
ΑΓΙΟΣ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΙΒΗΡΑΣ Ο ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Ο ΠΑΡΕΠΙΔΗΜΩΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΑΡΙΟΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ!
Τα παραμύθια της καθ’ ημάς Ανατολής με τους ποικίλους ήρωες και τις περιπέτειες τους από τόπο σε τόπο, σε γεμίζουν με θάμβος για την γενναιότητα τους, την αξιοσύνη τους την εφευρετικότητά τους και την ικανότητά τους να ξεπερνούν τις ποικίλες δυσκολίες για να φτάσουν στον τελικό τους στόχο τους.
Κάποια συναξάρια περιέχουν πολλά τέτοια στοιχεία, μόνον που πρόκειται για αληθινές ιστορίες που ενίοτε μοιάζουν και με κινηματογραφικά σενάρια λόγω της ποικίλης πλοκής τους ή ακόμη και τις ανατροπές τους. Αλλά πέραν από την κινηματογραφική παρακολούθηση τους που γίνεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, το συναξάρι σου προσφέρει παραμυθία, όπως η αρχαία τραγωδία την κάθαρση. Η παραμυθία, όμως, είναι πέραν από την κάθαρση, αφού μοιάζει ο ίδιος ο άγιος στέκεται δίπλα σου και να σου μεταγγίζει την χάρη του ή ακόμη να σε κοιτά κατάματα και να δρα επάνω σου καταλυτικά, προσφέροντάς σου αναγεννητική παρηγοριά.
Η ιστορία του αγίου Ιλαρίωνα του Ίβηρα (822-857), δηλαδή του Γεωργιανού, αλλά και Θεσσαλονικιού, αφού έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Θεσσαλονίκη, έχει μια τέτοια ατμόσφαιρα περιπέτειας με όλο το θάμβος του παραμυθιού της Ανατολής και, βεβαίως, της παραμυθίας που προσφέρουν τα συναξάρια.
Άλλωστε ο ίδιος μπήκε σε μοναστήρι σε ηλικία έξι χρονών και στα 14 του έγινε ασκητής και ερημίτης. Και μάλιστα τόσο πρόκοψε που τον εκτίμησαν και οι λοιποί ερημίτες και σύντομα μαζεύτηκαν γύρω του 11 υποτακτικοί. Λίγο αργότερα άρχισαν να προσέρχονται για να λάβουν παρηγοριά και πνευματικές οδηγίες πλήθος ανθρώπων απ’ όλη την Γεωργία.
Για τον λόγο αυτό προσέτρεξε εκεί και ο Επίσκοπος της Ιβηρίας για να δει από κοντά τι, ακριβώς, συνέβαινε. Η πρότασή του στον νεαρό ρακένδυτο ερημίτη να τον χειροτονήσει, φανερώνει το συμπέρασμα που αποκόμισε από την συνάντησή τους. Ο άγιος Ιλαρίων στην αρχή αρνήθηκε αλλά μετά αποδέχτηκε. Ήταν τότε 25 χρονών.
Πάντως, σχεδόν αμέσως εγκατέλειψε την Ιβηρία και πήγε για προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα, αφήνοντας κάποιον άλλο ως ηγούμενο στο πόδι του, αφού πλέον δεν μπορούσε να ησυχάσει ασκητικά στην πατρίδα του. Ίσως να σκέφτηκε κιόλας πως ήταν πολύ μικρός για να σηκώσει όλο αυτό το βάρος και την πνευματική ευθύνη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που τον επισκέπτονταν.



