Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Ἡμέρας, Τετάρτης ιδ΄ ἑβδ. ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. ιγ΄ 3-13).
Β Κορ. 13,3 ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν.
Β Κορ. 13,3 επειδή και σεις ζητείτε να πάρετε απόδειξιν εκ μέρους του Χριστού, ο οποίος μένει έντος μου και λαλεί με το στόμα μου και ο οποίος εις σας δεν έχει φανή ασθενής, αλλά πολύ δυνατός με τα χαρίσματα και τα δώρα και τα θαύματα, που έχει κάμει μεταξύ σας δια μέσου ημών των Αποστόλων.
Β Κορ. 13,4 καὶ γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλὰ ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς ἀσθενοῦμεν ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν αὐτῷ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ εἰς ὑμᾶς.
Β Κορ. 13,4 Διότι και αν κατά την ασθενή ανθρωπίνην του φύσιν έπαθε και εσταυρώθη, εν τούτοις ζη και δίδει ζωήν εκ της δυνάμεως του Θεού, ως Θεός που είναι και αυτός. Διότι και ημείς οι ίδιοι είμεθα ασθενείς εφ' όσον εν τω ονόματί του διωκόμεθα, όπως εδιώχθη και αυτός, αλλά θα ζήσωμεν μαζή με αυτόν από την δύναμιν του Θεού, την οποίαν θα γνωρίσετε και σεις.
Β Κορ. 13,5 Ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε. ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμῖν ἐστιν; εἰ μή τι ἀδόκιμοί ἐστε.
Β Κορ. 13,5 Να εξετάζετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας, εάν είσθε και μένετε εις την αληθινήν και ζωντανήν πίστιν· να δοκιμάζετε συνεχώς τους εαυτούς σας. Η δεν γνωρίζετε τους εαυτούς σας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι έντος υμών; Εκτός εάν είσθε ακατάρτιστοι εις την κατά Χριστόν ζωήν.
Β Κορ. 13,6 ἐλπίζω δὲ ὅτι γνώσεσθε ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν ἀδόκιμοι.
Β Κορ. 13,6 Ελπίζω όμως ότι θα γνωρίσετε-και θα σας δοθούν προς τούτο ευκαιρίαι όταν έλθωμεν-ότι ημείς δεν είμεθα ακατάρτιστοι και άξιοι αποδοκιμασίας.
Β Κορ. 13,7 εὔχομαι δὲ πρὸς τὸν Θεὸν μὴ ποιῆσαι ὑμᾶς κακὸν μηδέν, οὐχ ἵνα ἡμεῖς δόκιμοι φανῶμεν, ἀλλ᾿ ἵνα ὑμεῖς τὸ καλὸν ποιῆτε, ἡμεῖς δὲ ὡς ἀδόκιμοι ὦμεν.
Β Κορ. 13,7 Εύχομαι δε και παρακαλώ τον Θεόν να μη παρασυρθήτε και πράξετε σεις κανένα κακόν. Οχι διότι θέλω να φανώμεν ημείς οι Απόστολοι δόκιμοι ως έχοντες αρετήν και εξουσίαν από τον Θεόν, αλλά θέλω σεις να κάμνετε το καλόν, ημείς δε να φανώμεν έτσι, ως εάν δεν έχωμεν καμμίαν εξουσίαν, ως εάν είναι άχρηστος η εξουσία, μας να τιμωρούμεν τους πταίοντας.
Β Κορ. 13,8 οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας.
Β Κορ. 13,8 Και πράγματι δεν ημπορούμεν τίποτε και δεν έχομεν το δικαίωμα να κάμνωμεν χρήσιν της εξουσίας μας εναντίον εκείνων που ζουν σύμφωνα με την αλήθειαν του Θεού, αλλά εναντίον εκείνων που την καταπατούν, δια να τους παιδαγωγήσωμεν εις την μετάνοιαν.
Β Κορ. 13,9 χαίρομεν γὰρ ὅταν ἡμεῖς ἀσθενῶμεν, ὑμεῖς δὲ δυνατοὶ ἦτε· τοῦτο δὲ καὶ εὐχόμεθα, τὴν ὑμῶν κατάρτισιν.
