Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΓΑΘΟΕΡΓΙΕΣ
Πες μου, σε παρακαλώ, εάν, ενώ καθόμαστε, έστελνε ο βασιλιάς κάποιον και μας καλούσε στα ανάκτορα, έπρεπε να κλαίμε και να θρηνούμε; Άγγελοι εμφανίζονται απεσταλμένοι από τον ουρανό και από εκεί ερχόμενοι, άγγελοι σταλμένοι από αυτόν τον βασιλέα για να καλέσουν τον συνδούλο τους, και εσύ κλαίς; Δεν γνωρίζεις πόσο σπουδαίο μυστήριο είναι εκείνο που γίνεται, πόσο φρικτό και φοβερό, και που αξίζει πράγματι ύμνους και χαρές;
Θέλεις να μάθεις για να γνωρίζεις ότι δεν είναι καιρός για δάκρυα; Ο θάνατος είναι μέγιστο μυστήριο της σοφίας του Θεού· διότι σαν να αφήνει κάποια κατοικία, προχωράει η ψυχή βιαστική προς τον Κύριό της, κι εσύ πενθείς; Λοιπόν έπρεπε αυτό να κάνει κανένας και όταν γεννιέται το παιδί· καθόσον και ο θάνατος είναι γέννηση ανώτερη από εκείνο· διότι η ψυχή προχωρεί σε άλλο φως, απολύεται σαν από φυλακή, εξέρχεται σαν από αγώνα.
«Ναι», απαντάει ίσως κάποιος, «για μεν τους αγαθούς καλά τα λέγεις αυτά». Και ποια σημασία έχει αυτό για σένα, άνθρωπε; Διότι εσύ ούτε για τους αγαθούς το κάνεις αυτό. Πες μου, λοιπόν, για ποιο πράγμα θα μπορούσες να κατακρίνεις τον νεοφώτιστο; Διότι και εκείνος σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται. Γιατί λοιπόν πενθείς τον νεκρό; Δεν γνωρίζεις ότι όπως ο καθαρός ήλιος ανέρχεται, έτσι και η ψυχή αφού εγκαταλείψει το σώμα με καθαρή συνείδηση λάμπει με φαιδρότητα; Δεν είναι δυνατό να δεις βασιλιά με τόση σιγή να εισέρχεται στην πόλη, με όση ψυχή να εγκαταλείπει το σώμα και να απέρχεται με τους αγγέλους.
