Στην Μονή Παντοκράτορος υπήρχε ένας απλούστατος γέροντας αγράμματος αλλά
πολύ καλόκαρδος, ο π. Πανάρετος, -τον προλάβαμε κι μείς-. Αυτός έκανε
τον ταχυδρόμο του μοναστηριού.
Τότε δεν είχε δρόμους με τα ζώα πηγαίνανε. Αυτός όμως επειδή ήτανε δυνατός στον οργανισμό, πήγαινε με τα πόδια κάθε μέρα.
Είχε έναν μεγάλο σάκκο.
Του είχε αναθέσει το Μοναστήρι να έρχεται εδώ στις Καρυές να παίρνη το ταχυδρομείο και να το πηγαίνη στο Μοναστήρι.
Μάλιστα, για να τον πειράξουνε λίγο, για να γελάν οι πατέρες εκεί πέρα
–ο π. Ευθύμιος και άλλοι προϊστάμενοι-, του αγοράσανε μια ντουντούκα,
όπως είχανε οι παλιοί ταχυδρόμοι. «Ντούουου!», φυσούσε και σφύριζε.
Του είπαν: «Όταν θα έρχεσαι πάνω στον Σταυρό, απ’ όπου φαίνεται το
μοναστήρι, θα σφυρίζης, να ακούμε ότι έρχεσαι». Αυτός όμως είχε τέτοια
παιδική ψυχή, που έκανε τόσο μεγάλη χαρά, σαν να του είχαν δώσει το πιο
πολύτιμο πράγμα, επειδή είχε πολλή απλότητα΄ σαν παιδί ήτανε.