Β Κορ. 13,9 Διότι χαίρομεν, όταν ημείς μεν φαινώμεθα ασθενείς και χωρίς εξουσίαν, σεις δε είσθε ενάρετοι και δυνατοί. Αυτό δε και ευχόμενος τον καταρτισμόν σας εις την κατά Χριστόν ζωήν.
Β Κορ. 13,10 Διὰ τοῦτο ταῦτα ἀπὼν γράφω, ἵνα παρὼν μὴ ἀποτόμως χρήσωμαι κατὰ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔδωκέ μοι ὁ Κύριος εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν.
Β Κορ. 13,10 Δια τούτο τώρα που είμαι απών σας γράφω αυτά, ώστε όταν θα είμαι παρών μεταξύ σας, να μη χρησιμοποιήσω απότομον τρόπον, σύμφωνα με το δικαίωμα και την δύναμιν που μου έδωκεν ο Κυριος, δια να καταρτίζω και οικοδομώ και όχι να κρημνίζω.
Β Κορ. 13,11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν.
Β Κορ. 13,11 Λοιπόν, αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρηγορείσθε και ενθαρρύνεσθε, έχετε το αυτό φρόνημα, ειρηνεύετε με τον εαυτόν σας και με τους άλλους και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης θα είναι μαζή σας.
Β Κορ. 13,12 Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν ἁγίῳ φιλήματι. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἅγιοι πάντες.
Β Κορ. 13,12 Χαιρετήσατε ο ένας τον άλλον με εγκάρδιον και άγιον φίλημα. Σας χαιρετούν όλοι οι εδώ Χριστιανοί.
Β Κορ. 13,13 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.
Β Κορ. 13,13 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η μετάδοσις από το Αγιον Πνεύμα των δωρεών του, ώστε να συμμετέχετε εις αυτάς και εις Αυτό, ας είναι πάντοτε μαζή σας. Αμήν.
Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Ἡμέρας, Τετάρτης ιδ΄ ἑβδ. Ματθαίου (Μρ. δ΄ 35-41).
Μαρκ. 4,35 Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης· διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν.
Μαρκ. 4,35 Αργά εκείνην την ημέραν λέγει εις αυτούς· “ας περάσωμεν στο απέναντι μέρος”.
Μαρκ. 4,36 καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ· καὶ ἄλλα δὲ πλοῖα ἦν μετ᾿ αὐτοῦ.
Μαρκ. 4,36 Και αφού αφήκαν τον λαόν, παρέλαβαν αυτόν οι μαθηταί, όπως ευρίσκετο στο πλοίον· ήσαν δε και άλλα πλοία, που έπλεαν μαζή του.
Μαρκ. 4,37 καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου μεγάλη, τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἤδη αὐτὸ βυθίζεσθαι.
Μαρκ. 4,37 Και αίφνης εξέσπασε μεγάλη θύελλα, τα δε κύματα, εκτυπούσαν το πλοίον και ανέβαιναν εις αυτό, ώστε εκινδύνευε να βυθισθή.
Μαρκ. 4,38 καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;
Μαρκ. 4,38 Και εκείνος εκοιμάτο εις την πρύμνην στο προσκέφαλον, που ήτο στο κάθισμα. Και τον εξύπνησαν οι μαθηταί και του λέγουν· “διδάσκαλε, δεν σε μέλλει που χανόμεθα;”
Μαρκ. 4,39 καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.
Μαρκ. 4,39 Και αφού εσηκώθη επέπληξε τον άνεμον και είπεν εις την θάλασσαν· “σώπα, πάψε αμέσως”. Και κατέπαυσεν ο άνεμος και έγινε μεγάλη γαλήνη.
Μαρκ. 4,40 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν;
Μαρκ. 4,40 Και είπεν εις αυτούς· διατί είσθε τόσον δειλοί; Πως, αφού είδατε τόσα θαύματα, δεν έχετε πίστιν;”
Μαρκ. 4,41 καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;
Μαρκ. 4,41 Και κατελήφθησαν από μεγάλον φόβον και θαυμασμόν και έλεγαν ο ένας στον άλλον· “ποιός, λοιπόν, είναι αυτός, αφού και ο άνεμος και η θάλασσα τον υπακούουν;” (Υποτάσσονται εις αυτόν όχι μόνον αι ασθένειαι, ο θάνατος και οι δαίμονες, αλλά και αυτά τα στοιχεία της φύσεως).
http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/KD/02.%20Mark.htm

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου