
ΑΓΑΠΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ Ο ΚΡΗΣ
(1595–1657)
Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν ὑπερούσιον, ὄμβρον κυήσασα, πηγὴ ζωήῤῥυτος, Παρθένε πέφυκας, ἀναπηγάζουσα ἡμῖν, τὸ νέκταρ τὸ ἀθάνατον, ὕδωρ τὸ ἁλλόμενον, εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον, νάματα γλυκύῤῥοα, ἐκ τῆς Κρήνης σου πάντοτε, ἐξ ὧν ἐπεντρυφῶντες βοῶμεν·Χαῖρε Πηγὴ ἡ ζωηφόρος.
Α΄. Για το φώτισμα του τυφλού από το νερό της Ζωοδόχου Πηγής.
Αναφέρεται στο «Πεντηκοστάριον», κατά την πρώτη Παρασκευή μετά το Άγιο Πάσχα, την Παρασκευή της Διακαινησίμου, ότι ήταν κάποιος στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, πολύ εύσπλαχνος και ενάρετος άνθρωπος, με το όνομα Λέοντας και με το επώνυμο Μακέλλης (ο Λέων ο Α΄, ο «Θραξ»· 401–18 Ιανουαρίου 474). Για την καλοσύνη του τον αξίωσε ο Θεός κι έγινε αργότερα βασιλιάς. Όταν λοιπόν αυτός ήταν ακόμη στρατιώτης, βρέθηκε σ’ ένα δάσος κοντά στην Πόλη και είδε εκεί έναν τυφλό, ο οποίος ήταν πολύ διψασμένος από την οδοιπορία και τη ζέστη. Τον λυπήθηκε ο Λέοντας και τον έπιασε από το χέρι, για να περπατήσουν μαζί μήπως και βρει νερό να τον ποτίσει. Αφού λοιπόν περπάτησαν λίγο διάστημα, έπεσε ο τυφλός μη μπορώντας πλέον να περπατήσει από τη δίψα. Και ο Λέοντας έψαχνε πολλή ώρα μέσα στο δάσος για νερό, αλλά δεν έβρισκε· γι’ αυτό λυπόταν πολύ, επειδή φοβόταν μήπως πεθάνει ο τυφλός από τη δίψα. Ψάχνοντας λοιπόν πιο βαθιά στο δάσος, άκουσε μια φωνή να του λέει: «Μη λυπάσαι, Λέοντα! Γιατί εκεί κοντά σου είναι το νερό και δώσε απ’ αυτό στον τυφλό. Έπειτα, πλύνε τα μάτια του μ’ αυτό και θα γνωρίσεις τη δύναμή μου. Κι εσύ, να ξέρεις ότι πρόκειται να γίνεις βασιλιάς και τότε θυμήσου να μου χτίσεις έναν ναό, για να κατοικώ σ’ αυτόν και για να έρχονται όσοι χρειάζονται τη βοήθειά μου και να βρίσκουν σωτηρία ψυχής και σώματος».
