
Μία γυναίκα ἀπὸ ἕνα χωριὸ εἶχε τάξει σὲ κάποια ἀνάγκη της, νὰ τὴ βοηθοῦσε ἡ Παναγία καὶ νὰ πήγαινε στὴ χάρη της ἕνα ἀσκὶ λάδι.
Τὸ καλοκαίρι κατὰ τὸν Δεκαπενταύγουστο, πῆγε τὸ τάμα της μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Ἡγούμενος Παρθένιος, θὰ ἔκανε καὶ χαρὰ γιὰ τὴν προσφορὰ της αὐτή. Ὅμως ὁ Γέροντας πληροφορημένος ἀπὸ τὸ Θεό, τὴν περίμενε στὴν πόρτα τῆς Μονῆς.
-Δὲν παίρνω τὸ λάδι σου καὶ δὲν τὸ βάζω μέσα στὸ Μοναστήρι, διότι δὲν εἶναι εὐλογημένο.
Ἐκείνη ἀπόρησε καὶ ρώτησε τό γιατί.
-Διότι μάζεψες τὶς ἐλιὲς Κυριακὴ καὶ Κυριακὴ τὶς ἄλεσες.
Ἐκείνη βέβαια δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκρύψει τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ παραδέχτηκε.
-Τὸ παραδέχομαι, Γέροντα, ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσεις καὶ νὰ τὸ κρατήσεις διότι ἔκαμα πολὺ κόπο νὰ μαζέψω αὐτὲς τὶς ἐλιὲς καὶ νὰ κουβαλήσω τὸ λάδι ὡς ἐδῶ.
-Ὄχι δὲν τὸ κρατίζω, ἐπέμενε ὁ Γέροντας.






