Στίς 14 Μαΐου 1944 ἀγγλικό ὑποβρύχιο ἄραξε σέ ἕναν ὅρμο στό Πίσω Λειβάδι τῆς Πάρου καί ἔβγαλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἀνέβηκαν στό χωριό Τσιμπίδο (Μάρπησσα) καί πῆραν αἰχμαλώτους 7 στρατιῶτες Γερμανούς τήν ὥρα πού κοιμόντουσαν, σκότωσαν δύο καί τραυμάτισαν τόν διοικητή τοῦ ἀεροδρομίου ὑπολοχαγό Τάμπε, βρέθηκαν δέ καί καλώδια ἐπικοινωνιῶν κομμένα. Τό πρωί σέ ἀντίποινα συνέλαβαν οἱ Γερμανοί στό ἀεροδρόμιο τόν νεαρό Νικόλαο Στέλλα ἀπό τίς Λεῦκες. Ἔχοντας ἐναντίον του βάσιμες ὑποψίες τόν θανάτωσαν μέ ἀγχόνη κρεμώντας τον πάνω σέ ξύλο σέ ψηλό μέρος γιά νά φαίνεται ἀπό τά γύρω χωριά πρός ἐκφοβισμό. Ὁ στρατιωτικός διοικητής Γκραφονμπερεμπέργκ ζήτησε ἀπό τούς Προέδρους τῶν Κοινοτήτων Πάρου καί Ἀντιπάρου νά τοῦ παραδώσουν σέ ὁρισμένη μέρα 125 νέους, τούς ὁποίους θά ἐκτελοῦσε.
Οἱ Πρόεδροι ὅλων τῶν Κοινοτήτων καί οἱ ἱερεῖς – ἐφημέριοι μαζί μέ τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας Φιλόθεο Ζερβάκο πῆγαν ὅλοι στήν κωμόπολη Τσιμπίδο, στό σπίτι τοῦ καλοῦ γιατροῦ Εὐστρατίου Ἀλιπράντη καί, ἀφοῦ ἔκαναν συμβούλιο, ἀποφάσισαν νά πᾶνε ὅλοι μαζί στό διοικητή καί νά τόν παρακαλέσουν νά ἀλλάξει ἀπόφαση.

