡς «ἡ ἐν ἀληθείᾳ ἑνότητα». Ὁτιδήποτε καὶ ὁποιοσδήποτε ἀμφισβητεῖ ἢ προσβάλλει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει δὲν μπορεῖ νὰ παραμένει μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ, ἐκβάλλεται ἀπὸ τὸ Σῶμα.
Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν ἔνταση μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἰω. Χρυσόστομος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες μέσα στοὺς αἰῶνες, εἶναι κατηγορηματικὰ ἀντίθετοι καὶ ἀναφέρονται μὲ τὰ σκληρότερα λόγια γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα.
Ἡ μὲν αἵρεση ἀλλοιώνει καὶ τελικὰ καταστρέφει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια, ἐνῶ τὸ σχίσμα προσβάλλει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. Ἀμφότερες βέβαια οἱ καταστάσεις ὁδηγοῦν τοὺς ἐμπνευστὲς καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τους ἐκτὸς Ἐκκλησίας, στὴν ἀπώλεια. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ φράση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττον ἐστὶ κακὸν»[2], ποὺ ὑποδηλώνει ὅτι ἡ προσβολή τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σοβαρότατο ἐκκλησιαστικὸ ἔγκλημα. Μάλιστα, γιὰ νὰ τονίσει τήν σοβαρότητα τοῦ σχίσματος φτάνει στὸ σημεῖο νὰ πεῖ ὅτι «οὐδὲν οὕτω παροξύνει τὸν Θεόν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι… οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην, ἒφησε, δύνασθαι τήν ἁμαρτίαν ἐξαλείφειν»[3] . oὒτε τὸ αἷμα τοῦ μαρτυρίου δὲν ἐξαλείφει τήν ἁμαρτία τοῦ σχίσματος!
Α. Ἡ παρά τήν Δρῦ σύνοδος, ἡ ἐξορία καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ Χρυσοστόμου.
Ὁ Ἰ. Χρυσόστομος ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως τὸ 398 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀρκαδίου καί τῆς συζύγου του Εὐδοξίας. Χαρακτῆρας εὐθὺς καὶ συνεπής στὴ χριστιανικὴ ζωή, αὐστηρός στὸν ἑαυτό του, ἐραστής τῆς ἁγιότητας, ἀνυπέρβλητος κήρυκας τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, ἀσυμβίβαστος ὑπέρμαχος των ἀδυνάτων, «ἀπέναντι στοὺς ἰσχυρούς τῆς ἐποχῆς του ἔπαιξε τὸ ρόλο ἑνὸς Νάθαν μπροστά στὸν Δαυίδ, ἑνὸς Ἠλία μπρὸς στὴν Ἰεζάβελ, ἑνὸς Ἠσαΐα ἀπέναντι στοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ»[4]. Το κήρυγμά του στὸ Ναό τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας συνήγειρε τὸν ἁπλὸ λαὸ ποὺ ἐκδήλωνε μὲ ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα καὶ μὲ ἐκδηλώσεις μεγάλης ἀγάπης τήν χαρὰ καί τήν εὐγνωμοσύνη του στὸν καλό του Ποιμένα.