*Από το βιβλίο: «Το Γεροντικό του Άγιου Όρους» (Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτη) – Αφηγήσεις από τη ζωντανή παράδοση της ερημικής ζωής
~ Μεταξύ της Ιεράς Μονής των Ιβήρων και του Μυλοποτάμου, λίγο ψηλότερα από το δάσος, πριν από πολλά χρόνια βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ένα Κελλί με εκκλησία της «Αγίας Τριάδος» που κατά κυριότητα ανήκε στη Μονή των Ιβήρων.
Ο Γέροντας και εννέα μοναχοί αποτελούσαν τη συνοδεία του Κελλιού αυτού που ήταν σαν ένα μικρό κοινόβιο μοναστηράκι, όπως είναι όλα τα λεγόμενα Κελλιά, με εκκλησίες και περιοχές που έχουν ελαιόδεντρα, αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα και φυτά.
Οι αδελφοί αυτοί ζούσαν πολύ ειρηνικά και αγαπημένα, σαν μια ψυχή σε πολλά σώματα, και από το αποτέλεσμα φαίνεται πως παρακαλούσαν τον Θεό, την Παναγία Τριάδα, να τους αξιώσει να πεθάνουν όλοι μαζί. Να έχουν τέλη αγαθά, ειρηνικά, ανεπαίσχυντα και ο θάνατός τους να τους βρει έτοιμους, εξομολογημένους, με το τελευταίο εφόδιο του χριστιανού που είναι η θεία Κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Σωτήρος Χριστού και να παραλάβει ο Άγγελος φύλακας την ψυχή τους σε ώρα ειλικρινούς μετανοίας.
Και φαίνεται πως ο Πανάγαθος Θεός, ο «εισακούων την προσευχήν και ποιών το θέλημα των φοβουμένων αυτόν», εισήκουσε και των πατέρων αυτών την προσευχή. Οι γείτονες του Κελλιού, επειδή για πολλές ημέρες δεν είχαν δει κάποια κίνηση των μοναχών, ανησύχησαν και τους αναζήτησαν.






